Αυτοδιοίκηση, εκλογικός νόμος και σχεδιασμοί

 

ekloges


Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης την οποία έκανε η εταιρεία Rass για λογαριασμό του «Τύπου της Κυριακής» πριν από λίγες ημέρες, σχετικά με το νέο εκλογικό νόμο στην αυτοδιοίκηση.

 

Σύμφωνα με αυτή, το 66,7% απαντά θετικά στην ερώτηση αν επιθυμεί να ψηφίζει χωριστά για το δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους, το 22,6% απαντά αρνητικά και το 10,7% δεν παίρνει θέση. Στο ερώτημα για κοινό ψηφοδέλτιο των δημοτικών συμβούλων, υπέρ τάσσεται το 75,9%, κατά το 18% και το 6,1% δεν παίρνει θέση.

Βεβαίως σε όσους ασχολούνται πολλά χρόνια με την αυτοδιοίκηση και τις δημοσκοπήσεις, τα αποτελέσματα δεν κάνουν εντύπωση. Προς επίρρωση της τοποθέτησης αυτής, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σε όλες τις αναμετρήσεις των προηγούμενων χρόνων οι γενικές δημοσκοπήσεις έδιναν τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών να υποστηρίζει την ανάγκη απεξάρτησης της αυτοδιοίκησης από τα κόμματα και της κατάργησης των χρισμάτων. Την ώρα της κάλπης όμως… προτιμούσαν πανηγυρικά τους χρισμένους. Φυσικά τα αποτελέσματα εκείνων των δημοσκοπήσεων δεν επηρέασαν τις πολιτικές αποφάσεις, αλλά τώρα χρησιμοποιούνται για να τις επιβάλουν. Από την άλλη πλευρά, στις δημοσκοπήσεις τα αποτελέσματα προκύπτουν ανάλογα με τον τρόπο που πλασάρεται η ερώτηση. Και εν προκειμένω δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχει ένας κατάλογος ονομάτων από τα οποία επιλέγεις τους καλύτερους ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης. Δεν διευκρινίζεται όμως αν ο κάθε δήμαρχος θα ανακοινώνει το συνδυασμό του, αν υπάρχουν ανεξάρτητοι και αν θα δηλώνουν αυτοί με ποιoν δήμαρχο θα πάνε αν εκλεγούν. Γιατί οι πληροφορίες κάπως έτσι θέλουν το σύστημα, αν και οι λεπτομέρειες αποκρύπτονται επιμελώς για λόγους που ο καθένας… υποπτεύεται: Είτε δεν έχουν συμφωνήσει οι κυβερνητικοί εταίροι, είτε θέλουν εντέχνως να υπάρχει σύγχυση.

Η στόχευση μόνο αγαθή δεν είναι: Και χρίσματα θα δώσουν (με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) και μηχανισμούς θα κινητοποιήσουν και τα αποτελέσματα θα ερμηνεύσουν πολιτικά κατά το δοκούν. Με την αλλαγή του εκλογικού νόμου επιχειρούν επιφανειακή αποπολιτικοποίηση των πιο έντονων πολιτικά αυτοδιοικητικών εκλογών από τη Μεταπολίτευση και μέχρι τώρα. Προσδοκούν ακόμη κέρδη από την αναγνωρισιμότητα του πολιτικού προσωπικού που διαθέτουν στις γραμμές τους τα κόμματα της συγκυβέρνησης και γενικώς ψάρεμα σε θολά νερά.

Η διοίκηση ενός δήμου απαιτεί πέραν του επικεφαλής, πρόγραμμα και πρόσωπα που θα το υλοποιήσουν. Και αυτό δεν γίνεται με καταλόγους «αιματηρών» λιστομαχιών και ενθάρρυνση πρακτικών συναλλαγής όπου κερδίζουν οι έχοντες μηχανισμούς και κατασκευασμένη αναγνωρισιμότητα. Στοιχεία που δεν έχουν καμία σχέση με την επιθυμία πολλών ανθρώπων για εκλογή των «αρίστων» της τοπικής κοινωνίας. Εδώ και πολλά χρόνια από αυτή τη στήλη έχω υποστηρίξει δύο σημαντικά στοιχεία σε σχέση με τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Το πρώτο έχει να κάνει με την εκτίμηση ότι οι υποψήφιοι δήμαρχοι με την κατάρτιση των ψηφοδελτίων μέσω της συναλλαγής με τους παντοειδείς μηχανισμούς, ουσιαστικά κάνουν προεπιλογή εκείνων οι οποίοι θα διεκδικήσουν με πιθανότητες την εκλογή. Και το δεύτερο σχετίζεται με την ανάγκη αλλαγής του εκλογικού συστήματος και καθιέρωσης της απλής αναλογικής, με τη συμμετοχή και μεμονωμένων ανεξάρτητων (οι οποίοι φυσικά θα εκλέγονται εφόσον συγκεντρώσουν το εκλογικό μέτρο). Αν το πρώτο σε μεγάλο βαθμό είναι στο χέρι των υποψηφίων δημάρχων, το δεύτερο αποτελούσε και αποτελεί αναγκαίο όρο για εκλογίκευση της αντιπαράθεσης σε τοπικό επίπεδο, την καλλιέργεια κουλτούρας συνεργασιών και την επίτευξη ευρύτατων συναινέσεων σε ζητήματα της πόλης.

Το περίεργο της ιστορίας είναι ότι το ζήτημα της απλής αναλογικής έχει ξεχαστεί ή έχει μπει στα συρτάρια ή έχει αποσυρθεί από το δημόσιο διάλογο ακόμη και από δυνάμεις οι οποίες μετά θέρμης υποστήριζαν αυτή την εκδοχή, που θα διασφάλιζε την ενεργοποίηση δυνάμεων και πέρα από τις κομματικές παρατάξεις στο πλαίσιο ανεξάρτητων συνδυασμών ή και προσώπων.

Οπως και να έχουν τα πράγματα, εφόσον τελικά υλοποιηθούν οι κυβερνητικές προθέσεις, είναι φανερό ότι θα αλλάξουν πολλά πράγματα στους δήμους και κυρίως το σύστημα θα γίνει πολύ σκληρά «δημαρχοκεντρικό». Η εξέλιξη αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι με το καινούργιο σύστημα δεν αποκλείεται να δημιουργηθούν «παραλυτικές» καταστάσεις και ως εκ τούτου ο ρόλος των δημοτικών συμβουλίων ολισθαίνει προς απολύτως διακοσμητικό όργανο που θα συνεδριάζει επί γενικών αρχών λίγες φορές το χρόνο. Ολες οι εξουσίες θα περάσουν στο δήμαρχο και ενδεχομένως σε κάποιο εκτελεστικό όργανο που θα συγκροτείται με δική του επιλογή.

 

Από την πλευρά της κυβέρνησης, 7 μήνες πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές, το τοπίο παραμένει θολό και το νέο θεσμικό πλαίσιο παραμένει αδιαμόρφωτο σε κρίσιμα στοιχεία του. Γεγονός που κρατάει «παγωμένους» τους ενδιαφερόμενους κάθε κατηγορίας και εμποδίζει να ξεδιπλωθεί η από κάθε άποψη αναγκαία συζήτηση.

 

Ηλίας Μπιτσάνης για την Ελευθερία