Αφησαν την πόλη και ζουν στο χωριό -Πέντε υπέροχες περιπτώσεις ανθρώπων

 

agrotes-tetr-708


Κατάγονταν από το Παρίσι ή από τα προάστια του Παρισιού. Μια μέρα είπαν «στοπ» στο επαγγελματικό στρες, στα ασφυκτικά μετρό και στην επιθετικότητα. Εκαναν κάποιες θυσίες, άλλαξαν ζωή και επάγγελμα για να μετακομίσουν σε μικρά χωριουδάκια. Και να αναπνεύσουν. Επιτέλους. Χωρίς να μετανιώνουν.

Οι δρόμοι του χωριού Βεσκ, στην περιοχή Ντρομ της Γαλλίας, είναι έρημοι από τις 8.30 το βράδυ και τα σπίτια είναι βυθισμένα στο σκοτάδι. Μόνο μια τεράστια φάρμα έχει φώτα. Χτιστή με πέτρα, πολλά πατώματα, δύο βεράντες, 400 τετραγωνικά. Σχεδόν πύργος για εμάς που μένουμε στις πόλεις.
«Δεν ήθελα μια καθημερινότητα στο τσιμέντο για τα παιδιά μου. Δεν ήθελα να τα πηγαίνω στο πάρκο μαζί με τα σκυλιά!» λέει η Αλεξάνδρα, χαμογελαστή. Με τον σύντροφό της επέλεξαν να εγκατασταθούν στην εξοχή, μία ώρα από τον σταθμό του τρένου από την κοντινή πόλη Βαλάνς.
Ο δρόμος που οδηγεί στο χωριό είναι γεμάτος αμπέλια και ελιές. Στο δρόμο πετάγονται και δύο ελάφια. Στην άκρη αυτού του δρόμου βρίσκεται ένα χωριουδάκι γραφικό, μεσαιωνικό, με 300 κατοίκους. «Το να αγοράσουμε αυτό το σπίτι είναι σαν να γίναμε βασιλιάδες!» αναγνωρίζει η Αλεξάνδρα και ο σύντροφός της Ζιλ, γύρω στα 30.


Στο Παρίσι ζούσαν στενά, με τα δύο τους παιδιά, ηλικίας 6 και 4 ετών, σε ένα διαμέρισμα 50 τετραγωνικών, στον 5ο όροφο, χωρίς ασανσέρ. Μια κατάσταση στην οποία ζουν οι περισσότεροι Παριζιάνοι. Γι’αυτούς όμως έγινε αβίωτο. Τον Δεκέμβριο του 2010 έφτιαξαν τις βαλίτσες τους και έφυγαν για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους: να ανοίξουν ένα εστιατόριο. Το μόνο μέρος στο οποίο μπορούσαν να υλοποιήσουν αυτό το όνειρο ήταν η επαρχία, από οικονομικής άποψης.
«Μας ήταν βολικό να φύγουμε από το Παρίσι» λέει η Αλεξάνδρα, κοκέτα και καλοντυμένη. Εκμυστηρεύεται ότι αγοράζει όλα τα ρούχα της από το ίντερνετ και δεν της λείπει καθόλου το Παρίσι. «Στο Παρίσι ήμουν πωλήτρια ρούχων. Το μετρό κάθε πρωί με σκότωνε. Οι άνθρωποι γύρω μου είχαν μούτρα κατεβασμένα, εγώ ήμουν κλεισμένη στον εαυτό μου, με το κεφάλι σκυμμένο και τα ακουστικά με τη μουσική στα αυτιά για να μην ακούω τίποτα. Εδώ, τώρα, ανοίγω τα μάτια και ανακαλύπτω τους άλλους. Το πρωί που ξυπνάω είμαι σε φόρμα».
Αλλοτε οι επαρχιώτες έφευγαν από το χωριό μαζικά γιατί δεν άντεχαν την απομόνωση. Ονειρεύονταν τα φώτα της πόλης και τους άρεσε να στοιβάζονται σε αίθουσες με πολυκοσμία και θόρυβο. Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Οι άνθρωποι της πόλης απηύδησαν από την φρενίτιδα, κουράστηκαν από το κόστος της ζωής και από το καυσαέριο και πήραν το δρόμο για το χωριό.


«Μου αρέσει να μυρίζω την μυρωδιά του χόρτου, της λεβάντας, του δάσους και τα αρώματα του καλού φαγητού. Ολοι το ονειρευόμαστε αυτό» λέει ο Ζιλ.
Το εστιατόριό του λέγεται Chez mon Jules, όπως και το όνομά του. Στην κουζίνα ο Ζιλ φοράει την ποδιά γύρω από τη μέση, έχει ξανθά μαλλιά και ετοιμάζει μια σούπα βελουτέ από μανιτάρια που τα μάζεψε ο ίδιος το απόγευμα. «Αρχικά ήταν λίγο περιπέτεια. Αφήσαμε όλους τους φίλους και τα πράγματά μας πίσω» λέει. Εξηγεί ότι κάθε αρχή είναι δύσκολη. Ότι η επαρχία είναι γλυκιά αλλά μπορεί να είναι και πολύ σκληρή, ακόμη και αφιλόξενη. Οι ντόπιοι δυσκολεύτηκαν να τους αποδεχτούν. Για τους ντόπιους θα είναι πάντα «οι Παριζιάνοι»..
«Εδώ ξυπνάμε πιο νωρίς. Δουλεύουμε περισσότερο γιατί ο ρυθμός είναι συνεχόμενος. Μας λείπουν πια από τη ζωή κάποιες τρέλες, κάποια γλέντια βραδυνά ή το ανοιχτό πνεύμα. Ο χειμώνας, επίσης, είναι δύσκολος…Αλλά είμαστε αφεντικά του εαυτού μας και αυτό είναι μεγάλη ευτυχία. Κερδίζουμε περισσότερα χρήματα από ό,τι στο Παρίσι και κυρίως ξοδεύουμε λιγότερα».


Δεν είναι φυσικά οι μόνοι που εγκατέλειψαν την πόλη. Στα πέντε τελευταία χρόνια 450.000 άτομα έφυγαν από τις μεγάλες πόλεις  και μετακόμισαν στην επαρχία της Γαλλίας. Από αυτούς οι 180.000 είναι από το Παρίσι. Στην επαρχία φτιάχνουν επιχειρήσεις και καινοτομούν. Οι έρευνες δείχνουν ότι το 76% από αυτούς που φεύγουν στην επαρχία είναι απαισιόδοξοι και αποτυχημένοι άνθρωποι της πόλης, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πολλοί είναι δραστήριοι και εργατικοί. Από επιλογή εγκατέλειψαν την πόλη και όχι από ελαφρότητα ή ανέχεια. Εξάλλου η επαρχία δεν είναι πλέον μίζερη, έχει πλεονεκτήματα και το ίντερνετ τα κάνει όλα ευκολότερα.

Eνα μέρος για εργασία και ξεκούραση
Για παράδειγμα, ο Γουίλιαμ, ο Αντουάν και ο Ερίκ είναι τρία αδέλφια. Με έναν φίλο τους, τον Ξαβιέ, δημιούργησαν στο χωριό Saint-Victor-de-Buthon, μιάμιση ώρα από το κέντρο του Παρισιού, ένα κέντρο δημιουργικής απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα, ένα μέρος όπου μπορούν να βρίσκονται άτομα που εργάζονται μέσω ίντερνετ και μπορούν εκεί να εργάζονται και να ξεκουράζονται ταυτόχρονα. Ο χώρος που δημιούργησαν ονομάζεται¬ Mutinerie Village. Εκεί έρχονται σχεδιαστές, επιχειρηματίες, γραφίστες, μουσικοί, άνθρωποι που δεν είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται σε γραφείο. Υπάρχει εστιατόριο με βιολογικό φαγητό και μια φάρμα με κατσίκες και κοτόπουλα. Η επιχείρησή τους γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

(Μέλη της φάρμας των τριών αδελφών. Ο Σαμουέλ είναι μηχανικός αγρονόμος. Η Καρέν είναι φοιτήτρια. Ο Γουίλιαμ είναι ο ένας από τους αδελφούς. Ο Αντουάν και η Σαρλότ είναι σχεδιαστές. Η Αν είναι διευθυντικό στέλεχος και ο Ξαβιέ ένα άλλο από τα αδέλφια.)
«Εμείς κάναμε τον υπολογισμό μας για να ανοίξουμε αυτή την επιχείρηση πάνω σε ανθρώπους που χρειάζονται ανταλλαγή απόψεων και χώρο για να εργαστούν και να εμπνευστούν. Ετσι κάναμε αυτό το χώρο για να δώσουμε μεγαλύτερη κοινωνικότητα στην εργασία» λένε.
Άλλη περίπτωση ο Μπρούνο, 53 ετών εκδότης και η Τάνια, 47 ετών, σχεδιάστρια, ιδιώτες αποφάσισαν να μετακομίσουν οριστικά, με την επιχείρησή τους, στην περιοχή Οβέρν της Γαλλίας. Τον χειμώνα η θερμοκρασία πέφτει στους -25. Το χωριό τους έχει μόνο 12 κατοίκους. Ζουν με τον Κόστια, το μοναδικό τους παιδί. «Είμαι λίγο απομονωμένος αλλά έχω το ίντερνετ. Όταν πλήττω μιλάω στο τάμπλετ με τους φίλους μου» λέει το αγόρι.

(Ο Μπρούνο, η Τάνια και ο γιός τους μπροστά από το καφέ-βιβλιοπωλείο τους)
Το ζευγάρι ζούσε στο κέντρο του Παρισιού. Τώρα ζουν σε μια μεσαιωνική φάρμα του 19ου αιώνα. Δίπλα, σε ένα υπέροχο μεσαιωνικό κτίριο, επίσης, έχουν ανοίξει καφέ-βιβλιοπωλείο. Το μέρος που δημιούργησαν είναι φανταστικό, ο χώρος πολύ ζεστός, να πίνεις καφέ με τις ώρες μπροστά στο τεράστιο μεσαιωνικό τζάκι. Τρελό όνειρο; «Τώρα με το ίντερνετ δουλεύουμε εξίσου γρήγορα με την πόλη. Τίποτα δεν αλλάζει για μας, μόνο το τοπίο. Το οποίο είναι τρομερά συμπαθητικό. Εδώ ζούμε καλύτερα, με λιγότερα έξοδα» λέει ο Μπρούνο.
Ποιότητα ζωής, ευτυχία. Λέξεις που τις ακούς συχνά με αστούς που ζουν στην επαρχία. Ολοι μιλούν για τον αργό ρυθμό ζωής και για μια καθημερινότητα ήρεμη και υγιή.
Άλλο παράδειγμα ο Φρανκ, 43 ετών, ο οποίος έφυγε από το Παρίσι για να ζήσει στα πόδια του βουνού, στην περιοχή Ρον-Αλπ της Γαλλίας. Εγκατέλειψε το Παρίσι γιατί δεν άντεχε άλλο, όπως λέει. Αγριοι πονοκέφαλοι, απεριόριστες ώρες δουλειάς αλλά και ένας νέος έρωτας τον έπεισαν να εγκατασταθεί σε ένα όμορφο χωριό δίπλα στο Μπορντό. Η ζωή του είναι υπέροχη, λέει. Ηταν επιχειρηματίας στις κατασκευές και ξαφνικά ανακάλυψε ότι λατρεύει την επαρχία. Αφησε πίσω του τα κοστούμια και τις γραβάτες, το κομπιούτερ του, έναν μηνιαίο μισθό 4.000 ευρώ. Τώρα έχει 90 κατσίκες, χωράφια με λεβάντα αλλά μηδέν μισθό. Δεν πάει ποτέ στο σούπερ μάρκετ, μόνο στον κήπο και στην φάρμα του βρίσκει τα τρόφιμα που του χρειάζονται.

(Ο Φρανκ με τις κατσίκες του)
«Η σύζυγός μου έχει μισθό. Και εγώ παίρνω ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Τα πάμε καλά, αρκούμαστε στα τρόφιμα που παράγουμε. Δουλεύω πολύ, όπως πριν, αλλά διαφορετικά, δεν έχω νεύρα ούτε επιθετικότητα. Είμαι το αφεντικό του χρόνου μου. Μπορώ να πάω το παιδί μου στο σχολείο και να γυρίσω να μαγειρέψω». Και η διασκέδαση, σπάνια; «Όχι. Βλέπουμε περισσότερο τους φίλους μας και φρονίζουμε περισσότερο τους δικούς μας ανθρώπους» λέει ο Φρανκ.
Η Αν είναι 53 ετών, πολύ δυναμική, και ήρεμη ταυτόχρονα. «Με τον σύζυγό μου Ζιλ βγαίνουμε περισσότερο από πριν. Κάθε βράδυ, αν θέλουμε, μπορούμε να βρούμε ένα θέαμα, θέατρο, σινεμά…Για να γίνεις αποδεκτός στην επαρχία και να βρεις φίλους πρέπει να είσαι πολύ ταπεινός, δεν μπορείς να το παίζεις εδώ κυρίαρχος. Στην επαρχία, αντίθετα με την πόλη, χρειάζεσαι τους άλλους για να επιβιώσεις».
Ο σύζυγός της Ζιλ είναι 54 ετών. Εργαζόταν ως διευθυντικό στέλεχος στην τηλεφωνία Αλκατέλ ενώ η Αν δούλευε στον τομέα του μάρκετινγκ. Γι’αυτούς η καινούργια ζωή είναι ένα όνειρο που το σκέφτηκαν πολύ πριν το αποφασίσουν. Το καλοκαίρι του 2014 άνοιξαν στο χωριό Πον λε Μπαρέ, μια μεσαιωνική γαλλο-ρωμαϊκή πόλη ένα ξενοδοχείο με εστιατόριο, πανέμορφα. Η Αν διαβάζει φιλοσοφία και στέλνει ένα μήνυμα σε όσους φοβούνται να μετακομίσουν στην επαρχία: «Μην αφήνετε τους αρνητικούς ανθρώπους να σας εμποδίσουν να το κάνετε!». Πληροφορίες Paris Match