Ξεσήκωσε αντιδράσεις η προτεινόμενη κατάργηση του ειδικού καθεστώτος για τους πωλητές λαϊκών αγορών

laikiagora_patra_4


Συνεχίζεται σήμερα με την ακρόαση των ενδιαφερόμενων φορέων η συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής του νομοσχεδίου για την πάταξη του λαθρεμπορίου καπνού. Κατά τη διάρκεια της χθεσινής συζήτησης εκφράστηκαν έντονες διαφωνίες ως προς την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ των παραγωγών που συμμετέχουν σε Λαϊκές Αγορές.

Αναλυτικότερα, το νομοσχέδιο για το λαθρεμπόριο καπνικών προϊόντων παρουσιάστηκε, στην εν λόγω Επιτροπή της Βουλής, υποστηριζόμενο από τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών, Τρύφωνα Αλεξιάδη, και όπως αναφέρθηκε περιλαμβάνει εναρμόνιση της ελληνικής με την κοινοτική νομοθεσία για την χρήση πληροφορικής και διατάξεις για την ιχνηλασιμότητα στον καπνό, αλλά και αλλαγές στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ των αγροτών.

Επίσης, με άλλες διατάξεις, διευρύνεται ο κατάλογος με τα ονόματα των οφειλετών του δημοσίου που θα δίδεται στη δημοσιότητα, καταργείται η έκπτωση του ΕΝΦΙΑ για όσους έχουν εισοδήματα από τόκους άνω των 300 ευρώ, ενώ υπάρχει και ευνοϊκή ρύθμιση για τα τέλη κυκλοφορίας μεταχειρισμένων οχημάτων που έχουν εισαχθεί από το εξωτερικό (τα τέλη θα υπολογίζονται με βάση την ημερομηνία πρώτης ταξινόμησης και όχι εισαγωγής στην Ελλάδα).

Η εισηγήτρια του νομοσχεδίου , εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, Κατερίνα Παπανάτσιου ανέφερε πως το λαθρεμπόριο καπνού δημιουργεί προβλήματα σε ιδιώτες και επιχειρήσεις, αποτιμάται, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της KPMG, στα 637 εκατομμύρια ευρώ για το 2015, και τόνισε ότι σκοπός του είναι να αλλάξει αυτή η εικόνα καθώς η Ελλάδα είναι η 4ηχώρα στο λαθρεμπόριο καπνού, μέσα στην Ευρώπη σε διαφυγόντες φόρους και κατέχει τη 2η θέση στην Ε.Ε. σε ό, τι αφορά στα τσιγάρα, που παράγονται νόμιμα αλλά διακινούνται λαθραία στις αγορές ενώ ελλοχεύουν και κίνδυνοι για τον καταναλωτή από τη χρήση λαθραίων προϊόντων, που δεν έχουν περάσει από ποιοτικούς ελέγχους.

Βουλευτές της αντιπολίτευσης αναφέρθηκαν στην ανάγκη να καταπολεμηθεί το λαθρεμπόριο καπνού και στην ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας αλλά διαφώνησαν με την αλλαγή στο ειδικό καθεστώς των αγροτών και με την κατάργηση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ, σε ομάδες του πληθυσμού, που αντιμετωπίζουν προβλήματα, εφ΄ όσον έχουν εισοδήματα από τόκους (αφορά ειδικές ομάδες του πληθυσμού, ΑΜΕΑ, πολύτεκνες οικογένειες που έχουν εισοδήματα από τόκους , που μηνιαία αγγίζουν κατά περίπτωση τα 300 ή και 600 ευρώ).

Τη διαφωνία του με το άρθρο 47, για τη συνολική αναμόρφωση του ειδικού καθεστώτος των αγροτών, εξέφρασε ο Σάββας Αναστασιάδης, ειδικός αγορητής της ΝΔ, για τον προσδιορισμό των παραδόσεων, όχι μόνο για χοντρική αλλά και για λιανική. Υποστήριξε ότι ανοίγει παράθυρο, για να αλλάξει η κατάσταση και στα άλλα ειδικά καθεστώτα των αγροτών.

«Ένα πράγμα είχε μείνει στους αγρότες, το καταργείτε κι αυτό, αφού βγάζετε τους παραγωγούς των λαϊκών αγορών, από το ειδικό καθεστώς», ανέφερε από πλευράς της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, ο Γιάννης Κουτσούκος, ο οποίος διαφώνησε με το άρθρο 47 και με τις διατάξεις για τον ΕΝΦΙΑ.

Το γεγονός ότι θίγονται οι φτωχοί αγρότες με αυτήν τη διάταξη, που αφορά στις λαϊκές αγορές, υποστήριξε και ο βουλευτής του ΚΚΕ, Γιάννης Δελής.

Σημειώνεται πως υπέρ της αρχής του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών τάχθηκαν, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ενώ ΝΔ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή και Ένωση Κεντρώων επιφυλάχθηκαν να τοποθετηθούν.

Η αναμόρφωση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ αγροτών

Όλοι πλέον οι αγρότες που πουλάνε τα προϊόντα τους σε λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις των προϊόντων τους προς άλλο κράτος μέλος της EE και ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων υπάγονται στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, με όλες τις υποχρεώσεις που προβλέπονται για την τήρηση βιβλίων, την έκδοση αποδείξεων και την κατάθεση περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.

Μέχρι σήμερα η ανωτέρω κατηγορία αγροτών υπαγόταν στο ειδικό καθεστώς (ακόμα και εάν ασκούσαν και άλλη οικονομική δραστηριότητα για την οποία είχαν υποχρέωση να τηρούν βιβλία) και δικαιούνταν επιστροφή φόρου με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή 3%.

Η προαιρετική μετάταξη από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς δεν μπορεί να ανακληθεί πριν την πάροδο τριετίας αντί πενταετίας που ίσχυε.

Επίσης, για παραδόσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούνται προς άλλους αγρότες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς ή προς μη υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα και την αξία των παραδιδόμενων αγαθών ή το είδος και την αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η αξία που αναγράφεται επί του ειδικού στοιχείου λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των ακαθάριστων εσόδων (προκειμένου να υπαχθούν ή μη στο ειδικό καθεστώς).

Αναλυτικότερα, οι εν λόγω ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στο άρθρο 47 του νομοσχεδίου, με το οποίο γίνεται συνολικότερη αναμόρφωση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ αγροτών η οποία σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση περιλαμβάνει τα εξής:

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 17 αντικαθίσταται το άρθρο 41 του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με τον ν. 2859/2000), με σκοπό τη βελτίωση και απλοποίηση του καθεστώτος Φ.Π.Α. αγροτών του ειδικού καθεστώτος και την πλήρη εναρμόνισή του με το κοινοτικό δίκαιο. Η ενέργεια αυτή κρίνεται απαραίτητη, καθώς έχει ξεκινήσει διαδικασία έρευνας παράβασης σε βάρος της χώρας μας, εκ του λόγου ότι οι διατάξεις του άρθρου 41 για επιστροφή ΦΠΑ με συντελεστή 3% στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος για τις πωλήσεις αγροτικών προϊόντων ιδίας παραγωγής που πραγματοποιούν στις λαϊκές αγορές ή από δικό τους κατάστημα ή τα εξάγουν ή τα παραδίδουν σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις το εν λόγω καθεστώς καθίσταται πιο αποτελεσματικό και δίκαιο, καθώς αποκλείονται από το ειδικό καθεστώς αγρότες που από άλλη αιτία υποχρεούνται στη τήρηση βιβλίων και στοιχείων και για την οποία ήδη εντάσσονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς. Επίσης προβλέπεται για πρώτη φορά η υποχρέωση έκδοσης ειδικού στοιχείου για πωλήσεις που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος και σε πρόσωπα μη υποκείμενα στο φόρο, προκειμένου η αξία των εν λόγω πωλήσεων να συμπεριλαμβάνεται στο όριο των 15.000 ευρώ που αποτελεί κριτήριο για την παραμονή στο ειδικό καθεστώς ή την υποχρεωτική ένταξη στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.

Ειδικότερα, οι σημαντικότερες τροποποιήσεις που επέρχονται με την αντικατάσταση του άρθρου 41 είναι οι ακόλουθες:

Ορίζεται ότι στο ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α. υπάγονται οι αγρότες οι οποίοι κατά την προηγούμενο φορολογικό έτος πραγματοποίησαν πωλήσεις αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και παροχές αγροτικών υπηρεσιών, αξίας κατώτερης των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και έλαβαν επιδοτήσεις κατώτερες των πέντε χιλιάδων (5.000). Στον προσδιορισμό του ύψους των παραδόσεων για την ένταξη στο ειδικό ή στο κανονικό καθεστώς θα συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο οι χονδρικές πωλήσεις, όπως ίσχυε μέχρι τώρα, αλλά και οι λιανικές πωλήσεις. Η αλλαγή αυτή θα συντελέσει στην ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ΦΠΑ, αφού για την ένταξη στο κανονικό ή το ειδικό καθεστώς θα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας των παραδόσεων των προϊόντων των αγροτών και των παροχών των υπηρεσιών τους, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του αγοραστή ή του λήπτη (υποκείμενο ή μη πρόσωπο).

Προβλέπεται η έκδοση ειδικού στοιχείου για παραδόσεις αγροτικών προϊόντων ιδίας παραγωγής και για παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιούν οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ προς άλλους αγρότες που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ ή προς μη υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα. Η πρόβλεψη αυτή έγινε, διότι οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος, για τις πωλήσεις που διενεργούν σε ιδιώτες καταναλωτές, δεν έχουν υποχρεώσεις τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων και εν γένει τις υποχρεώσεις που ορίζουν τα ΕΛΠ, καθώς και εξαιτίας του γεγονότος ότι για τις εν λόγω πωλήσεις οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος δεν υποχρεούνται να ενταχθούν στο κανονικό καθεστώς, σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, βάσει των οποίων υφίσταται περιορισμός σχετικά με τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος έκπτωσης των λιανικών πωλήσεων των αγροτών του ειδικού καθεστώτος. Με την ανωτέρω πρόβλεψη επιτυγχάνεται περαιτέρω, η παρακολούθηση του συνόλου των πωλήσεων και παροχών που πραγματοποιούν οι αγρότες σε τελικούς καταναλωτές, γεγονός που θα συμβάλλει στην ενίσχυση της διαφάνειας των συναλλαγών στον αγροτικό τομέα, αλλά και την εξυγίανση του συστήματος επιστροφής ΦΠΑ στους παραγωγούς.

Ορίζονται οι περιορισμοί υπαγωγής στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ αγροτών. Ειδικότερα, οι αγρότες, οι οποίοι μέχρι σήμερα υπάγονταν παράλληλα και στο κανονικό καθεστώς και στο ειδικό του άρθρου 41 ή δεν δικαιούνταν επιστροφής ΦΠΑ του άρθρου 41, λόγω άσκησης και άλλης δραστηριότητας του κανονικού καθεστώτος, χωρίς ωστόσο να υποχρεούνται να είναι ενταγμένοι στο κανονικό καθεστώς και για την αγροτική τους εκμετάλλευση, με τις νέες διατάξεις υπάγονται υποχρεωτικά στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Με την λύση αυτή επιτυγχάνεται ο εξορθολογισμός του συστήματος ΦΠΑ, αφού οι εν λόγω αγρότες θα αντιμετωπίζονται ομοιόμορφα για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους και θα μπορούν να ασκήσουν έκπτωση του φόρου των εισροών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή των αγροτικών τους προϊόντων, κάτι που με βάση το υφιστάμενο καθεστώς δεν μπορούν να πράξουν.

Ορίζεται, τέλος με σαφήνεια ο χρόνος και ο τρόπος μετάταξης από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς και αντίστροφα και ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στις μετατάξεις αυτές.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 προβλέπεται έναρξη της ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ από την 1η Ιανουαρίου 2017, αφενός για να δοθεί εύλογος χρόνος για την προσαρμογή στις νέες τους υποχρεώσεις των αγροτών που με τις προτεινόμενες διατάξεις δεν δικαιούνται να εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, αφετέρου για λόγους μη διατάραξης της εύρυθμης εφαρμογής του ισχύοντος ειδικού καθεστώτος αγροτών έως το τέλος του φορολογικού έτους.