Τουρκικές νάρκες στις ελληνικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων

tourkia-instabul-eksagoges-696x392


Ορατός είναι, όπως όλα δείχνουν, ο κίνδυνος να παραμείνει η Τουρκία και τα επόμενα χρόνια σε «ειδική σχέση» με την ΕΕ, γεγονός που θα έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις στις ελληνικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στη γείτονα χώρα, την ώρα που η τελευταία συνεχίζει να απολαμβάνει προνομιακή πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.

Όπως τονίστηκε στην αρμόδια Επιτροπή Εξωτερικής Πολιτικής και Διπλωματίας της Βουλής την περασμένη Δευτέρα, η στάση του Ερντογάν δημιουργεί πολλαπλά προβλήματα στις δυνατότητες ένταξης της Τουρκίας (δημοκρατικές ελευθερίες, ανθρώπινα δικαιώματα, μεταναστευτικό) και καθιστά αδύναμο το αίτημά της για πλήρη ένταξη, όπως είναι η βούληση της Ελλάδας και της Κύπρου, προκειμένου να αναγκαστεί να εφαρμόσει όρους και κανόνες της ΕΕ.

Ερμαφρόδιτο καθεστώς

Έτσι, αν δεν αλλάξει κάτι, η Άγκυρα θα παραμείνει σε ένα ερμαφρόδιτο καθεστώς, το οποίο εν πολλοίς είναι βολικό για αυτήν, αλλά δυσμενέστατο για τη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, βάσει στοιχείων του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ) αλλά και του Οργανισμού Εξαγωγών της Τουρκίας, εκτιμάται ότι λόγω των τελωνειακών δασμών η Ελλάδα απώλεσε, το 2014, εξαγωγές συνολικού ύψους 167 εκατ. ευρώ, ενώ οι σωρευτικές απώλειες της χώρας μας τη δεκαετία 2004-2013 ανέρχονται στα 1,5 δισ. ευρώ.
Το 1995, τέθηκε σε εφαρμογή η Τελωνειακή Ένωση (ΤΕ) μεταξύ της τότε Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας, στην οποία προβλεπόταν η κατάργηση δασμών και η ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων εμπορευμάτων. Η ΤΕ κάλυπτε κυρίως το εμπόριο στα βιομηχανικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων και των μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων. Η απόφαση της 22 Δεκεμβρίου 1995 (υπ’ αριθμόν 1/95) του Συμβουλίου Σύνδεσης ΕΚ – Τουρκίας, για την εφαρμογή της οριστικής φάσης της Τελωνειακής Ένωσης, άφησε χαραμάδες στη γειτονική χώρα για το θέμα των τελωνειακών δασμών, στο πλαίσιο της δυνατότητας χρόνου εναρμόνισης της Τουρκίας. Εξαιρούνταν έτσι, μεταξύ άλλων, τα πρωτογενή-νωπά αγροτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η Τουρκία να επιβάλει δασμούς σε φέτα, μέλι, ούζο, ξίδι, οπωρολαχανικά και σε ορισμένα αλκοολούχα ποτά, τα οποία θεωρεί πρωτογενή.

Μονόπλευρα οφέλη

Στο πλαίσιο της ΤΕ, τα δύο μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να καταργήσουν τους δασμούς επί των μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων. Η δε Τουρκία ανέλαβε την υποχρέωση να υιοθετήσει το κοινό ευρωπαϊκό δασμολόγιο στα μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα, τα οποία εισάγονται από τρίτες, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρες.

Το 1998, υπογράφηκε διμερής εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας. Η ΕΕ προσέφερε γενική απαλλαγή στην Τουρκία από τους κατ’ αξία δασμούς, εξαιρουμένων κάποιων δασμολογικών ποσοστώσεων. Έτσι, σήμερα, με βάση και την πρόσφατη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας (2014), εφαρμόζονται μηδενικοί δασμοί, στο πλαίσιο του κοινοτικού δασμολογικού καθεστώτος, για τα λεγόμενα «Μάλλον Ευνοούμενα Κράτη», σε μια σειρά τουρκικών αγροτικών προϊόντων. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως το 85% κατά μέσο όρο των τουρκικών αγροτικών προϊόντων εισάγονται χωρίς δασμούς στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την άλλη μεριά, όμως, η Τουρκία εξακολουθεί να επιβάλει μονόπλευρα υψηλούς δασμούς σε ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα, γεγονός που πλήττει την ελληνική παραγωγή.

Κι ενώ μένει στον αέρα το αίτημά της για πλήρη ένταξη, η Τουρκία απολαμβάνει προνόμια, τα οποία έχουν να κάνουν με την προοπτική της ένταξης και συγκεκριμένα με δασμούς, που η ίδια δεν πληρώνει αλλά υποχρεώνονται να πληρώνουν κράτη-μέλη της ΕΕ, όταν εξάγουν σ΄αυτήν. Το χειρότερο είναι πως η Ελλάδα δεν εξάγει απλά στην Τουρκία, αλλά σε πολλές περιπτώσεις η γειτονική χώρα είναι διαμετακομιστικό κέντρο, επομένως επιβαρύνονται με επιπλέον δασμούς, για προώθηση προϊόντων π.χ. αγορά Μέσης Ανατολής κ.ά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ο μέσος όρος δασμών για αγροτικά προϊόντα που εφαρμόζει η Τουρκία, στο πλαίσιο του δασμολογικού καθεστώτος για τα λεγόμενα Μάλλον Ευνοούμενα Κράτη, είναι 41,7%, ενώ αντιθέτως, για την Ευρωπαϊκή Ένωση κυμαίνεται στο 13,9%. Με άλλα λόγια, η Τουρκία εφαρμόζει τριπλάσιους σε ύψος δασμούς από εκείνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τις συμφωνίες, πλήττοντας την ευάλωτη ελληνική οικονομία!