Αγροτικά

Εντομολογικοί εχθροί της ελιάς την άνοιξη και η ολοκληρωμένη αντιμετώπισή τους

Άρθρο των Διονύσιου Περδίκη και Σοφίας Δερβίσογλου στο Olivenews.gr

Εκτός από τον δάκο, η καλλιέργεια της ελιάς έχει και άλλα έντομα-εχθρούς που προσβάλλουν φύλλα, ταξιανθίες και καρπούς. Η εμφάνισή τους έχει συνήθως τοπικό χαρακτήρα καθώς επηρεάζεται από τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, την ποικιλία της ελιάς ή τις καλλιεργητικές πρακτικές. Η περίοδος εμφάνισης αυτών των δευτερευόντων και λιγότερων γνωστών εντομολογικών εχθρών της ελιάς συμβαίνει να είναι κυρίως η άνοιξη. Ας δούμε ποιοί είναι αυτοί:

Καλόκορη της ελιάςClosterotomus (Calocoris) trivialis

Το έντομο αυτό έχει μήκος 7-8 χιλ., χρώμα τεφροκίτρινο ως καστανό και έχει στο πρόνωτο 4 μικρές, μαύρες κηλίδες (Εικόνα 1). Το συναντούμε αρχικά ως νεαρή πρασινοκίτρινη νύμφη τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο στα ζιζάνια των ελαιώνων. Αργότερα, τις ανεπτυγμένες νύμφες και τα νεαρά ενήλικα τα συναντούμε και στα δένδρα. Νύσσουν και μυζούν την τρυφερή βλάστηση και προκαλούν οφθαλμόπτωση και ανθόπτωση. Ο κεντρικός άξονας της ταξιανθίας μπορεί να απογυμνωθεί από τις πλευρικές διακλαδώσεις του και τους ανθοφόρους οφθαλμούς.

Η αντιμετώπιση της καλόκορης πρέπει να βασίζεται στην παρακολούθηση των πληθυσμών της πάνω στα ελαιόδενδρα από την αρχική ανάπτυξη της ταξιανθίας και μέχρι πριν την άνθηση. Η παρακολούθηση γίνεται με κτυπήματα τυχαίων κλάδων για κατάρριψη, συλλογή και καταμέτρηση των ατόμων του εντόμου πάνω από κατάλληλο υποδοχέα (π.χ. πλαστικό δίσκο ή ύφασμα). Εάν βρεθούν περισσότερα από 5 άτομα (νύμφες ή/και ενήλικα) ανά κλαδί ελιάς τότε θεωρείται ότι δικαιολογείται ψεκασμός. Γενικά, επειδή τρέφεται κατά προτίμηση από την τρυφερή ποώδη βλάστηση των ζιζανίων του ελαιώνα και κυρίως από το σινάπι, το διανόχορτο, το περδικούλι και την τσουκνίδα και λιγότερο από την βλάστηση της ελιάς, συνιστάται να διατηρείται ο ζιζανιοτάπητας (τα ζιάνια) στον ελαιώνα μέχρι την άνθηση ώστε να αποφευχθεί η μετακίνηση των πληθυσμών του από τα ζιζάνια στα ελαιόδενδρα. Γενικά, σε ελάχιστες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η προσφυγή σε χημική επέμβαση και μόνο όταν διαπιστωθούν υψηλοί πληθυσμοί του. Οι δραστικές ουσίες που έχουν έγκριση για την αντιμετώπισή του είναι το beta-cyfluthrin, το lambda-cyhalothrin και τα άλατα καλίου λιπαρών οξέων.

Ρυγχίτης ή μπίμπικας (Rhynchites cribripennis)

Ο ρυγχίτης είναι κολεόπτερο έντομο (σκαθάρι) που φέρει χαρακτηριστικό μακρύ ρύγχος. Το χρώμα του είναι ερυθρό κεραμιδί. Το ενήλικο έχει μήκος (συνολικό με το ρύγχος) 5,5-6 χιλ. (Εικόνα 2). Τα ενήλικα για να διατραφούν προκαλούν με το ρύγχος τους αβαθείς στοές στην σάρκα των νεαρών καρπών. Οι καρποί που θα προσβληθούν πολύ νωρίς ή αυτοί που έχουν πολλές οπές θα οδηγηθούν σε πρόωρη καρπόπτωση. Τα επίπεδα ζημιάς είναι υψηλά όταν στο πρώιμο στάδιο του ανάπτυξης των καρπών (από την καρπόδεση και μέχρι περίπου τα μέσα Ιουνίου) υπάρχουν υψηλοί πληθυσμοί του εντόμου. Οι δειγματοληψίες πρέπει να ξεκινούν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της άνθησης. Η δειγματοληψία πραγματοποιείται με απότομο τίναγμα των κλάδων και συλλογή των εντόμων σε κατάλληλο υποδοχέα π.χ. πλαστικό δίσκο. Εάν βρεθούν περισσότερα από 3-4 άτομα κατά μέσο όρο ανά κλάδο θεωρείται ότι θα προκληθεί οικονομική ζημιά και επομένως θα πρέπει να γίνει ψεκασμός. Η δραστική ουσία που έχει έγκριση για την αντιμετώπισή του είναι το lambda-cyhalothrin.

Η ψύλλα ή βαμβακάδα

Πρόκειται για μικρά έντομα με μήκος 2-3 χιλ.που μοιάζουν με τζιτζίκια. Τα ενήλικα έχουν χρώμα πράσινο ή πρασινοκαστανό. Η αναπτυγμένη νύμφη είναι πράσινη. Την άνοιξη ωοτοκούν στις αναπτυσσόμενες ταξιανθίες. Η προσβολή τους είναι χαρακτηριστική καθώς αναπτύσσονται κατά αποικίες ατόμων που παράγουν λευκό κηρώδες έκκριμα που μπορεί να καλύπτει τις ανθοταξίες και τους βλαστούς (βαμβακάδα) (Εικόνα 3). Μυζούν τον φυτικό χυμό και με τη βαμβακάδα που παράγουν θεωρείται ότι μπορεί να εμποδίσουν την άνθηση και τη γονιμοποίηση και άρα να μειώσουν την καρπόδεση. Ωστόσο υπάρχουν αρκετά έντομα (αρπακτικά) που μειώνουν τον πληθυσμό της ψύλλας με φυσικό τρόπο (βιολογική αντιμετώπιση). Γενικά στη χώρα μας μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις απαιτείται ψεκασμός εναντίον αυτού του εντόμου. Οι δραστικές ουσίες που έχουν έγκριση για την αντιμετώπισή του είναι το deltamethrin, παραφινέλαιο και τα άλατα καλίου λιπαρών οξέων.

Κοκκοειδή  – Ψώρες

Τα κοκκοειδή είναι πολύ διαδεδομένα στους ελαιώνες και προσβάλλουν κλαδιά, φύλλα και καρπούς. Το ασπίδιο του ενήλικου θηλυκού είναι κυκλικό ή σχεδόν κυκλικό με διάμετρο από 1,5-2 χιλ. Μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές στις επιτραπέζιες ελιές όπου οι καρποί χάνουν την εμπορική τους αξία λόγω παραμόρφωσης και της ύπαρξης στιγμάτων ή κηλίδων στην επιφάνειά τους (Εικόνα 4). Καλλιεργητικά μέτρα όπως το αραίωμα της κόμης και η ισορροπημένη λίπανση κυρίως ως προς το άζωτο βοηθούν πολύ στην μείωση των πληθυσμών τους. Σε περιπτώσεις σοβαρών προσβολών συστήνεται χημική αντιμετώπιση κατά την περίοδο που παρατηρείται το μεγαλύτερο ποσοστό εκκόλαψης των νεαρών νυμφών τους καθώς είναι το πιο ευαίσθητο στάδιο στα εντομοκτόνα. Τα έντομα αυτά ελέγχονται από πολλούς φυσικούς εχθρούς και για αυτό το λόγο βασικό μέτρο για την αποφυγή ανεξέλεγκτης αύξησης των πληθυσμών τους είναι η αποφυγή χρήσης εντομοκτόνων ευρέως φάσματος. Οι δραστικές ουσίες που έχουν έγκριση για την αντιμετώπισή τους εξαρτώνται από το είδος τους και είναι διαθέσιμες στο: http://wwww.minagric.gr/syspest/syspest_ENEMY_crops.aspx.

Πυρηνοτρήτης (Prays oleae)

 Ο πυρηνοτρήτης θεωρείται ο δεύτερος σε σημασία εχθρός της ελιάς στη χώρα μας. Έχει τρεις γενεές το έτος. Το ενήλικο έχει μήκος 6-6,5 χιλ. και άνοιγμα πτερύγων 13-15 χιλ., χρώματος τεφρού ως τεφρόλευκου ή και ανοιχτοκάστανου. Η προνύμφη είναι πρασινοκάστανη με τελικό μήκος 7-8,5 χιλ. Συμπληρώνει τρεις γενεές το έτος. Τον Φεβρουάριο και μέχρι αρχές με μέσα Μαρτίου οι προνύμφες της φυλλόβιας γενεάς έχουν αναπτυχθεί και κινούνται ελεύθερα στα φύλλα και στους κλαδίσκους και τρέφονται με τους οφθαλμούς και τις πολύ νεαρές ταξιανθίες. Η ζημιά που προκαλούν μπορεί να είναι σημαντική εάν ο πληθυσμός του εντόμου είναι υψηλός και οι καιρικές συνθήκες ευνοϊκές. Επομένως, σε ελαιώνες με ιστορικό σοβαρών προσβολών από αυτό το έντομο θα πρέπει να γίνεται έλεγχος των κλαδίσκων κατά τον Φεβρουάριο και Μάρτιο (π.χ. ανά εβδομάδα) και εάν χρειάζεται να πραγματοποιηθεί ψεκασμός. Αργότερα, τα ενήλικα που θα προκύψουν από τις προνύμφες που τράφηκαν στις ταξιανθίες, θα ωοτοκήσουν στα κλειστά άνθη της ελιάς. Οι προνύμφες ζημιώνουν τα άνθη τρεφόμενες από αυτά αλλά η ζημιά δεν είναι συνήθως σημαντική. Ωστόσο, σε υψηλούς πληθυσμούς μπορεί να χρειαστεί ψεκασμός κατά την  έναρξη της άνθησης. Τα ενήλικα αυτής της γενιάς θα ωοτοκήσουν στους νεαρούς καρπούς.  Μετά την ωοτοκία ακολουθεί η εκκόλαψη της προνύμφης που εισέρχεται στον καρπό, κατευθύνεται στον πυρήνα όπου τρέφεται και αναπτύσσεται, προκαλώντας θερινή και φθινοπωρινή καρπόπτωση (Εικόνα 5). Η καρπόπτωση ενδέχεται να είναι σοβαρή και για αυτό χρειάζεται παρακολούθηση των πληθυσμών του εντόμου, ειδικά στις περιοχές και ποικιλίες όπου είναι γνωστό ότι αποτελεί πρόβλημα ή όπου διαπιστώθηκαν υψηλοί πληθυσμοί κατά την ανθόβια γενεά. Η παρακολούθηση γίνεται με φερομονικές παγίδες τύπου δέλτα, για την παρακολούθηση της εμφάνισης και της πορείας του πληθυσμού των ενήλικων αρσενικών, καταγράφοντας τον αριθμό τους κάθε 3-5 ημέρες, μαζί με τακτικές δειγματοληψίες νεαρών καρπιδίων για τον έλεγχο του ρυθμού εναπόθεσης των ωών του στους νεοσχηματισμένους καρπούς και του ποσοστού των εκκολάψεων. Η παρακολούθηση θα πρέπει να γίνεται σχεδόν για όσο διάστημα συνεχίζεται η πτήση του εντόμου. Η εναπόθεση αυγών σε υψηλό ποσοστό καρπών δείχνει σε σημαντικό βαθμό την ανάγκη για ψεκασμό. Βασική προϋπόθεση για την επιτυχή αντιμετώπισή  του αποτελεί η έγκαιρη επέμβαση πριν η προνύμφη εισέλθει στον καρπό. Οι δραστικές ουσίες που έχουν έγκριση για αυτό το έντομο είναι το lambda-cyhalothrin, το beta-cyfluthrin, το deltamethrin, το thiacloprid, το phosmet, τo Bacillus thuringiensis, το spinetoram, το acetamiprid και το zeta-cypermethrin.

Για να δείτε τις σχετικές φωτογραφίες των εχθρών της ελιάς πατήστε ΕΔΩ

*Ο κ. Διονύσιος Περδίκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής, Εργαστήριο Γεωργικής Ζωολογίας & Εντομολογίας

**Η κα Σοφία Δερβίσογλου είναι Υποψήφια Διδάκτωρ στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Επιστήμης Φυτικής  Παραγωγής, Εργαστήριο Γεωργικής Ζωολογίας & Εντομολογίας.

olivenews.gr

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.