Mε 300 και πλέον γηγενείς ποικιλίες το ελληνικό κρασί παίζει με αβαντάζ στα μεγάλα σαλόνια

 

leonidas-nasiakos-oinopoios2-696x464


Συνέπεια στην ποιότητα, συνέχεια στην τιμολογιακή πολιτική και προσεκτική επιλογή των αγορών-στόχων είναι, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή της Σεμέλη Οινοποιητική ΑΕ, Λεωνίδα Νασιάκο, το τρίπτυχο στο οποίο πρέπει να βασιστεί σήμερα η στρατηγική εξωστρέφειας μιας ελληνικής οινοποιίας.

Συνέντευξη στον Γιάννη Τσατσάκη

Ο γνωστός οινοποιός, μιλώντας στην «ΥΧ»,  υπογραμμίζει ότι το αποτέλεσμα της εξαγωγικής στροφής του κλάδου αποτυπώνεται στην αύξηση της μέσης τιμής πώλησης του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό και εκτιμά ότι οι 300 και πλέον γηγενείς ποικιλίες του εγχώριου αμπελώνα μπορούν να αποδειχθούν στρατηγικό πλεονέκτημα σε μια διεθνή αγορά που χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση νέων οινικών εμπειριών. Προσθέτει, δε, ότι σε καμία περίπτωση η Ελλάδα δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα του ανταγωνισμού με τα φθηνότερα κρασιά άλλων χωρών, αλλά, αντίθετα, να συνεχίσει να χτίζει με επιμονή το δικό της brand name.

Κύριε Νασιάκο, ποιοι λόγοι οδήγησαν τις ελληνικές οινοποιίες να βγουν στις αγορές του εξωτερικού;

Το εξαγωγικό άνοιγμα ήρθε, τρόπον τινά, υποχρεωτικά για όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου λόγω της κρίσης. Ουσιαστικά, αναγκαστήκαμε να βγούμε στο εξωτερικό για να αναζητήσουμε νέες λύσεις και πιο σταθερές αγορές. Και μπορούμε να πούμε ότι, εν μέρει, αυτό το πετύχαμε. Αρχικά, χωρίς να υπάρχει κάτι οργανωμένο, έγινε μια επικοινωνιακή επίθεση από το ελληνικό κρασί σε όλες τις αγορές του εξωτερικού. Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό έφερε ένα θετικό αποτέλεσμα για το σύνολο του κλάδου, έγινε κατανοητό ότι πρέπει να γίνει μια πιο συντονισμένη και συγκροτημένη προσπάθεια. Εκεί πλέον ενώσαμε τις δυνάμεις μας, τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και σε επίπεδο τοπικών συνδέσμων.

Τι αποτελέσματα έχει φέρει αυτή η εξαγωγική στροφή και πώς αποτυπώνεται με αριθμούς;

Aυτό που γνωρίζουμε είναι ότι οι τζίροι δεν έχουν ανέβει εντυπωσιακά, όμως παρατηρούμε μια αύξηση στη μέση τιμή ανά λίτρο. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κρασί βγαίνει προς τα έξω σε υψηλότερες τιμές, άρα σε καλύτερη ποιότητα και, επομένως, με μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα. Πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ ότι, όταν το ελληνικό κρασί βγαίνει στο εξωτερικό σε χαμηλή τιμή, δηλαδή σαν ένα οικονομικό προϊόν, αύριο-μεθαύριο εύκολα μπορεί να «χτυπηθεί» από ένα αντίστοιχα οικονομικό κρασί της Χιλής, της Αργεντινής, της Ιταλίας κ.λπ. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι το ελληνικό κρασί βγαίνει στις ξένες αγορές σε υψηλότερες τιμές, σημαίνει ότι πλέον βγαίνει επώνυμα. Ο καταναλωτής πληρώνει εν γνώση του μια υψηλότερη τιμή, γνωρίζοντας ότι παίρνει ένα ελληνικό κρασί υψηλής ποιότητας.

Τι θέση έχουν οι ελληνικές ποικιλίες σε αυτό το εξαγωγικό «success story»;

Τουλάχιστον το 90% των κρασιών, που εξάγεται σήμερα, είναι ελληνικές ποικιλίες ή μείξεις (blends) ελληνικών με ξένες, κάτι που αποτελεί έναν πιο «ασφαλή» τρόπο για να γνωριστεί ο ξένος καταναλωτής με τις ελληνικές ποικιλίες. Για παράδειγμα, αν βρει το μοσχοφίλερο αναμειγμένο με Sauvignon Βlanc –μια ποικιλία με την οποία είναι ήδη εξοικειωμένος– θα το δοκιμάσει πιο εύκολα.

leonidas-nasiakos-oinopoiosΠρέπει να τονίσουμε εδώ ότι στις ΗΠΑ, αλλά και σε πολλές ακόμα μεγάλες αγορές υπάρχει μια τάση εξερεύνησης και ανακάλυψης νέων ποικιλιών. Για την Ελλάδα που διαθέτει περισσότερες από 300 γηγενείς ποικιλίες αμπέλου, τις οποίες ελάχιστοι γνωρίζουν στο εξωτερικό, αυτή η τάση μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία. Ήδη, βλέπουμε το ελληνικό κρασί να μπαίνει στις λίστες ολοένα και περισσότερων εστιατορίων ανά τον κόσμο.

Ποιες είναι οι πιο δυνατές αγορές για το ελληνικό κρασί αυτήν τη στιγμή και ποιες οι πλέον ανερχόμενες;

Ιστορικά, η μεγαλύτερη αγορά μας ήταν και εξακολουθεί να είναι η Γερμανία, στην οποία βλέπουμε να υλοποιείται η στροφή από το φθηνό και οικονομικό στο πιο ακριβό κρασί. Δεύτερη μεγαλύτερη αγορά για το ελληνικό κρασί είναι οι ΗΠΑ, ενώ από τις πλέον ανερχόμενες ο Καναδάς. Ιδιαίτερης σημασίας, όμως, είναι και εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας, δεδομένου ότι πρόκειται για μια χώρα, η οποία σε πολλές κατηγορίες προϊόντων διαμορφώνει απόψεις και τάσεις. Από εκεί και πέρα, πολύ δυνατές και ανερχόμενες είναι οι αγορές της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας, ενώ προσωπικά είμαι λιγότερο αισιόδοξος για την Κίνα. Αφενός υπάρχει μια διαφορά φιλοσοφίας και λογικής με τον λαό της Κίνας, αφετέρου εκτιμώ ότι δύσκολα οι Κινέζοι θα βάλουν το κρασί στην κουλτούρα τους, αν δεν το παράγουν οι ίδιοι.

«Καμία έκπτωση στην ποιότητα, αναγκαία η σταθερότητα στις τιμές»

Πού πρέπει να εστιάσει την εξαγωγική της στρατηγική σήμερα μια ελληνική οινοποιία;

Οι λέξεις-κλειδί είναι συνέπεια, συνέχεια και καλές τιμές. Κατ’ αρχάς, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνονται εκπτώσεις ή συμβιβασμοί στο θέμα της ποιότητας, γιατί οι αγορές δεν καταλαβαίνουν από τέτοια «σκαμπανεβάσματα». Το ίδιο ισχύει και για τις τιμές. Χρειάζεται μια σταθερή τιμολογιακή πολιτική, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να απορροφήσουμε π.χ. μια αύξηση στην τιμή της πρώτης ύλης. Τέλος, βγαίνοντας σε μια ξένη αγορά, θα πρέπει ο καθένας να ξέρει τι θέλει. Για παράδειγμα, δεν έχει νόημα μια οινοποιητική εταιρεία με παραγωγή 100.000 φιαλών τον χρόνο να προσπαθήσει να «χτυπήσει» μια μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ, θα ήταν αυτοκτονία. Μπορεί, όμως, κάλλιστα να απευθυνθεί σε 10-20 μεγάλα εστιατόρια. Λύσεις και διέξοδοι στην αγορά υπάρχουν για όλους.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια της Σεμέλη Οινοποιητική;

Αυτήν τη στιγμή, οι εξαγωγές μας είναι στο 15% του συνολικού μας τζίρου. Ο στόχος είναι μέσα στην επόμενη πενταετία το ποσοστό να ανέβει στο 30%, κάτι που από μόνο του μπορεί να μην ακούγεται εντυπωσιακό, όμως, πιστέψτε με, απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Ως εταιρεία, θέλουμε το 1/3 του τζίρου μας να προέρχεται από σταθερές αγορές. Εξάλλου, βρισκόμαστε στη διαδικασία πλήρους μετατροπής των αμπελώνων μας σε βιολογικούς, κάτι που θα έχει ολοκληρωθεί σε μία τριετία από τώρα.