Επαναστατικές τεχνολογίες που απέτυχαν παταγωδώς

 

004D42F82BE54034EEA65BDE60CAEB70


Ιστορίες εμπορικής αποτυχίας από το τεχνολογικό χρονοντούλαπο

Ο κόσμος της τεχνολογίας των τελευταίων δεκαετιών, έχει γίνει συχνά μάρτυρας νέων, καινοτόμων προϊόντων που έρχονται με βλέψεις να αλλάξουν τα δεδομένα. Τα smartphones, τα tablets και τα blu-ray είναι μόνο λίγα από τα προϊόντα που ήρθαν πριν μερικά χρόνια και σήμερα έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να μας έχουν γίνει απαραίτητα.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η τεχνολογική κοινότητα έχει γίνει ουκ ολίγες φορές μάρτυρας καινοτόμων τεχνολογικών προϊόντων που ήρθαν με πολλές τυμπανοκρουσίες και τελικά απέτυχαν να εδραιωθούν παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των δημιουργών τους.

Ας δούμε ορισμένα προϊόντα τεχνολογίας που φιλοδοξούσαν να φέρουν επανάσταση, αλλά απέτυχαν παταγωδώς…

Intellivision

Το Intellivision ήταν μια οικιακή βιντεοκονσόλα που λάνσαρε η Mattel το μακρινό 1979. Η ανάπτυξή του ξεκίνησε σε λιγότερο από ένα χρόνο από την κυκλοφορία του βασικού ανταγωνιστή του, που άκουγε στο όνομα Atari 2600. Η συσκευή είχε γραφικά και ήχο κατά πολύ ανώτερα του 2600 και αυτό ήταν μόνο η αρχή των καινοτομιών που κόμιζε. Στην πραγματικότητα, ήταν η πρώτη παιχνιδοκονσόλα 16-bit, η πρώτη με σύνθεση φωνής, αλλά και η πρώτη που έδινε τη δυνατότητα κατεβάσματος παιχνιδιών.

Ωστόσο, η φτωχή προώθησή της σε συνδυασμό με τον κακό, μη-εργονομικό σχεδιασμό του χειριστηρίου 16 κατευθύνσεων, οδήγησε σε μόλις 3 εκατ. πωλήσεις κονσολών. Ακόμη και αν ο αριθμός αυτός δεν ακούγεται μικρός, αρκεί κάποιος να σκεφτεί ότι το αντίπαλον δέος της Atari πούλησε δεκαπλάσιο αριθμό κονσολών.

Laserdisc

Τα DVD μπορεί να ήταν ο διάδοχος των βιντεοκασετών, πόσοι όμως θυμούνται ότι το 1978 το πρώτο ψηφιακό φορμά βίντεο που βγήκε στην αγορά ήταν το Laserdisc ή αλλιώς «DiscoVision»; Βγήκε στην αγορά μόλις 2 χρόνια μετά την εμφάνιση των βιντεοκασετών, προσφέροντας ποιότητα εικόνας και ήχου κατά πολύ ανώτερη οποιουδήποτε VCR. Στην τεχνολογία αυτή βασίστηκαν μάλιστα τα CD.

Το Laserdisc παρείχε απίστευτα καθαρή εικόνα και ψηφιακό ήχο surround. Από την άλλη, όμως, οι δίσκοι είχαν σημαντικό βάρος και εύκολα μπορούσαν να καταστραφούν. Επιπλέον, οι συσκευές αναπαραγωγής ήταν αρκετά πιο θορυβώδεις από τα VCR. Δεν προσέφεραν δυνατότητες εγγραφής και τόσο οι δίσκοι, όσο και οι συσκευές αναπαραγωγής, ήταν πανάκριβοι. Έτσι, τα VCR κυριάρχησαν μεγαλοπρεπώς μέχρι την άφιξη των DVD, που ήταν ένα είδος mini Laserdisc.

Cinerama

Το πρώτο σύστημα κινηματογραφικής προβολής ευρείας οθόνης άκουγε στο όνομα Cinerama και έκανε το IMAX να φαντάζει απλά αστείο. Η προβολή μιας ταινίας σε Cinerama σήμαινε ότι τρεις συγχρονισμένοι 35mm προβολείς, θα έστελναν ταυτόχρονα εικόνα σε μια γιγαντιαία κυρτή οθόνη. Αν και απαιτούσε την παρουσία ενός (ή και τριών) άριστα εκπαιδευμένων τεχνικών, το αποτέλεσμα ήταν μια οπτική πανδαισία που ξεπερνούσε κατά πολύ οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη μέθοδο.

Ωστόσο, η ταυτόχρονη προβολή τριών φιλμ με άριστο συγχρονισμό ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς δεν υπήρχε οποιουδήποτε είδους αυτοματισμός. Επιπλέον, ελάχιστες αίθουσες ήταν πρόθυμες να προχωρήσουν στις υποχρεωτικές και ακριβές τροποποιήσεις που απαιτούσε το Cinerama. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, μόλις μερικές δεκάδες φιλμ να το χρησιμοποιήσουν.

Betamax

Ο πόλεμος μεταξύ του Beta και του VHS έχει γίνει πλέον θρύλος στην τεχνολογική κοινότητα. Το φορμά που πρότεινε η Sony ήταν κατά πολλούς ανώτερο του αντίπαλου δέους, καθώς προσέφερε πολύ μικρότερες και πιο ανθεκτικές κασέτες και καλύτερη ανάλυση από το VHS της JVC. Μάλιστα, το Betamax νίκησε το VHS στην αγορά της Αμερικής και της Ιαπωνίας για πάνω από ένα χρόνο.

Τι πήγε λάθος λοιπόν και το Beta πέρασε στη λήθη; Βασικά, η Sony παρεξήγησε την αγορά του οικιακού βίντεο με διάφορους τρόπους, αλλά ο πιο σημαντικός λόγος της αποτυχία ήταν η απροθυμία της εταιρείας να παραχωρήσει άδειες της τεχνολογίας της. Η JVC από την άλλη δεν είχε κανένα πρόβλημα να επιτρέψει την αντιγραφή του VHS από διάφορες εταιρείες οι οποίες πουλούσαν συμβατά μηχανήματα, τα οποία μάλιστα ήταν σημαντικά φτηνότερα από το Betamax. Επιπλέον, τα μηχανήματα Betamax μπορούσαν να γράψουν υλικό μόλις 60 λεπτών, σε αντίθεση με τις 3 ώρες που προσέφερε το VHS.

Τετραφωνικός ήχος ή αλλιώς 4.0

Το σύστημα του Quad θα μπορούσε να αποδοθεί και σαν 4.0, με σημερινούς όρους. Λανσαρίστηκε το 1971 προκειμένου να αναπαράγει την εμπειρία του ζωντανού ήχου από κοινά ηχεία. Τη χρονιά εκείνη εμφανίστηκαν στην αγορά των ΗΠΑ αρκετά τετραφωνικά βινύλια με διαφορετικά και ασύμβατα μεταξύ τους φορμά. Το αποτέλεσμα του «τρισδιάστατου ήχου» σε ένα σωστά στημένο σύστημα ήταν πράγματι εντυπωσιακό.

Ωστόσο, καθώς υπήρχαν πολυάριθμοι τρόπο για την παραγωγή τετραφωνικού ήχου, ποτέ δεν συμφωνήθηκε η καθιέρωση ενός και μόνου φορμά. Από την άλλη, το Dolby surround, που είναι ανάλογο με τον τετραφωνικό ήχο, τυποποιήθηκε και εξαφάνισε σύντομα το προηγούμενο σύστημα. Βέβαια, το Dolby surround χρησιμοποιείται κυρίως σε ταινίες, καθώς για την ακρόαση μουσικής οι περισσότεροι προτιμούν το παραδοσιακό στερεοφωνικό σύστημα.

Οι κωδικοί QR

Οι κωδικοί QR εμφανίστηκαν ευρέως, αμέσως μετά την κυκλοφορία των smartphones και εξακολουθούμε να τα βλέπουμε γύρω μας, όμως η χρήση τους σε καμία περίπτωση δεν έχει καθιερωθεί. Λειτουργούν σαν barcodes, ωστόσο περιέχουν πολλές περισσότερες πληροφορίες. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκαν για τον εντοπισμό τμημάτων κατά την κατασκευή αυτοκινήτων και κατόπιν αγκαλιάστηκαν από τους διαφημιστές.

Το βασικό όμως πρόβλημα ήταν ότι σχεδόν κανείς δε γνώριζε πώς να τα χρησιμοποιήσει. Έρευνα έδειξε ότι περίπου το 80% φοιτητών πανεπιστημίου, που αποτελούν μια από τις πιο τεχνολογικά εξοικειωμένες ομάδες, δε γνώριζαν τι πρέπει να κάνουν με έναν κωδικό QR, δηλαδή να κατεβάσουν μια εφαρμογή και να τον «σκανάρουν» φωτογραφίζοντας τον με το smartphone τους.

Ωστόσο, ακόμη και αν κάνουμε όσα χρειάζονται, αυτό που συνήθως βλέπουμε είναι επιπλέον διαφημιστικό υλικό…

Το σύστημα DAT

Το σύστημα DAT εισήχθη το 1987 και επρόκειτο για απίστευτα μικρές κασέτες που μπορούσαν να εγγράψουν ψηφιακό ήχο στο επίπεδο των CD ή ακόμη και καλύτερο. Στόχος τους ήταν να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές κασέτες, όντας κατά πολύ ανώτερες, ανθεκτικότερες και φορητές από τα γνωστά CD. Επιπλέον, είχαν τη δυνατότητα δειγματοληψίας 16-bit. Ωστόσο, η αποτυχία δεν άργησε να έρθει.

Αυτό οφείλονταν κυρίως σε ανησυχίες που υπήρχαν για ενδεχόμενη πειρατεία. Η μουσική βιομηχανία ανησυχούσε πως η πειρατεία θα εκτινάσσονταν με τη βοήθεια ενός μέσου εγγραφής υψηλής πιστότητας και έτσι το DAT κυριολεκτικά «θάφτηκε» για να μη φτάσει στους οικιακούς καταναλωτές. Αυτό βέβαια γύρισε μπούμερανκ στη βιομηχανία, καθώς με το θάψιμο του DAT άνοιξε ο δρόμο για όλα τα ψηφιακά φορμά όπως το mp3 που έκανε την πειρατεία απείρως ευκολότερη!

DIVX

Το DIVX ξεκίνησε μετά πολλών τυμπανοκρουσιών προκειμένου να φέρει ένα από τα μεγαλύτερα τεχνολογικά άλματα. Η καινοτομία του ήταν η δυνατότητα να παρέχει στους καταναλωτές έναν τρόπο ψηφιακής ενοικίασης ταινιών. Αυτό που σήμερα έχει γίνει κοινός τόπος μέσα από πλατφόρμες όπως το Netfilx, εγκαινιάστηκε το ’90 από το DIVX, δίχως όμως επιτυχία.

Η ιδέα του DIVX που ξεκίνησε από τη σύμπραξη εταιρειών ψυχαγωγίας του Λος Άντζελες και τη μεγαλύτερη αλυσίδα ηλεκτρικών ειδών στις ΗΠΑ, τα Circuit City Stores, βασίζονταν στην εξής ιδέα: ο καταναλωτής θα νοίκιαζε ένα δίσκο, θα έβλεπε την ταινία για 2 μέρες και μετά θα τον πέταγε. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ήταν κάτι σαν το DVD χωρίς όλες τις δυνατότητες που αυτό έδινε, ενώ ταυτόχρονα απαιτούνταν ένα ξεχωριστό σύστημα αναπαραγωγής που οι χρήστες έπρεπε να αγοράσουν. Την ίδια στιγμή, η βιομηχανία ενοικίασης το πολέμησε με νύχια και με δόντια.

Έτσι, τα χρόνια που ακολούθησαν, εμφανίστηκαν εταιρείες όπως το Netflix, για να κάνουν εξαιρετικά απλή την ψηφιακή ενοικίαση και το DIVX πέρασε στο χρονοντούλαπο της τεχνολογικής ιστορίας, καθώς βγήκε στην αγορά για μόλις 2 χρόνια, το 1998 και το 1999.