Στον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας οι ελληνικές τράπεζες

 

ekt-trapezes-708


Στον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας υπάγονται πλέον οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες η Ευρωπαϊκή Κεντρικη Τράπεζα έκανε δεκτό το αίτημα της Τράπεζας της Ελλάδας.

Αυτό είναι και το πρώτο… κομμάτι από την κρίσιμη συνεδρίαση της ΕΚΤ, καθώς, το βασικού μενού είναι αναμφίβολα το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων για το οποίο αναμένονται ανακοινώσεις την Πέμπτη.

Τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι το πράσινο φως δόθηκε για δύο εβδομάδες και θα επανεξεταστεί στην επόμενη συνεδρίαση .

Αν και το ύψος της προληπτικής χρηματοδότησης που ζήτησε ο Γιάννης Στουρνάρας είναι… επτασφράγιστο μυστικό, οι εκτιμήσεις υψηλόβαθμου τραπεζίτη είναι ότι η «ομπρέλα» ρευστότητας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 40 ή 50 δισ ευρώ, ασχέτως του ποια θα είναι τα κεφάλαια που τελικά θα αντλήσουν οι τράπεζες.

Ποιοι είναι οι κανονισμοί του ELA

Ποιοι είναι, όμως, οι κανονισμοί του Έκτακτου Μηχανισμού και κυρίως τι στοιχεία πρέπει να παρέχει η Τράπεζα της Ελλάδας; Κατ’ αρχήν η έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα παρέχεται με ευθύνη της ενδιαφερόμενης Εθνικής Κεντρικής Τράπεζας κι αυτό σημαίνει ότι αναλαμβάνει το κόστος και τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από την παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα.

Εντούτοις, βάσει του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Καταστατικό του ΕΣΚΤ) ανατίθεται στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ η αρμοδιότητα περιστολής των πράξεων παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα, εφόσον το Διοικητικό

Συμβούλιο αποφανθεί ότι οι εν λόγω πράξεις παρακωλύουν τους στόχους και τα καθήκοντα του Ευρωσυστήματος και γι’ αυτό η αιτούμενη Κεντρική Τράπεζα πρέπει να παρέχει τα εξής στοιχεία:

  1. τον αντισυμβαλλόμενο προς τον οποίο χορηγήθηκε ή πρόκειται να χορηγηθεί έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα
  2. την ημερομηνία αξίας και την ημερομηνία λήξης της έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα που χορηγήθηκε ή που πρόκειται να χορηγηθεί
  3. το ποσό της έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα που χορηγήθηκε ή που πρόκειται να χορηγηθεί
  4. το νόμισμα στο οποίο χορηγήθηκε ή πρόκειται να χορηγηθεί έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα
  5. τις εξασφαλίσεις/εγγυήσεις έναντι των οποίων χορηγήθηκε ή πρόκειται να χορηγηθεί έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα, συμπεριλαμβανομένων της αποτίμησης των παρεχόμενων εξασφαλίσεων και τυχόν περικοπών αποτίμησης που εφαρμόζονται σε αυτές, και, όπου κρίνεται σκόπιμο, λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις παρεχόμενες εγγυήσεις και τους όρους τυχόν συμβατικών διασφαλίσεων
  6. το επιτόκιο που θα καταβληθεί από τον αντισυμβαλλόμενο επί του ποσού της έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα που χορηγήθηκε ή που πρόκειται να χορηγηθεί
  7. τους ειδικούς λόγους για τους οποίους χορηγήθηκε ή πρόκειται να χορηγηθεί έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα (π.χ. κάλυψη διαφορών αποτίμησης, εκροές καταθέσεων κ.λπ.)
  8. τη βραχυμεσοπρόθεσμη αξιολόγηση εκ μέρους του φορέα προληπτικής εποπτείας σχετικά με την κατάσταση ρευστότητας και τον βαθμό φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος που λαμβάνει την έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να εξαχθούν θετικά συμπεράσματα όσον αφορά τη φερεγγυότητά του
  9. όπου κρίνεται σκόπιμο, μια αξιολόγηση των διασυνοριακών προεκτάσεων ή/και των πιθανών συστημικών επιδράσεων της κατάστασης που επέβαλε/επιβάλλει την παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες πρέπει να ενημερώνονται σε καθημερινή βάση, σε περίπτωση μεταβολής τους σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και εφόσον κρίνεται σκόπιμο, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από την αντίστοιχη Εθνική Κεντρική Τράπεζα ή να διευρύνει τις απαιτήσεις υποβολής πληροφοριών/στοιχείων ή/και να τις καταστήσει πιο αυστηρές.

Σημειωτέον ότι σε περίπτωση που το συνολικό ποσό των σχεδιαζόμενων πράξεων έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα προς συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή προς συγκεκριμένο όμιλο χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπερβαίνει το όριο των 2 δισεκ. ευρώ, το Διοικητικό Συμβούλιο εξετάζει κατά πόσον η διενέργεια των εν λόγω πράξεων θέτει κίνδυνο παρακώλυσης των στόχων και των καθηκόντων του Ευρωσυστήματος.