Τοπικά Νέα

Γερασμένος ο πληθυσμός της Μεσσηνίας

Το… σήμα κινδύνου έχει ακουστεί εδώ και χρόνια, αλλά φαίνεται ότι το φαινόμενο θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να μπαίνει θέμα συρρίκνωσης του πληθυσμού της Μεσσηνίας.
Με βάση τα στοιχεία από τα ληξιαρχεία της Μεσσηνίας, το 2017 πέθαναν 2.473 και γεννήθηκαν μόλις 1.019. Περισσότερους θανάτους από γεννήσεις είχαμε στη Μεσσηνία και το 2016, καθώς πέθαναν 2.220 άνθρωποι και γεννήθηκαν μόνο 1.065.
Σε περίπτωση που δε ληφθούν δραστικά μέτρα μείωσης του φαινομένου, η Μεσσηνία τα επόμενα χρόνια θα μετατραπεί σε χώρα γερόντων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνικοοικονομική δομή του νομού.
Μάλιστα, σύμφωνα με μελέτες, θεωρείται δεδομένη η μείωση του πληθυσμού στις επόμενες δεκαετίες και προβλέπεται ότι στην Ελλάδα, έπειτα από 35 έτη, θα κατοικούν από 10,4 εκατομμύρια έως 9,5 εκατομμύρια άνθρωποι, ενώ η δημογραφική γήρανση θα είναι διαρκώς αυξανόμενη, καθώς το φαινόμενο, όχι μόνο δεν ανακόπτεται, αλλά βαίνει αυξανόμενο με την πάροδο των ετών.
Τα παραπάνω στοιχεία ήρθαν να συμπληρώσουν καινούργια που είδαν το φως της δημοσιότητας τις προηγούμενες ημέρες. Σύμφωνα με αυτά, η χώρα φαίνεται να «αναγεννάται» με βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι προβλεπόταν, με αποτέλεσμα να κατατάσσεται στην έκτη θέση μεταξύ των πλέον γερασμένων πληθυσμών (σ.σ. στοιχεία ΟΗΕ).
Την τελευταία εξαετία «χάθηκαν» 110.000 γεννήσεις, περισσότερες από αυτές που σημειώνονται κατά τη διάρκεια ενός έτους, όπως επισημάνθηκε κατά τη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που «φεύγουν» είναι περισσότεροι από εκείνους που «έρχονται». Εάν σε αυτή την εξίσωση προστεθεί και ο παράγων brain drain, καθίσταται σαφές ότι η χώρα μετατρέπεται σταδιακά σε μια χώρα γερόντων. Όταν το εργατικό δυναμικό είναι περιορισμένο και το ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνεται από πλειάδα συνταξιούχων, το ισοζύγιο που θα προκύψει δεν μπορεί παρά να είναι αρνητικό.
Κυριότερες αιτίες της γήρανσης του πληθυσμού είναι, πέρα από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, και ο έλεγχος της γονιμότητας που οδηγεί τα ζευγάρια στην τεκνοποίηση σε μεγαλύτερες ηλικίες και με λιγότερα παιδιά. Όπως επισημαίνει (σ.σ. στην «Καθημερινή”) η κα Αλεξάνδρα Τραγάκη, καθηγήτρια στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, το ουσιαστικό πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται στην απουσία πολιτικής, ενώ θα ήταν λάθος να αποδοθεί αυτή η κατάσταση αποκλειστικά και μόνο στην οικονομική κρίση.
«Η ύφεση επιδείνωσε το πρόβλημα, αλλά το πρόβλημα δεν είναι σημερινό», ανέφερε η κ. Τραγάκη και συμπλήρωσε ότι τα τελευταία έξι χρόνια «χάθηκαν» 110.000 γεννήσεις, δηλαδή περισσότερες από τις γεννήσεις ενός έτους.
Τα στοιχεία που προκύπτουν από προσωπική επιστημονική έρευνα της Αλεξάνδρας Τραγάκη, αφορούν στην περίοδο μεταξύ 2010 και 2017. Μάλιστα, η ίδια εξηγεί στην «Κ» ότι από τις 110.000 αυτές γεννήσεις που χάθηκαν, οι μισές περίπου αποδίδονται στη φυσική μετατόπιση της αναπαραγωγικής ηλικίας προς τα πάνω. Αποτελούν, δηλαδή, απώλειες που έτσι κι αλλιώς θα διαπιστώνονταν, αλλά οι υπόλοιπες μισές περίπου σχετίζονται με την οικονομική συγκυρία.

Ανάγκη άμεσων μέτρων
Η κα Τραγάκη έκανε λόγο για «άρνηση του κράτους να λάβει συγκεκριμένες αποφάσεις» και υπογράμμισε ότι η ενίσχυση της γονιμότητας πρέπει να αποτελέσει «στρατηγική επιλογή της χώρας» όπως έχει συμβεί στην Κροατία, στη Σερβία και στη Βουλγαρία τα τελευταία χρόνια ή στη Γαλλία παλαιότερα με την ίδρυση υπουργείων Δημογραφίας ή Οικογένειας.
Όπως επισήμανε η κα Τραγάκη, οι δημογραφικές αλλαγές συντελούνται δύσκολα, ενώ για να φανούν τα αποτελέσματα στην ανάπτυξη και στην οικονομία θα πρέπει να περάσει μία τριακονταετία. Αυτό και μόνο το γεγονός καθιστά απαραίτητη τη λήψη άμεσων μέτρων.

Επιμέλεια: Αντώνης Πετρόγιαννης

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.