Η εργαστηριακή τεχνολογία «ξεσκεπάζει» τις απομιμήσεις κρασιού

 

krasi-ergastiriaki-texnologia-696x464


Το κρασί είναι ένα από τα κατ’ εξοχήν αγροτικά προϊόντα, που πλήττονται από πρακτικές παραποίησης, με τον κλάδο να πλήττεται από τη μάστιγα της απάτης στον τομέα των τροφίμων. Σήμερα, όμως, χάρη σε νέες, εξελιγμένες τεχνικές είναι δυνατή η επαλήθευση της ποιότητας και της προέλευσης των σταφυλιών από τα οποία παράγεται το κρασί, προστατεύοντας έτσι τους παραγωγούς και τους καταναλωτές.

Το πρώτο στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αυθεντικότητας περιλαμβάνει τη συγκομιδή των σταφυλιών από την περιοχή παραγωγής τους, προκειμένου να σταλθούν για ανάλυση. Μετά τη συλλογή των δειγμάτων, οι ερευνητές παράγουν από αυτά ένα δείγμα οίνου, το οποίο στη συνέχεια αναλύεται με εξελιγμένες τεχνικές για τον προσδιορισμό των ισοτοπικών χαρακτηριστικών του αλκοόλ και του νερού του. Αυτή η παράμετρος είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς η προσθήκη νερού, αλκοόλ ή ζάχαρης, αποτελεί προσφιλή τακτική νόθευσης του κρασιού. Ακολούθως, οι πληροφορίες αποστέλλονται στο Βέλγιο, στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ερευνών JRC της Κομισιόν, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τη διενέργεια των σχετικών ποιοτικών ελέγχων στο κρασί.

Στα σύγχρονα εργαστήρια επιστρατεύεται η πυρηνική τεχνολογία για την αναγνώριση του «αποτυπώματος» ενός κρασιού. Η εξέταση των δειγμάτων που προκύπτουν από την απόσταξη του οίνου μπορεί να είναι κατατοπιστική. «Αυτό που προσδιορίζουμε εδώ είναι το οξυγόνο που υπάρχει στο νερό του κρασιού. Το οξυγόνο στην Ευρώπη ποικίλλει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος, επομένως, οι οίνοι που παράγονται, για παράδειγμα, στη Σικελία, έχουν διαφορετικά επίπεδα οξυγόνου από αυτούς που παρασκευάζονται στη Γερμανία. Εάν προσθέταμε ζάχαρη για να αυξήσουμε τον αλκοολικό βαθμό ενός κρασιού, τότε η τελική εικόνα θα ήταν διαφορετική», δηλώνει στο Euronews η χημικός του JRC, Βασιλική Εξάρχου.

Κάθε χρόνο, οι Ευρωπαίοι ερευνητές δημιουργούν ένα ενημερωμένο προφίλ όλων των κρασιών που παρασκευάζονται στις χώρες τους. Αυτός ο τεράστιος όγκος πληροφοριών αποστέλλεται στο JRC, επιτρέποντας στο ερευνητικό κέντρο να έχει στην κατοχή του ένα σύνολο δεδομένων ανά χώρα, ανά περιοχή και ανά ποικιλία σταφυλιών, μέσω των αυθεντικών δειγμάτων κρασιού. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σε όλα τα κράτη-μέλη και είναι κρίσιμες, όταν η ποιότητα και η προέλευση ενός οίνου είναι ύποπτες και ενδέχεται να επισύρουν νομικές ενέργειες.

«Περίπου 1.600 δείγματα ετησίως προστίθενται στη βάση δεδομένων. Προς το παρόν, υπάρχουν περισσότερα από 20.000 δείγματα», δηλώνει στο Euronews ο Alain Maquet, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αναφοράς για τον Έλεγχο στον Τομέα του Οίνου.