Lifestyle

Γιατί το μεγαλύτερο brand στον κόσμο δεν κάνει ποτέ… εκπτώσεις

Η ιστορία του πολυτελούς οίκου της Louis Vuitton που διατηρεί ακόμα την αίγλη του παρελθόντος

Κανένα όνομα στις τσάντες και στις αποσκευές δεν είναι τόσο λαμπερό όσο αυτό της Louis Vuitton.

Το διάσημο λογότυπο της εταιρείας, με τα χρυσά μονογράμματα, ανακαλεί στη μνήμη μια μορφή ταξιδιού που φτάνει πίσω στην εποχή της αστικής εξερεύνησης.

Στη σημερινή εποχή – όπου οι κορώνες και οι δερμάτινες βαλίτσες έχουν αντικατασταθεί από φτηνές τσάντες και πορτοφόλια – φαίνεται ότι η Louis Vuitton είναι η μόνη μάρκα που εξακολουθεί να «μιλάει» τη… χαμένη γλώσσα των πολυτελών ταξιδιών.

Μόνο και στην όψη μια τσάντα LV θυμίζει εικόνες τραίνων, πρώτης θέσης και VIP σαλόνια γεμάτα κοκτέιλ και πούρα.

Πώς όμως η μάρκα κατάφερε να «δημιουργήσει» αυτήν την ταυτότητα και γιατί φαίνεται να είναι η μόνη σύνδεση με μια άλλη πολυτελή εποχή;

Το πρώτο μεγάλο ταξίδι της Louis Vuitton αρχίζει το 1835, όταν ο νεαρός Λουί Βουιτόν αφήνει πίσω του τα βουνά του Ζουρά και, ύστερα από δύο χρόνια πεζής περιπλάνησης, φτάνει στο Παρίσι, όπου βρίσκει δουλειά ως μαθητευόμενος κατασκευαστής για κούτες και κουτιά.

Ο δραστήριος και φιλόδοξος Λουί ιδρύει δική του επιχείρηση το 1854, με την υποστήριξη δυνατών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως η Ευγενία του Μοντίχο, σύζυγος του αυτοκράτορα Ναπολέοντος Γ΄.

Οι νεωτερισμοί του αρχιτεχνίτη δίνουν στην ανερχόμενη φίρμα ένα προβάδισμα στην αγορά: το ορθογώνιο μπαούλο από ξύλο και γκρι καμβά, γνωστό ως «Trianon Canvas», παρουσιάζεται το 1858 και χαρακτηρίζεται ως η πρώτη «μοντέρνα» αποσκευή.

Το μονόγραμμα πάνω σε καμβά εμφανίζεται το 1896, ενώ το 1890 ο οίκος πατεντάρει το «Tumbler Lock», μια κλειδαριά που επιτρέπει στον χρήστη να ανοίγει όλες του τις βαλίτσες με ένα και μόνο κλειδί.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Louis Vuitton σχεδιάζει ένα ελαφρύ και χρηστικό μπαούλο-βαλίτσα για τους τολμηρούς εραστές των αεροπορικών ταξιδιών: το «Aero Trunk» χωράει ένα πανωφόρι, 10 πουκάμισα, 3 νυχτικά, 3 ζευγάρια εσώρουχα και 12 υφασμάτινα μαντίλια, μεταξύ πολύ λίγων άλλων.

To 1924, o οίκος δέχεται μια παραγγελία-ορόσημο, όταν ο Αντρέ Σιτρόεν, ιδρυτής της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας, παραγγέλνει αποσκευές για την «Croisere noire», μια μεγάλη εκστρατεία με στόχο την ανίχνευση πληροφοριών για την εξάπλωση του αυτοκινητιστικού δικτύου στη Μαύρη Ήπειρο, ένα ταξίδι που καταλήγει ως κοινωνιολογική και πολιτιστική μελέτη της εποχής.

Υπάρχουν όμως και πιο «καθημερινές» παραγγελίες, όπως ένα μπαούλο-πικνίκ ειδικά κατασκευασμένο για τον πρίγκιπα Γιουσούφ Κεμάλ, το οποίο συμπληρώνεται από ένα ασημένιο σερβίτσιο του γαλλικού οίκου Puiforcat.

Στις αίθουσες του Grand Palais, τα δελτία πελατών, όπως αυτό της Οντρεϊ Χέμπορν και του Σάσα Γκιτρί, δίνουν μια αίσθηση οικειότητας μεταξύ του οίκου και των πελατών του. Ξεχωρίζουν επίσης το μικρό βαλιτσάκι-μπαούλο που, γεμισμένο με λουλούδια, δινόταν ως δώρο σε καλούς αγοραστές, αλλά και το περίφημο «Steamer Bag», το οποίο θεωρείται η πρώτη εκδοχή της χειραποσκευής.

​Η πορεία του οίκου παίρνει νέα κατεύθυνση το 1987, με τη δημιουργία του γκρουπ LVMH. Μία δεκαετία αργότερα, ο οίκος κάνει άνοιγμα στο χώρο του πρετ-α-πορτέ, με καλλιτεχνικό διευθυντή ένα «άτακτο» παιδί της μόδας, τον Μαρκ Τζέικομπς.

Ο Αμερικανός σχεδιαστής, πέρα από τις συλλογές ρούχων, μετέτρεψε πολλά από τα δερμάτινα είδη του οίκου στα πιο hot αξεσουάρ παγκοσμίως μέσα από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο Stephen Sprouse.

Τις συλλογές ρούχων υπογράφει από το 2013 ο Nicolas Ghesquiere.

Αν το λογότυπο συντηρεί τον μύθο για τωρινούς και μελλοντικούς καταναλωτές, η παράδοση και η συνέχεια βρίσκονται στη λεπτομέρεια.

«Αν ο Louis Vuitton παραμένει στην κορυφή της μόδας είναι γιατί συνεχίζουμε να αντλούμε έμπνευση από το παρελθόν, ενώ την ίδια στιγμή προβλέπουμε τις τάσεις της εποχής μας», αναφέρει ο Μάικλ Μπερκ, CEO της εταιρείας, η οποία σήμερα εξαπλώνεται σε 50 χώρες και περισσότερα από 460 καταστήματα.

Κέρδη-ρεκόρ της αυτοκρατορίας

Έχοντας στην «ομπρέλα» του brands από Christian Dior και Chaumet μέχρι Loewe και Louis Vuitton, ο γαλλικός κολοσσός αποκάλυψε πως το 2018 είχε έσοδα περίπου 46,8 εκατομμυρίων ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κερδών κατά 18% – επίσης ποσό ρεκόρ.

Η LVMH Moët Hennessy Louis Vuitton «στεγάζει» περισσότερα από 70 brands σε έξι διαφορετικές κατηγορίες, ενώ η Louis Vuitton είναι η μοναδική εταιρία παγκοσμίως που δεν κάνει ποτέ εκπτώσεις ούτε προσφορές.

Όπως εξήγησε η εταιρία σε σχετική ανακοίνωση, η αύξηση των κερδών οφείλεται κυρίως σε δυο brands, την Louis Vuitton και τον Dior που ηγήθηκαν των πωλήσεων.

«Ο οίκος Christian Dior είχε μια εξαιρετική πρώτη χρονιά μέσα στην LVMH χάρη στην δημιουργικότητα της Maria Grazia Chiuri για τις γυναικείες συλλογές και την άφιξη του Kim Jones, νέου καλλιτεχνικού διευθυντής της Dior Homme. Επιπλέον, η Celine πέρασε σε ένα νέο και φιλόδοξο στάδιο ανάπτυξης με την άφιξη του Hedi Slimane», εξηγεί η εταιρία.

 

επιμέλεια: Ρούλα Πράσινου

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.