Αθώος ο Γεωργιανός για τη δολοφονία του αρχιμανδρίτη στη Χώρα Μεσσηνίας

 

76c19abee7ad16d0ca6ebdbe12c7d0b8_L


Αθώο έκρινε τον 24χρονο Γεωργιανό για τη δολοφονία του αρχιμανδρίτη Φώτη Ζαχαρόπουλου στη Χώρα Μεσσηνίας το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καλαμάτας.

Το δικαστήριο, ύστερα από πολύωρη διάσκεψη, ομόφωνα (3 τακτικοί δικαστές και 4 ένορκοι) έκρινε τον 25χρονο αθώο. Ο Γεωργιανός είχε κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία, ληστεία τελεσθείσα κατά συναυτουργία με ιδιαίτερη σκληρότητα και οπλοφορία – οπλοχρησία από κοινού. Με δάκρυα χαράς και κάνοντας ασταμάτητα το σταυρό του, δέχθηκε χθες, λίγο μετά τις 11.00 το βράδυ, την αθωωτική για αυτόν απόφαση ο 25χρονος Γεωργιανός που είχε κατηγορηθεί για την άγρια δολοφονία του 54χρονου αρχιμανδρίτη Φεβρουάριο του 2014 στη Χώρα του Δήμου Πύλου – Νέστορος.

 

Όπως αναφέρει η εφημερίδα «Ελευθερία» σε δημοσίευμα της, ο εισαγγελέας απέδιδε το έγκλημα σε οικονομικά κίνητρα, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος και ο ανήλικος Χωραΐτης ήταν αποφασισμένοι να ληστέψουν και να σκοτώσουν τον 54χρονο αρχιμανδρίτη Φώτη Ζαχαρόπουλο, εξασφαλίζοντας έτσι τη σιωπή του. Ξεκινώντας την αγόρευσή του, παρατήρησε ότι το θύμα ήταν το κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη δίκη – και αναρωτήθηκε γιατί οι σεξουαλικές προτιμήσεις του αρχιμανδρίτη αξιοποιήθηκαν ως υπερασπιστικό στοιχείο, εφόσον ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία.

Ο Γεωργιανός κατηγορούμενος στην απολογία του αρνήθηκε τα πάντα. Ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί κατασκεύασαν την ομολογία του γιατί έψαχναν για τον δεύτερο ένοχο – ενώ και ο ανακριτής Κυπαρισσίας δεν κάλεσε τον Ρουμάνο τον οποίο επικαλέστηκε ως άλλοθί του. Οπως υποστήριξε συγκεκριμένα ο Γεωργιανός, τις ώρες που κατηγορείται ότι σκότωσε μαζί με τον ανήλικο Χωραΐτη τον αρχιμανδρίτη, ο ίδιος και ο Ρουμάνος έκαναν τη βόλτα τους στην Πύλο.

Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ 
Ο  κατηγορούμενος  ανέφερε στην  απολογία  του  ότι  το  Σάββατο 15 Φεβρουαρίου που έγινε η άγρια δολοφονία  είχε  πάει  στο  σπίτι  της θείας  του  για  φαγητό.  Το  σπίτι  των συγγενών  του  απέχει  150  μέτρα από  αυτό  του  αρχιμανδρίτη,  και σύμφωνα  με  όσα  υποστήριξε  ο κατηγορούμενος,  οι  αστυνομικοί θεώρησαν  ύποπτο  το  ότι  κάποιοι είδαν  εκεί  κοντά  παρκαρισμένο  το αυτοκίνητό  του.  Ηταν  γύρω  στις  6 το  απόγευμα  όταν  -όπως  κατέθεσε-  τηλεφωνήθηκε με τον Ρουμάνο με  τον  οποίο  επικαλείτο  ότι  πήγαν μαζί  στην  Πύλο,  και  λίγο  μετά  τις  7 συναντήθηκαν  κοντά στην πλατεία της  Χώρας  και  ξεκίνησαν  για  τη βόλτα  τους.  Στην  Πύλο,  σύμφωνα πάντα  με  όσα  υποστήριξε  ο  Γεωργιανός  χθες  στην  απολογία  του, έκαναν  βόλτα και έφαγαν, ενώ γύρισαν  πίσω στη Χώρα μετά τις 9.30 το βράδυ. Ο  κατηγορούμενος  αρνήθηκε κατηγορηματικά  ότι  συνάντησε  το Σάββατο  του  φόνου  τον  ανήλικο Χωραΐτη  στην  πλατεία,  και  ισχυρίστηκε  πως  ό,τι  γράφουν  οι  αστυνομικοί  είναι  ψέματα.  Πάντως  ό,τι κατέθεσε  χθες  στο  δικαστήριο  το είχε  καταθέσει  και  στον  ανακριτή Κυπαρισσίας  όπου  είχε  προτείνει για  μάρτυρα το Ρουμάνο – ο οποίος ωστόσο χθες εμφανίστηκε για πρώτη  φορά και επιβεβαίωσε το άλλοθι του  κατηγορούμενου.  Δηλαδή,  ότι ήταν  μαζί  στην  Πύλο  την  ώρα  που ο  Γεωργιανός  κατηγορείτο  ότι  δολοφονούσε  με  αγριότητα  τον  αρχιμανδρίτη. Με  τον  ανήλικο  Χωραΐτη  ο  κατηγορούμενος  είπε  ότι  δεν  έκανε παρέα,  αλλά  έλεγαν  ένα  «γεια» όποτε  συναντιούνταν,  όπως  και  με τον  αρχιμανδρίτη,  με  τον  οποίο επίσης  ισχυρίστηκε  ότι  δεν  είχε πάρε  δώσε,  γιατί  είχε  ακούσει  τι έκανε  με  νεαρούς  και  δεν  ήθελε σχέσεις  μαζί  του.  Παραδέχτηκε ωστόσο  ότι  με  τον  ανήλικο  πήγαν μαζί  στους  αγώνες  καρτ  το  πρωί της  Κυριακής  στην  Καλαμάτα. Οπως  υποστήριξε,  συναντήθηκαν μαζί  με  άλλους στην πλατεία,  αλλά τον  ανήλικο κανένας δεν τον ήθελε μαζί  του  κι  έτσι  τον  πήρε  αυτός. Στην  Καλαμάτα  που  ήρθαν  -συνέχισε  την  αφήγησή  του-  ο  ανήλικος φερόταν  παράξενα  και  δεν  κατέβηκε  από  το  αυτοκίνητο  ούτε  για τους  αγώνες  αλλά  ούτε  για  καφέ στην  παραλία.  Οταν  τον  ρώτησε  τι συμβαίνει,  ο  Χωραΐτης  είπε  ότι  έχει τσακωθεί με τους γονείς του.
ΤΟΝ ΘΕΩΡΗΣΑΝ ΕΝΟΧΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΤΙΓΜΗ
Σύμφωνα  με  όσα  υποστήριξε  ο Γεωργιανός  κατηγορούμενος,  οι αστυνομικοί  τον  θεώρησαν  ένοχο από την πρώτη στιγμή και του φέρθηκαν  με  βαναυσότητα  και  ρατσισμό.  Ισχυρίστηκε  ότι  ο  αστυνομικός που  πήγε  να  τον  πάρει  από  το  σπίτι του  και  τον  προσήγαγε  στο  Τμήμα του  φέρθηκε σαν σε ζώο: Τον χτύπησε  στο  κεφάλι,  δεν  τον  έβαλε στο  αυτοκίνητο,  και  όταν  έφτασαν στο  Τμήμα  γύρισε  και  είπε  σε  δύο συναδέλφους  του  «αυτός  έκανε το  έγκλημα  –  βρήκα  αίμα  στο  διακόπτη  και  είναι  του  παπά».    Εκεί παρενέβη  η συνήγορος υπεράσπισης  για  να  πει  ότι  το  αίμα  στο  διακόπτη  δεν  διαπιστώθηκε  να  είναι του  αρχιμανδρίτη,  αλλά  του  ίδιου του  κατηγορούμενου,  ο  οποίος είχε  κόψει  το  δάχτυλό  του  και  είχε ανάψει  μετά  το  φως.
Ο  κατηγορούμενος  είπε  ακόμη  ότι  οι  αστυνομικοί  δεν  έγραφαν  αυτά  που τους έλεγε, ούτε έφεραν διερμηνέα, παρόλο  που  το  ζήτησε.  Τα  μόνα χαρτιά  τα  οποία  υπέγραψε,  όπως ανέφερε,  ήταν για  τα αποτυπώματα και  το  σάλιο  που  του  πήραν  για  να το  συγκρίνουν  με το γενετικό  υλικό το  οποίο  βρέθηκε  στο  σπίτι  του αρχιμανδρίτη.  Από  όλες  τις  εργαστηριακές  έρευνες  και  τα  στοιχεία, δεν  έχει  προκύψει  κανένα  αποτύπωμα  ή  γενετικό  υλικό  του  Γεωργιανού  μέσα  στο  σπίτι  του  αρχιμανδρίτη,  σύμφωνα με τα έγγραφα που διάβασε νωρίτερα το δικαστήριο.  Επίσης  ο  κατηγορούμενος υποστήριξε  ότι  υπέγραψε  και  ένα λευκό χαρτί.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
Η  πρόεδρος  του  δικαστηρίου ρώτησε  τον  κατηγορούμενο  γιατί ο  ανήλικος  Χωραΐτης  είπε  ότι  ήταν κι  εκείνος  μαζί  στο  σπίτι  του  αρχιμανδρίτη  και  τον  δολοφόνησαν. Ο  Γεωργιανός  τότε  απάντησε  ότι στην  Αστυνομία  τους  είχαν  σε  χωριστά  δωμάτια,  όμως  μπορούσε με τα ελληνικά που ξέρει να ακούσει τι  έλεγαν  στον  ανήλικο,  καθώς φώναζαν.  Ισχυρίστηκε  λοιπόν  ότι οι  αστυνομικοί  έλεγαν στον Χωραΐτη να  πει  πως  ήτανε  μαζί  οι  δυο  τους-  ενώ για να τον πείσουν του έλεγαν πως  «αυτός  είναι  μετανάστης,  τι μας  νοιάζει;  Να  πάει  να  γ…,  πες ότι  ήσασταν  μαζί».    Ισχυρίστηκε ακόμη ότι οι αστυνομικοί ήταν καλοί με  τον  ανήλικο  τότε  Χωραΐτη  και τον  τάιζαν  κρουασάν,  ενώ  τον  ίδιο τον  χόρτασαν  ξύλο  4  αστυνομικοί οι  οποίοι  τον  χτυπούσαν  με  πλαστικά  μπουκάλια και τον απειλούσαν ότι  θα  έχει  την  ίδια  μοίρα  με  τον αρχιμανδρίτη.  Επίσης  υποστήριξε ότι  τους  είχε  πει  για  τον  Ρουμάνο με  τον  οποίο  είχαν  πάει  μαζί  στην Πύλο  το  βράδυ  του  φόνου,  αλλά ό,τι  τους  έλεγε  δεν  το  έγραφαν. Να  σημειωθεί  ότι  επενέβη  η  συνήγορός  του  κατά  τη  διάρκεια  της απολογίας,  για  να  διευκρινίσει  ότι ο  ανήλικος  Χωραΐτης  δεν  ομολόγησε  πως  έκανε  το  έγκλημα,  αλλά τα  έριχνε  στον  άλλο.  Οσο  για  την παρατήρηση  του  εισαγγελέα,  για το  πώς  ο  κατηγορούμενος  ήξερε και  ανέφερε  στην  ομολογία  του  τι φορούσε  ο  παπάς,  καθώς  και  για τα  σεξουαλικά  βοηθήματα  μέσα στο  σπίτι,  ο  Γεωργιανός  είπε  πως όλα  όσα  γράφονται  σε  αυτήν  είναι ψέματα  και  ότι  ο  ίδιος  ποτέ  δεν πήγε στο σπίτι του παπά.
ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ 
Στη  δίκη  χθες  δεν  ήρθε  για  να καταθέσει  ο  μάρτυρας  ο  οποίος είχε  πει  ότι  ο  Μολδαβός -ο οποίος κατέθεσε  πως  είδε  κάποιον  που έμοιαζε  με  τον  ανήλικο  και  έναν ακόμη  να  μπαίνουν  στο  σπίτι  του παπά-  δεν  μπορούσε  να  είναι  έξω από το σπίτι  του αρχιμανδρίτη  γύρω στις  8  με 8.30 το βράδυ, γιατί ήταν μαζί  από  τις  6  το  απόγευμα  μέχρι τις  9  το  βράδυ.  Ο  εν  λόγω  αλλοδαπός έχει μετακομίσει  στην  Αγγλία όπου εργάζεται.  Επίσης  ούτε η γραφολόγος Χριστίνα  Σαμολαδά ήρθε για  να  καταθέσει  –  η  οποία  είχε συμπεράνει  ότι  δεν  είναι  η  υπογραφή  του  Γεωργιανού  στην  ομολογία  του.  Ο  δικαστικός  γραφολόγος  Γ.  Κωττάκης  που  διόρισε το  δικαστήριο  εκτίμησε  ότι  η  υπογραφή είναι γνήσια. Χθες  κατέθεσαν  και  μάρτυρες υπεράσπισης,  μεταξύ  των  οποίων και  η  θεία  του  κατηγορούμενου.  Η συγκεκριμένη  μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι  ο  Γεωργιανός  δεν  είχε  ποτέ ανάγκη  από  λεφτά,  γιατί  δούλευε συνέχεια.
Θυμίζουμε  ότι  σύμφωνα με  το  παραπεμπτικό  βούλευμα  οι δύο κατηγορούμενοι  ως δολοφόνοι  του  αρχιμανδρίτη  είχαν  πάει  για να  τους  δώσει  λεφτά  ώστε  την επομένη  μέρα  (Κυριακή  16  Φεβρουαρίου),  να  πάνε  στην  Καλαμάτα  σε  αγώνες  καρτ.  Επίσης  η θεία  του  επιβεβαίωσε  ότι  ο  κατηγορούμενος ήταν στο σπίτι  της από τις  11  το  πρωί  έως  τις  7  το  βράδυ, απ’  όπου  έφυγε  για  να  πάει  στην Πύλο  με  έναν  φίλο  του  Ρουμάνο.
Ο  Ρουμάνος  στην  κατάθεσή  του επιβεβαίωσε  το  άλλοθι  του  κατηγορούμενου,  λέγοντας  πως  είναι αδύνατον  να  συναντήθηκε  με  τον ανήλικο  Χωραΐτη  στην  πλατεία  της Χώρας  7.30  με  8  το  βράδυ  όπως αναφέρει  το  βούλευμα,  γιατί  ήταν μαζί  στην  Πύλο.  Ούτε  μπορούσε να  ήταν  στο  σπίτι  του  παπά  8  με 8.30  το  βράδυ,  γιατί  γύρισαν  από την  Πύλο  μετά  τις  9.30  το  βράδυ.
Είπε  ακόμη  ότι  η  Αστυνομία  τον είχε  καλέσει  προφανώς  για  να  πει αν  ήταν  μαζί  με  τον  Γεωργιανό, αλλά  ο  ίδιος  φοβήθηκε  και  δεν πήγε  ποτέ.  Χθες  εμφανίστηκε  για πρώτη  φορά  μετά  από  προτροπή συγγενών  του,  όπως  ο  ίδιος  κατέθεσε  στο  δικαστήριο.  Μεταξύ  των μαρτύρων  υπεράσπισης  ήταν  και ένας  Χωραΐτης  ο  οποίος,  όπως και  οι  άλλοι  μάρτυρες,  είπε  μόνο καλά λόγια για  το Γεωργιανό. Ακόμη  είπε,  όπως  και  οι  άλλοι  μάρτυρες,  ότι  ο  κατηγορούμενος  δεν έκανε  παρέα  με  τον  ανήλικο  ο οποίος  έχει  καταδικαστεί  για  τη  δολοφονία  από  πέρυσι  τον  Ιούλιο, από  το  Δικαστήριο  Ανηλίκων  της Κυπαρισσίας.  Σχετικά  με  τον  αρχιμανδρίτη  είπε  ότι  ήταν  ένας  άνθρωπος  κυκλοθυμικός  και  μια φορά  πέταξε  ένα  βιβλίο  σε  ηλικιωμένη  την  ώρα  της  λειτουργίας, γιατί  μιλούσε.  Ομως  είχε  πολλούς υποστηρικτές  στο  χωριό  –  αν  και όπως  σημείωσε,  όταν  μαθεύτηκε ότι  δολοφονήθηκε,  κάποιοι  αισθάνθηκαν  ότι  γλίτωσαν  τα  παιδιά τους.    Οταν  ο  μάρτυρας  ρωτήθηκε για  την  «ενοχή  σιωπή»  της  τοπικής κοινωνίας,  απάντησε  ότι  ο  αρχιμανδρίτης  ήξερε  ποιους  να  προσεγγίσει  –  ενώ  ανέφερε  ότι  ένας φίλος του είχε απαγορεύσει στους δασκάλους του σχολείου να αφήνουν  το  γιο  του  να  πηγαίνει  εκδρομή στο μοναστήρι, απειλώντας τους  ότι  διαφορετικά  θα  τους  μήνυε.  Εξήγησε  στη  συνέχεια  ότι υπήρχε  φόβος  από  τους  απλούς ανθρώπους  της  περιοχής,  ότι  θα μπλέξουν  με  το  νόμο  και  τα  δικαστήρια  αν  ανοίξουν  το  στόμα τους  και  κατηγορήσουν τον παπά. Ετσι,  έπαιρνε  ο  καθένας  τις  αποστάσεις  του  και  τις  δικές  του  προφυλάξεις για τα παιδιά του.
Η πρόταση του εισαγγελέα
Ο εισαγγελέας  Δημήτρης Σταύρου πρότεινε την  ενοχή  του  Γεωργιανού  κατηγορούμενου ως  αυτουργού  –  συναυτουργού  του  εγκλήματος,  μαζί  με  τον  ανήλικο  Χωραΐτη.  Είπε  πως το  άλλοθι  του  κατηγορούμενου  δεν  έχει  αποδεικτική  αξία  και  πως ο Ρουμάνος που κατέθεσε είναι  αναξιόπιστος  –  ενώ  οι  υπερασπιστικοί ισχυρισμοί  του  κατηγορούμενου  είναι  ψευδείς στο  σύνολό  τους.  Ανέφερε  ακόμα  πως  το  έγκλημα έγινε με τρόπο απάνθρωπο και βάναυσο, έναν  τρόπο  που  απαξιώνει  κάθε  ανθρώπινη ύπαρξη,  και  σημείωσε  ότι  κίνητρο  για  το έγκλημα ήταν η ληστεία.
Οι  κατηγορούμενοι  -είπε  ο  κ.  Σταύρουπήγαν  με  σκοπό  να  σκοτώσουν  τον  αρχιμανδρίτη,  το  είχαν  προαποφασίσει  γιατί  αν  ζούσε θα  τους  κατέδιδε.  Νωρίτερα  είχε  αποκλείσει το  έγκλημα  να  είναι  σεξουαλικό,  γιατί  δεν τους  «ψάρεψε»  ο  αρχιμανδρίτης  από  καμιά πλατεία,  αλλά  πήγαν  μόνοι  τους  εκεί  γνωρίζοντας  τις  σεξουαλικές  του  ιδιαιτερότητες  και πως θα άνοιγε την πόρτα του. Το ποιος χτύπησε πρώτος  στο  κεφάλι  με  τη  σιδερογροθιά  τον αρχιμανδρίτη  ανέφερε  πως  είναι  ένα  κρίσιμο σημείο,  που κανένας τους δεν το παραδέχτηκε. Υπενθύμισε  δε  ότι  μετά  από  τα  βάναυσα  χτυπήματα  στο  κεφάλι  με  τις  σιδερογροθιές  και το  χερούλι  της  κατσαρόλας,  ακολούθησε  ο θάνατος  από  πνιγμό  με  ένα  πουκάμισο  που έδεσαν  γύρω από το λαιμό του θύματός τους.
Ο εισαγγελέας έκανε εκτενή αναφορά στις προανακριτικές  ομολογίες  των  δύο  κατηγορούμενων για τη δολοφονία, υποδεικνύοντας ψέματα  του  Γεωργιανού,  όπως  αυτό  για  το αίμα  στον  διακόπτη:  Ανέφερε  ότι  στην  προανακριτική  απολογία  του  λέει  ότι  έκοψε  το δάχτυλό  του  βγαίνοντας  από  το  σπίτι  του  αρχιμανδρίτη, και πως το αίμα βρέθηκε στο διακόπτη  από  τους  αστυνομικούς  αφού  είχε  ήδη ομολογήσει  τη  συμμετοχή  του.  Είπε  ακόμα ότι  αποδείχτηκαν  ψευδείς  οι  ισχυρισμοί  ότι  οι προανακριτικοί  υπάλληλοι  είναι  πλαστογράφοι και  τόνισε  ότι  τα  βασανιστήρια  για  τα  οποία  μίλησε  δεν  έγιναν  ποτέ  –  καθώς  η  παρουσία του  ανήλικου  Χωραΐτη  απαιτούσε  να  υπάρχει εισαγγελέας  για  να  εποπτεύει  την  προανάκριση. Οσο  για  το  τι  έκανε  τον  ανήλικο  Χωραΐτη  να παραδεχτεί  το  έγκλημα,  ανέφερε  πως  ήταν  οι σιδερογροθιές  τις  οποίες  βρήκαν  οι  αστυνομικοί.  Μάλιστα  σχολίασε  ότι  μπορεί  το  Δικαστήριο  Ανηλίκων  της  Κυπαρισσίας  να  έκρινε ως  απλό  συνεργό  τον  ανήλικο,  αλλά  ο  ίδιος θεωρεί ότι είναι συναυτουργός.
Η  συνήγορος  του  Γεωργιανού  Κική  Πακιρτζίδου  ξεκινώντας  τη  δική  της  αγόρευση  ανταπάντησε  ότι  ο  εισαγγελέας  χρησιμοποίησε επιλεκτικά  στοιχεία  της  δικογραφίας,  ενώ αγνόησε  μαρτυρικές  καταθέσεις.  Μίλησε  δε μεταξύ  άλλων  για  ερωτικές  ιδιαιτερότητες  του αρχιμανδρίτη  που  έφταναν  στη  σεξουαλική διαταραχή,  και  επανέλαβε  όσα  είχε  αναφέρει και  στη  διάρκεια  της  διαδικασίας  για  εγκλήματα κατά της γενετήσιας αξιοπρέπειας.  Ακολούθησε η έτερη συνήγορος, Εφη Ορφανίδου.

με πληροφοριες από tharrosnews.gr/eleftheriaonline.gr