Κοινά φάρμακα αυξάνουν τον κίνδυνο για Αλτσχάιμερ και άνοια

 

ImageHandler.ashx


Μεταξύ αυτών βρίσκονται ορισμένα υπνωτικά, αντιαλλεργικά – αντισταμινικά, ουρολογικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα – Είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει ότι αυξάνεται ο κίνδυνος, όσο αυξάνεται η δοσολογία και μάλιστα ότι ο κίνδυνος μπορεί να είναι μη αναστρέψιμος
Διάφορα υπνωτικά και άλλα κοινά φάρμακα, όπως αντιαλλεργικά – αντισταμινικά, ουρολογικά και αντικαταθλιπτικά, ορισμένα από τα οποία δίνονται χωρίς συνταγή γιατρού, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για άνοια και Αλτσχάιμερ, αν λαμβάνονται επί μεγάλο χρονικό διάστημα και σε μεγάλες δόσεις, προειδοποιεί μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Τα φάρμακα αυτά (π.χ. με τις εμπορικές ονομασίες Nytol, Benadryl, Ditropan, Piriton κ.α.), που έχουν αντιχολινεργική δράση, όταν χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις και για πολύ καιρό, φαίνεται να αυξάνουν τον νευρολογικό κίνδυνο. Είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει ότι αυξάνεται ο κίνδυνος, όσο αυξάνεται η δοσολογία και μάλιστα ότι ο κίνδυνος μπορεί να είναι μη αναστρέψιμος, δηλαδή να συνεχίζεται ακόμη κι αν κανείς σταματήσει τα φάρμακα αυτά.

Στον κατάλογο κινδύνου περιλαμβάνονται παλαιότερης γενιάς τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά φάρμακα (όπως το Sinequan), καθώς και το φάρμακο Ditropan για την ακράτεια ούρων. Πολλά από αυτά τα φάρμακα λαμβάνονται συχνά από ηλικιωμένους, όμως οι ειδικοί τόνισαν ότι οι ασθενείς επ’ ουδενί δεν πρέπει να σταματήσουν να τα παίρνουν, χωρίς προηγουμένως να συμβουλευτούν γιατρό.

Τα αντιχολινεργικά φάρμακα μπλοκάρουν έναν χημικό νευροδιαβιβαστή, την ακετυλοχολίνη, με αποτέλεσμα να επιφέρουν παρενέργειες όπως υπνηλία, θόλωμα της όρασης, μείωση της μνήμης κ.α. Οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ είναι γνωστό ότι έχουν ήδη έλλειψη ακετυλοχολίνης.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Σέλι Γκρέι της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου ″JAMA Internal Medicine″, σύμφωνα με το BBC και τη βρετανική «Γκάρντιαν», μελέτησαν 3.434 ανθρώπους άνω των 65 ετών, οι οποίοι δεν είχαν ενδείξεις άνοιας στην αρχή της έρευνας.

Οι επιστήμονες συσχέτισαν το ιατρικό και φαρμακευτικό αρχείο κάθε ασθενούς με την πιθανότητα εμφάνισης άνοιας μέσα στην επόμενη δεκαετία. Περίπου το ένα πέμπτο των φαρμάκων λαμβάνονταν από το φαρμακείο χωρίς συνταγή γιατρού. Στη διάρκεια της μελέτης 797 άτομα εμφάνισαν Αλτσχάιμερ και άλλες μορφές άνοιας.

Η μελέτη έδειξε ότι όσοι ηλικιωμένοι έπαιρναν ορισμένα αντιχολινεργικά φάρμακα για πάνω από τρία χρόνια, κινδύνευαν περισσότερο από άνοια. Όσοι έπαιρναν τις μεγαλύτερες δόσεις, είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο κατά 54% για άνοια και 63% για Αλτσχάιμερ, σε σχέση με όσους δεν έπαιρναν καθόλου τέτοια φάρμακα.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι, μετά τα νέα ευρήματα, οι γιατροί και φαρμακοποιοί ίσως θα έπρεπε να είναι πιο επιφυλακτικοί και να προσφέρουν εναλλακτικά φάρμακα, όπως νεότερης γενιάς αντικαταθλιπτικά (π.χ. οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή SSRIs) και αντιαλλεργικά – αντισταμινικά φάρμακα (π.χ. Claritin). Αν τέτοια δεν υπάρχουν (ιδίως όταν πρόκειται για ουρολογικά φάρμακα), τότε θα πρέπει να δίνουν τα υπάρχοντα, αλλά στην χαμηλότερη δυνατή δόση για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα.

Η Σέλι Γκρέι ανέφερε πως μερικοί ασθενείς συμφώνησαν να τους γίνει νεκροψία μετά τον θάνατό τους, ώστε να διαπιστωθεί από πρώτο χέρι η πιθανή ζημιά στον εγκέφαλό τους. Από την άλλη, ο δρ Σάιμον Ρίντλεϊ, επικεφαλής ερευνών της βρετανικής οργάνωσης Alzheimer Research, επεσήμανε πως, αν και η νέα μελέτη είναι ενδιαφέρουσα, δεν αποδεικνύει ότι όντως είναι τα συγκεκριμένα φάρμακα που προκαλούν την άνοια.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα απαιτεί περαιτέρω μελέτη, καθώς υπάρχουν και έρευνες σε ζώα που δείχνουν ότι οι δραστικές ουσίες με αντιχολινεργική δράση αυξάνουν το επίπεδο της πρωτεΐνης βήτα αμυλοειδούς, που αποτελεί χαρακτηριστικό της νόσου Αλτσχάιμερ.