Στον αέρα οι ελεύθεροι επαγγελματίες με τις ασάφειες του ασφαλιστικού νόμου

1_62


Ανασφάλεια και πονοκέφαλο εξακολουθεί να προκαλεί σε χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες, επιχειρηματίες αλλά και λογιστές η κωλυσιεργία του υπουργείου Εργασίας στην έκδοση διευκρινιστικών εγκυκλίων για έναν ασφαλιστικό νόμο, τον 4387/2016, που ψηφίστηκε πριν από ένα χρόνο και ήδη, ξεκίνησε και το… ξήλωμά του (νόμος 4472/2017).

Στον αέρα βρίσκονται για παράδειγμα, χιλιάδες επαγγελματίες, μισθωτοί ή ακόμη και άνεργοι που κάποια στιγμή από το 2015 και μετά έλαβαν αμοιβή με απόδειξη δαπανών (τίτλο κτήσης). Κανείς στα φοροτεχνικά γραφεία δεν γνωρίζει επίσης, τι θα ισχύσει για τις αμοιβές διαχειριστών ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων ή εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, παρότι διανύουμε ήδη τον έκτο μήνα του έτους.

Ειδικά για το θέμα των αποδείξεων δαπάνης, χιλιάδες επαγγελματίες αγωνιούν, καθώς δεν γνωρίζουν ακόμη το πώς θα αντιμετωπιστούν ασφαλιστικά, τα εισοδήματα που έλαβαν για κάποια περιστασιακή απασχόληση.

Σύμφωνα με τον νόμο Κατρούγκαλου αλλά και την εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας, θα πρέπει να καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά βάσει του άρθρου 39 για εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει πως οι αμοιβές που λαμβάνει κάποιος με αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης (τίτλους κτήσης) θα αποτελούν βάση υπολογισμού για την καταβολή εισφορών αντίστοιχων αυτών που πληρώνουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Μάλιστα, στα γραφεία του πρώην ΟΑΕΕ παρατηρείται το εξής παράδοξο: όσοι κάνουν έναρξη επαγγέλματος καταθέτουν εκκαθαριστικά σημειώματα 5 ετών προκειμένου να εγγραφούν στο μητρώο. Σε περίπτωση που κατά το διάστημα αυτό διαπιστωθεί σταθερό εισόδημα ακόμη και από τίτλους κτήσης, χάνουν το επιχείρημα της περιστασιακής απασχόλησης και καλούνται να πληρώσουν αναδρομικά, εισφορές έως και 5 ετών.

Από το υπουργείο Εργασίας έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα εξαιρεθεί κανένας ελεύθερος επαγγελματίας εφόσον έχει εισόδημα από επαγγελματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το ποσό που εισπράττει μέσω απόδειξης δαπάνης. Μάλιστα, έχει προαναγγελθεί η σύσταση ειδικής επιτροπής για το θέμα. Βέβαια, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει στην «Κ» ο λογιστής – φοροτεχνικός Νίκος Φραγκιαδάκης, ακόμη δεν έχουν δοθεί αναλυτικές οδηγίες ούτε για το πώς θα υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που κάποιος είναι μισθωτός και παράλληλα αποκτά εισόδημα με απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης, θα καταβάλει εισφορές για τη μισθωτή εργασία σύμφωνα με το άρθρο 38 και για την αμοιβή με την απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης σύμφωνα με το άρθρο 39 με την επιφύλαξη του τι ορίζει ο νόμος για το ανώτατο πλαφόν.

Σε περίπτωση, όμως, που κάποιος δεν έχει καμία ιδιότητα και απλά παρέχει άπαξ μια υπηρεσία η οποία αμείβεται με απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης, θα πρέπει να διευκρινιστεί πώς θα ασφαλιστεί η συγκεκριμένη ιδιότητα και ποια θα είναι η βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών. Μάλιστα, ο κ. Φραγκιαδάκης εκτιμά ότι θα ήταν πιο εύχρηστο και πιο λειτουργικό οι συγκεκριμένοι κατά κύριο λόγο περιστασιακά εργαζόμενοι να ασφαλίζονται με εργόσημο.

Ενα θέμα που απασχολεί επίσης τις επιχειρήσεις είναι τι θα ισχύσει τελικά με τις αμοιβές διαχειριστών Ο.Ε., Ε.Ε., και ΕΠΕ, δεδομένου ότι ο νόμος αλλά και όλες οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι που έχουν εκδοθεί δεν προβλέπουν κάτι γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Για τις ανώνυμες εταιρείες για παράδειγμα, οι αμοιβές των μελών του διοικητικού συμβουλίου εξομοιώνονται με μισθωτές υπηρεσίες και ασφαλίζονται βάσει του άρθρου 38, με συνολικές εισφορές 34,10%. Για τους διαχειριστές ΙΚΕ είναι επίσης ξεκάθαρο ότι είναι πρόσωπα υπαγόμενα στην ασφάλιση βάσει του άρθρου 39 (ελεύθεροι επαγγελματίες) και καταβάλλουν εισφορές για τις αμοιβές που λαμβάνουν. Για τις Ο.Ε., Ε.Ε. και ΕΠΕ όλα είναι στον αέρα.

Ετσι, έστω μία Ο.Ε. με δύο μέλη (50% ο καθένας) και συνδιαχειριστές. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο κ. Φραγκιαδάκης, εάν η Ο.Ε. για το 2016 παρουσιάσει κέρδη 100.000 ευρώ, τότε η βάση υπολογισμού για το κάθε μέλος είναι το γινόμενο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ποσοστού συμμετοχής του κάθε μέλους με τα κέρδη της εταιρείας. Αρα, εισόδημα 50.000 ευρώ για κάθε μέλος, που αντιστοιχεί σε εισφορές 13.595 ευρώ το έτος, για το κάθε μέλος. Αν όμως και τα δύο μέλη με την ιδιότητά τους ως διαχειριστές λάβουν αμοιβή διαχείρισης από 45.000 ευρώ, τότε μένουν κέρδη μόλις 5.000 για το κάθε μέλος, το οποίο θα κληθεί να καταβάλλει εισφορές μόλις 167,95 τον μήνα. Και αυτό το θέμα πρέπει να διευκρινιστεί άμεσα για να μη βρεθούν και οι επιχειρηματίες αλλά και οι λογιστές προ εκπλήξεως.

Πηγή: kathimerini