Αγροτικά

Θα μειωθούν περαιτέρω οι καλλιεργούμενες εκτάσεις στην Ε.Ε. λόγω της αστικοποίησης, τα επόμενα 13 χρόνια

Οι εκτάσεις που θα χρησιμοποιούνται για γεωργικούς σκοπούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα συνεχίσουν να μειώνονται μέχρι και το 2030, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης αστικοποίησης στην Ευρώπη. Αυτή η πτώση δεν θα σταματήσει την αυξημένη παραγωγή ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, κατά την ίδια περίοδο (2018-2030), σύμφωνα με έκθεση για την ευρωπαϊκή γεωργία που δημοσιεύτηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2017.

Πιο συγκεκριμένα, οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για γεωργικούς και κτηνοτροφικούς σκοπούς θα μειωθούν από τα σημερινά επίπεδα των 176 εκατ. εκταρίων (1 εκτάριο=10 στρέμματα) στα 172 εκατ. εκτάρια, με μία αντίστοιχη πτώση στις καλλιεργούμενες εκτάσεις από 106,5 εκατ. εκτάρια σήμερα σε 104 εκατ. εκτάρια το 2030.

Η εξέλιξη της χρήσης της γεωργικής γης στην Ε.Ε. (σε εκατ. εκτάρια)

Η έκθεση, επίσης, εξετάζει και την πορεία ορισμένων μεγάλων καλλιεργειών στην Ευρώπη. Για παράδειγμα, η ευρωπαϊκή κατανάλωση ζάχαρης επηρεάζεται από τη στροφή των καταναλωτών προς τα πιο φυσικά, φιλοπεριβαλλοντικά και υγιεινά τρόφιμα. Κατά την περίοδο 2017-2030 η μείωση της κατανάλωσης ζάχαρης στην Ευρώπη εκτιμάται περίπου στο 5%, από 18,5 εκατ. τόνους το 2017 σε 17,5 εκατ. τόνους το 2030.

Παρ’ όλ’ αυτά, η πρόσφατη λήξη των ποσοστώσεων στη ζάχαρη θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής ζάχαρης σε όλη την Ε.Ε. κατά 12% μέχρι το 2030, σε σχέση με τη μέση παραγωγή των τελευταίων πέντε ετών, που σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι παραγωγοί θα αναζητήσουν νέες αγορές για να εξάγουν το προϊόν τους.

Η ευρωπαϊκή παραγωγή δημητριακών θα συνεχίσει την ανοδική της πορεία, από 301 εκατ. τόνους το 2017 σε 341 εκατ. τόνους το 2030, κυρίως καθοδηγούμενη από τη ζήτηση για ζωοτροφή και ιδιαίτερα για καλαμπόκι. Η ζήτηση για δημητριακά στην Ε.Ε. θα αυξηθεί κατά 10% μέχρι το 2030, σε σύγκριση με το μέσο όρο της πενταετίας 2012-2017, από 283,5 εκατ. τόνους το 2017 σε 308,5 εκατ. τόνους το 2030.

Η έκθεση προβλέπει επίσης καλές επιδόσεις για τα δημητριακά της ΕΕ στις εξαγωγικές αγορές, με τις πωλήσεις να αυξάνονται κατά 35% σε σύγκριση με το μέσο όρο των τελευταίων πέντε ετών από 38 εκατ. τόνους το 2017 σε 52,8 εκατ. τόνους το 2030. Οι τιμές των δημητριακών στην ΕΕ αναμένεται να παραμείνουν χαμηλές για τα επόμενα χρόνια, με άφθονα αποθέματα και χαμηλό κόστος ενέργειας και εισροών. Ωστόσο, οι καιρικές συνθήκες ενδέχεται να επηρεάσουν τις τιμές στο μέλλον.Πρωτεϊνούχες καλλιέργειεςΟι πρωτεϊνούχες καλλιέργειες πρόσφατα παρουσίασαν έντονη ανάκαμψη, με παραγωγή ρεκόρ το 2017/18, με τη βοήθεια ευνοϊκών πολιτικών (για παράδειγμα, οι κανόνες της ΕΕ για το «πρασίνισμα») και την ισχυρή ζήτηση πρωτεϊνών από την κτηνοτροφία τόσο για τη συμβατική όσο και για τη βιολογική παραγωγή. Η ζήτηση των καταναλωτών για προϊόντα που προέρχονται από ζώα που δεν τρέφονται με γενετικώς τροποποιημένες ζωοτροφές συνεχίζει να αυξάνεται και αυτό θα ωφελήσει μελλοντικά τον τομέα των πρωτεϊνούχων καλλιεργειών της ΕΕ. Η έκθεση ωστόσο αναμένει επιβράδυνση της αύξησης των στρεμμάτων που καλλιεργούνται με πρωτεϊνούχες καλλιέργειες, κυρίως ως αποτέλεσμα των χαμηλότερων τιμών των ζωοτροφών και του υψηλότερου κόστους των εισροών.

Οι ελαιούχοι σπόροι επηρεάζονται από την ύφεση των βιοκαυσίμων

Σημαντικό μερίδιο των καλλιεργειών ελαιούχων σπόρων που καλλιεργούνται στην ΕΕ (ιδίως ελαιοκράμβης) χρησιμοποιείται στην αγορά βιοκαυσίμων και η μείωση της ζήτησης φυτικών ελαίων για χρήση στα βιοκαύσιμα αναμένεται να επηρεάσει τη συνολική αγορά. Η έκθεση επισημαίνει ότι η παραγωγή παραμένει στενά συνδεδεμένη με τη συνολική πολιτική της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα και τις ευρύτερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Δεδομένου ότι αυτή η πολιτική αναθεωρείται επί του παρόντος, είναι δύσκολο να προβλεφθεί με βεβαιότητα πώς θα αναπτυχθεί η αγορά και, κατά συνέπεια, οι προβλέψεις γίνονται με βάση τη μη τροποποίηση της τρέχουσας πολιτικής μετά το 2020. Η τρέχουσα κινητήρια δύναμη των βιοκαυσίμων στην ΕΕ είναι η χρήση τους στις οδικές μεταφορές και η έκθεση προοπτικών προβλέπει τη μείωση της χρήσης βιοκαυσίμων σε συνάρτηση με τη μείωση της χρήσης τόσο της βενζίνης όσο και του ντίζελ ως καυσίμων για τις μεταφορές. Συνεπώς, οι πωλήσεις βιοκαυσίμων αναμένεται να μειωθούν από 15,1 εκατομμύρια τόνους το 2017 σε 13,5 εκατομμύρια τόνους το 2030, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής βιοκαυσίμων από 14,3 εκατομμύρια τόνους το 2017 σε 13,1 εκατομμύρια τόνους το 2030 μετά από χρόνια σχετικής σταθερότητας. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή ελαιοκράμβης ενδέχεται να μειωθεί από 22,3 εκατομμύρια τόνους το 2017 σε 20,7 εκατομμύρια το 2030.

Ολόκληρη η έκθεση (στα αγγλικά) εδώ

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.