17 χρόνια στον Αλβανό που έκοψε με αλυσοπρίονο τα άκρα της γυναίκας του

 

alvanos-prioni1


«Την αγαπούσα πολύ. Το ορκίζομαι. Αυτό με έφθασε εκεί»

Της Βίκυς Βετουλάκη

Όρθια πια, αλλά με πολλά και βαθιά τραύματα στο σώμα και, κυρίως, την ψυχή, στάθηκε χθες απέναντι στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας η 34χρονη Βαλμόνα από την Αλβανία, την οποία ο σύζυγός της «τιμώρησε» τον Απρίλιο του 2009, γιατί του είχε ζητήσει να χωρίσουν, κόβοντάς της χέρια και πόδια με αλυσοπρίονο.
Ο ίδιος, σε μια απολογία «χείμαρρο», από την οποία πολλές φορές η Έδρα χρειάσθηκε να τον διακόψει για να καταλάβει τι ήθελε να πει, υποστήριξε ότι όλα τα έκανε από αγάπη. Έκλαψε μόνο όταν αναφέρθηκε στα παιδιά του, ενώ το δικαστήριο έκανε σαφές πως, αν μπορούσε να αλλάξει την πρωτόδικη απόφαση, πιθανότητα να πρότεινε ισόβια κάθειρξη.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και δε μείωσε την ποινή του. Επιβλήθηκαν και πάλι 17 χρόνια κάθειρξης, όπως και πρωτόδικα από το Μεικτό Εφετείο Γυθείου, το οποίο είχε αναγνωρίσει το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.

«Άρχισε να κόβει…»
Η διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση της Βαλμόνα, η οποία αφηγήθηκε ότι το 1998 ήρθε με το σύζυγό της από την Αλβανία και άρχισαν να δουλεύουν σε αγροτικές εργασίες. Έκαναν δύο παιδιά, τα οποία ζούσαν στην Αλβανία με τα πεθερικά της.
Αφηγήθηκε ότι το 2006 ο σύζυγός της τη σταμάτησε από τις αγροτικές εργασίες, λέγοντας ότι θα της βρει καλύτερη δουλειά: να πάει σε μπαρ και να κάνει παρέα σε πελάτες για να παίρνει περισσότερα χρήματα. Έκτοτε άρχισε να δουλεύει σε τέτοια μαγαζιά σε διάφορες περιοχές της Μεσσηνίας και άλλων νομών.
Απάντησε δε αρνητικά στο δικαστήριο, όταν ρωτήθηκε αν την ανάγκασε «να πάει» και με πελάτες, δηλώνοντας, όμως, ότι αρκετές φορές της το ζήτησε, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να το κάνει.
Το 2009 αυτή ήταν στην Καλαμάτα και εκείνος στη Βέροια. «Δεν είχαμε χωρίσει», είπε, «αλλά δεν ήμασταν  καλά μαζί». Σε μαγαζί που δούλευε στη Μεγαλόπολη, γνώρισε τον Δημήτρη και δημιούργησαν δεσμό. Λίγους μήνες πριν από το συμβάν είχαν αρχίσει να μένουν και μαζί στην Καλαμάτα. Με προτροπή του σταμάτησε να δουλεύει στα μπαρ.
Το Φεβρουάριο επισκέφθηκε το σύζυγό της στη Βέροια και του είπε για τον Δημήτρη. Αυτός, όπως κατέθεσε η Βαλμόνα, τη χτύπησε και την κράτησε κλεισμένη σε ένα δωμάτιο επί τρεις μέρες. Μετά την άφησε να φύγει.
Τον Απρίλιο, ο σύζυγός της έφερε παράνομα στην Ελλάδα τα παιδιά τους και της είπε ότι θα έρθει Καλαμάτα. Έμεινε περίπου 10 ημέρες στο ίδιο σπίτι με τη Βαλμόνα, ενώ ο Δημήτρης μετακόμισε προσωρινά σε διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας. Την παρακάλεσε να τα βρουν, αλλά του απάντησε ότι δε γίνεται. Συναντήθηκαν και με τον Δημήτρη, ο οποίος μεσολάβησε για να του βρει δουλειά στη ΔΕΗ Μεγαλόπολης, από την οποία, όμως, έφυγε την ίδια μέρα.
Όπως της είπε, τα παιδιά, 9 και 12 ετών τότε, θα έμεναν μαζί της και αυτός θα έφευγε, τελικά, για Θεσσαλονίκη.
Η Βαλμόνα περιέγραψε ότι ο σύζυγός της ήταν πάντα νευρικός, ενώ την είχε απειλήσει ακόμα και με όπλο, όταν κάποια στιγμή τού είχε πει ότι μυρίζει σκόρδο. Εκείνες τις 10 ημέρες, όμως, ήταν τόσο ήρεμος που δεν το είχε ξαναδεί έτσι. Εκείνο το Σάββατο, όπως συνέχισε, ξύπνησαν χωρίς να προμηνύεται το παραμικρό. Της ζήτησε να πάνε για καφέ, αλλά αυτή αρνήθηκε για να τακτοποιήσει τα ρούχα των παιδιών. Κάποια  στιγμή της είπε να πάει να κοιτάξει το πλυντήριο αν έχει τελειώσει. Περιέγραψε ότι μπήκε μαζί της στο μπάνιο, ακολουθώντας την. Κρατώντας την από πίσω, της έκλεισε το στόμα, τη γονάτισε και με ένα μαχαίρι τη χαράκωσε από χαμηλά στο λαιμό ως το στήθος.
«Έφυγε. Τρόμαξα ότι θα με δουν τα παιδιά με τα αίματα και άρχισα να πλένομαι. Σε δευτερόλεπτα, δεν ξέρω πώς βρέθηκα ανάσκελα μέσα στην μπανιέρα και άρχισε να κόβει…», αφηγήθηκε με λυγμούς η Βαλμόνα.
«Μετά αυτός έφυγε. Δεν ξέρω πώς βγήκα από την μπανιέρα. Τα χέρια μου και τα πόδια μου κρέμονταν. Σύρθηκα μέχρι το σαλόνι και με τα δόντια μου τράβηξα το τραπεζομάντηλο και έριξα το κινητό. Το ξεκλείδωσα με το σαγόνι και κάλεσα τον τελευταίο αριθμό, που ήταν ο Δημήτρης. Ευτυχώς ήρθαν γρήγορα», είπε με τρεμάμενη φωνή.
Τα παιδιά της μένουν στην Αλβανία και τον τελευταίο χρόνο έχουν επαφή μαζί της. Τα δε χρήματα που έβγαζε από τα μπαρ, έμπαιναν σε κοινό λογαριασμό, τα οποία, όπως είπε, έπαιρνε ο δράστης. Ένα μήνα πριν από το περιστατικό πήρε όλα τα χρήματα από το λογαριασμό.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Βαλμόνα δεν ξαναμπήκε στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Μαζί με το ματωμένο
πριόνι και τα παιδιά
Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε αστυνομικός, ο οποίος ανέφερε ότι το μεσημέρι εκείνο ήταν πλήρωμα σε περιπολικό. Κοντά στο Τελωνείο είδε ένα αυτοκίνητο να του αναβοσβήνει τα φώτα και πλησιάζοντας ο κατηγορούμενος του έκανε νόημα. Του είπε σε έξαλλη κατάσταση ότι σκότωσε τη γυναίκα του. Στην αρχή δεν τον πίστεψε, αλλά όταν είδε αίματα πάνω του και δύο παιδιά στο αυτοκίνητο να κλαίνε και να φωνάζουν, κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Αφού ειδοποίησε την υπηρεσία του για ενισχύσεις και ασθενοφόρο, πήγε με το δράστη στο σπίτι. Υπήρχε ηρεμία, όπως περιέγραψε, και όταν χτύπησε την πόρτα, άκουσε μόνο έναν ψίθυρο. Έσπασε την πόρτα και δεν πίστευε αυτά που αντίκρισε. Τα παιδιά είχαν μείνει με το συνάδελφό του στην είσοδο της πολυκατοικίας και πρόλαβε να του φωνάξει να τα κρατήσει κάτω. Ο δράστης έβαλε τη γυναίκα στο ασανσέρ και την κατέβασαν στο ασθενοφόρο.
Αστυνομικός της Ασφάλειας παρέλαβε το αυτοκίνητο του δράστη από το σημείο που το είχε αφήσει. Στο πατάκι του συνοδηγού, όπως είπε, υπήρχε ένα ηλεκτρικό πριόνι γεμάτο αίματα, ενώ στην υπηρεσία που το πήγε βρήκαν και την απόδειξη αγοράς του την προηγούμενη ημέρα από τη Μεσσήνη. Μάλιστα, εκτίμησε ότι ο δράστης είχε προσχεδιάσει την πράξη του και γι’ αυτό είχε αγοράσει μια μέρα πριν το αλυσοπρίονο.
Ο δε ιδιοκτήτης του διαμερίσματος που έγινε το έγκλημα και ιδιοκτήτης μπαρ στην Πυλία που δούλευε η Βαλμόνα, ανέφερε ότι είχε μιλήσει και αυτός με το δράστη, ο οποίος του είχε πει ότι αφού δε θέλει να τα ξαναβρούν, να μην επιμένει και να κοιτάξει τα παιδιά του.
«Ήταν ήρεμος εκείνες τις ημέρες. Αν είχα καταλάβει κάτι, θα το είχα αποτρέψει», κατέληξε.

«Τώρα στη χαρίζω»
Ο σύντροφος της Βαλμόνα, που είναι μαζί της από τότε, κατέθεσε ότι γνωρίσθηκαν σε μπαρ στη Μεγαλόπολη και γνώριζε τη δύσκολη ζωή της. Αρχικά δεν την πίστευε που του έλεγε ότι ο άντρας της τη στέλνει στα μπαρ, μέχρι που την έβαλε να έχει ανοιχτή ακρόαση στο τηλέφωνο και τον άκουσε να τη ρωτάει πόσα έβγαλε.
Όταν γύρισε από τη Βέροια, όπου την είχε κρατήσει κλειδωμένη, ήταν κατάμαυρη στο πρόσωπο από το ξύλο. Αναφέρθηκε στην επίσκεψη του δράστη στην Καλαμάτα, αναφέροντας ότι του βρήκε δουλειά στη Μεγαλόπολη. Τόνισε πως η ηρεμία που έδειχνε ο δράστης δεν του άρεσε και γι’ αυτό είχε πει στη Βαλμόνα να προσέχει. Μέχρι που δέχτηκε το τηλεφώνημα της Βαλμόνα και άκουσε να του λέει: «Με σκότωσε, με κομμάτιασε». Μάλιστα, είπε ότι στο κινητό του βρήκε κλήση και από το δράστη, αλλά δεν απάντησε. Τον πήρε τηλέφωνο όπως είπε και στο νοσοκομείο, και του είπε: «Τώρα στη χαρίζω».
Όσο για τη Βαλμόνα, σημείωσε ότι έμεινε στο ΚΑΤ 3 μήνες, έχει σίδερα σε χέρια και πόδια και τώρα πρέπει να κάνει άλλα 4-5 χειρουργεία.
«Είμαστε ακόμα μαζί και θα είμαστε πάντα μαζί», κατέληξε ο Δημήτρης.

Έφθασα εκεί από αγάπη
Στην απολογία του ο κατηγορούμενος «έσπασε» μόνο μιλώντας για τα παιδιά του, λέγοντας όμως συνέχεια ότι την αγαπάει πολύ. Μάλιστα, ο μεγάλος του γιος βρισκόταν στα δικαστήρια και ήθελε να παρακολουθήσει τη δίκη, αλλά καθώς είναι ανήλικος δεν του επετράπη.
Όπως υποστήριξε, η ίδια σταμάτησε να εργάζεται στα χωράφια και πήγε στα μπαρ γιατί ήθελε περισσότερα χρήματα. Μάλιστα, ο ίδιος της βρήκε δουλειά σε ένα σαντουιτσάδικο, αλλά του είπε ότι τα 20 ευρώ την ημέρα δεν τη φτάνουν για τσιγάρα και καφέ.
Τόνισε πως είχαν περάσει δύσκολα στη ζωή τους και ήθελε να χαρίσει σε εκείνη τα παιδιά τους καλύτερη ζωή.
Επτά-οκτώ μήνες αφότου ξεκίνησε, έμαθε ότι η γυναίκα του δούλευε σε μπαρ και ότι τον κορόιδευε.
Όταν πήγε στη Βέροια, είχε κλειστό το τηλέφωνό της για να μην την παίρνει ο φίλος της, ενώ μια ημέρα που χτύπησε, ήταν αυτός. Όταν τη ρώτησε του είπε ότι είναι φίλος και τη χαστούκισε. Την παρακάλεσε να είναι μαζί, ενώ της ψώνισε και ακριβά ρούχα. Όταν έφυγε, κατέθεσε ότι τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι η σχέση τους έχει τελειώσει και αυτός έπαθε σοκ.
Πολλές φορές είπε ότι από την αγάπη του τα έκανε όλα, ενώ σε άλλο σημείο τόνισε: «Μακάρι να είχα πεθάνει και να μην είχε γίνει αυτό, αλλά έγινε».
Φτάνοντας στα περιστατικά, ανέφερε ότι το αλυσιοπρίονο το πήρε γιατί είχε βρει μια νέα δουλειά που θα έκοβε ξύλα και όχι γιατί είχε προσχεδιάσει κάτι. Πρόσθεσε ότι τον προσέβαλε και πως με όλα αυτά είχε τρελαθεί, είχε θολώσει. «Δεν ξέρω τι έκανα. Δε θυμάμαι τίποτα. Από την πολλή αγάπη. Ήμουν και πιωμένος. Έβλεπα να μου την παίρνει ο άλλος και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα», παρατήρησε.
Συνειδητοποίησε τι έκανε, όταν κατεβαίνοντας είδε τα παιδιά του.
Στην αγόρευσή της η εισαγγελέας Εφετών μίλησε για την πιο στυγερή απόπειρα ανθρωποκτονίας που έχει γίνει μεταξύ συζύγων. Είπε πως εκμεταλλευόταν τη σύζυγό του οικονομικά και πως δεν μπορεί να δεχτεί την αγάπη που λέει, όταν την εκμεταλλευόταν και μετά την τεμάχισε. Τα παιδιά, όπως είπε, είναι επιθετικά με τη μητέρα τους, καθώς τα είχε προϊδεάσει ο δράστης, κι αυτός αντιλαμβανόταν ότι έχανε τον άνθρωπο που του έφερνε χρήματα.
Τον κατηγόρησε για προσχεδιασμένη πράξη, την οποία χαρακτήρισε σκληρή και αποτρόπαια, τέτοιας μανίας μάλιστα, που όταν η γυναίκα προσπάθησε με το χέρι της να κρατηθεί από την μπανιέρα για να βγει, δεν της έκοψε μόνο το χέρι, αλλά χάραξε και την μπανιέρα.
«Απορώ που βρήκε τη δύναμη να συρθεί έξω και να ειδοποιήσει. Από καθαρή τύχη σώθηκε με τέτοια τραύματα», είπε η εισαγγελέας για τη Βαλμόνα και συνέχισε: «Ήθελε να τη σκοτώσει με τρόπο φρικτό και βασανιστικό».
Κατέληξε ζητώντας την ενοχή του και λέγοντας πως αν δίκαζε πρωτόδικα, θα ζητούσε να του επιβληθούν ισόβια.
Το δικαστήριο του επέβαλε την ίδια ποινή, καθώς και ισόβια απέλαση στη χώρα του, μόλις εκτίσει την ποινή του, παρά τα παρακάλια του δράστη ότι η χώρα που έχει ζήσει είναι η Ελλάδα και εδώ θέλει να μείνει.