ΑφιερώματαΚυπαρισσίαΤοπικά Νέα

Παλαιοχριστιανική Επιγραφή Κυπαρισσίας

Ι. Η Επιγραφή 

Η επιγραφή είναι εντοιχισμένη στην πρόσοψη της κτιστής κρήνης Πηγαδούλι1 στην συνοικία Πούρκος (Πούρκο, στον) του παλαιού οικισμού της Κυπαρισσίας2 (Βρύση Πηγαδούλι στο(ν) Πούρκο). Η κρήνη ευρίσκεται σε απόσταση λίγων μέτρων απέναντι από την βόρεια είσοδο του κήπου της οικίας Σωτηρίου Καζακοπούλου, κοντά και νοτιοδυτικά της εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμ.) καλουμένης Μητρόπολη και Παλ(α)ιά Μητρόπολη. Ανατολικά της κρήνης -και αμέσως νότια της εκκλησίας πέρα από τον κοινοτικό δρόμο- , σε υψηλότερο εδαφικό επίπεδο (περίπου 5.00μ.) ευρίσκεται ο περίφρακτος, με κτιστό τοίχο, κήπος της «Μητρόπολης» που περικλείει αρκετά παλαιά αποτμήματα αρχιτεκτονικών μελών και το πηγάδι, το οποίο διοχετεύει με νερό συνεχούς ροής την κρήνη «Πηγαδούλι». Κατά παράδοση, σε παλαιότερους χρόνους μη καθοριζομένους, η κρήνη αυτή ήταν στην βορειοδυτική εξωτερική καμπυλούμενη γωνία της υψηλής κτιστής περιφράξεως του κήπου, όπου σήμερα σε απόσταση περ. 1.00μ. από την στάθμη του εδάφους διακρίνεται ευκρινώς μέσα στην τοιχοποιία το απότμημα μαρμάρινης υδρορρόης.

Η κρήνη Πηγαδούλι στην Άνω πόλη Κυπαρισσίας

Τμήμα πλάκας (ή πιθανώς αρχιτεκτονικού μέλους) από λευκό λεπτόκοκκο μάρμαρο με εγχάρακτη επιτύμβια επιγραφή, της οποίας λείπει το αριστερό μέρος (Εικ. 1) πλάτος 0.23μ., ύψος 0.17μ. (δεξιά) και 0.12μ. (αριστερά), πάχος ορατό στην κάτω δεξιά γωνία 0.05μ., ύψος γραμμάτων 0.015μ. (- 0,02μ. Πρβλ. B, Ξ, C του στίχ. 5), διάστιχο 0.01μ. Γραφή κεφαλαιογράμματη. Τα γράμματα είναι έντονα χαραγμένα, σχεδόν ομοιομεγέθη και οι αποστάσεις κανονικές. Οι στίχοι δεν έχουν χαραχθή σε ευθεία γραμμή, αλλά κλίνουν ελαφρώς προς τα δεξιά. Τα γράμματα του στίχ.6 είναι χαραγμένα μάλλον αμελώς (πρβλ. την επιμελή χάραξη του άλφα στον στίχ.2 και τις αντίστοιχες δύο πρώτες χαράξεις του ιδίου γράμματος στον στίχ.6, όπου είναι εμφανής η διαφορά, ενώ η τρίτη χάραξή του στον ίδιο στίχον ομοιάζει με εκείνη του στίχ.2). Η μορφή των γραμμάτων στην επιγραφή είναι η αυτή (πρβλ. τους τύπους του άλφα -παρά την προαναφερθείσα κακή χάραξή του στον στίχ.6-, σίγμα, όμικρον και ύψιλον). Στο αριστερό τμήμα του μαρμάρου από τον στίχ.2 μέχρι και τον στίχ.5 υπάρχει χαρακτή ευθεία γραμμή από πιθανή μεταγενέστερη δεύτερη χρήση του. Το περιθώριο είναι ικανού πλάτους στο δεξιό (0.04μ.) και κάτω (0.03μ.) τμήμα του επιγραφικού κειμένου.

Στίχ.1. Επάνω από το γράμμα άλφα του στίχ.2 διακρίνεται καμπυλούμενη χάραξη, ενώ δεξιότερα κοντά στην θραυσμένη άνω πλευρά υπάρχουν ασαφείς χαράξεις, οι οποίες όμως είναι πολύ πιθανόν να οφείλωνται και στην διάβρωση του μαρμάρου.
Στίχ.2. Τα ίχνη των χαράξεων πριν από το γράμμα ταύ είναι ασαφή. Διακρίνεται δεξιά τμήμα κάθετης γραμμής. Πρόκειται άραγε για τμήμα της κεραίας του γράμματος νί;
Στίχ.3. Στο δεξιό διάστιχο των στίχ.2 και 3 υπάρχει κοιλότητα στο μάρμαρο, η οποία προχωρεί οριζοντίως μέχρι την απόληξή του. Η κοιλότητα αυτή αλλά και η διάβρωση της επιφανείας του μαρμάρου καθιστούν δύσκολο τον έλεγχο για τον εντοπισμό χαρακτού γράμματος. Αριστερά από το γράμμα όμικρον διακρίνεται ευκρινώς η αλλοιωμένη χάραξη του άλφα, ομοίου τύπου με εκείνο του στίχ 2.
Στίχ.5. Στη μέση του μηνοειδούς γράμματος σίγμα διακρίνεται η αρχή κεραίας με οριζόντια φορά. Πιθανώς ο χαράκτης αντελήφθη εγκαίρως το αβλέπτημα και δεν ολοκλήρωσε την χάραξή της με σκοπό να γράψει το έψιλον. Προφανώς παρεσύρθη στην πράξη αυτή από το πρώτο γράμμα (έψιλον) της λέξεως ΕΝΘΑ του αμέσως επομένου στίχ.6.
Στίχ.6. Αμελής η χάραξη των γραμμάτων και ιδίως της καταλήξεως TE.
Κατά μεταγραφήν η επιγραφή έχει ως ακολούθως:

Χρονολόγηση: +6ος αι.

II. Σχόλια

Στίχ.4 Ευδόξιος.
Ο μάρτυρας Ευδόξιος, του οποίου την ονομασία είχε ο πρεσβύτερος της Κυπαρισσίας, κατείχε το αξίωμα του κόμιτος και εμαρτύρησεν επί Διοκλητιανού στην Μελιτηνή της Μ. Ασίας μαζί με τους μάρτυρες Ζήνωνα και Μακάριο3, η δε μνήμη των εορτάζεται από την εκκλησία την 6η Σεπτεμβρίου4. Το όνομα Ευδόξιος δεν είναι συνηθισμένο σε παλαιοχριστιανικές επιγραφές από τον πελοποννησιακό χώρο τουλάχιστον δεν γνωρίζω άλλο παράδειγμα5.
Στίχ.5 πρεσβύτερος.
Ο Ευδόξιος κατείχε στην εκκλησιαστική οργάνωση της τοπικής παλαιοχριστιανικής επισκοπής τον βαθμό του πρεσβυτέρου. Πρόκειται για έναν από τους τρείς βαθμούς ιερωσύνης και μάλιστα για τον ενδιάμεσο μεταξύ του επισκόπου και του διακόνου. Κατά την εκκλησιαστική τάξη ο πρεσβύτερος διοικεί την ενοριακή του περιφέρεια εξ ονόματος του επισκόπου6.
Από την περιοχή της πλησιόχωρης (Αρχαίας) Μεσσήνης, η οποία απετέλεσε επισκοπή στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, είναι γνωστές δύο επιγραφές με τον βαθμό του πρεσβυτέρου
α) από την Σίμιζα (Ιθώμη) Παύλος πρεσβ[ύτερο]ς7 και
β) από την πόλη της Μεσσήνης, βορείως της Αρχαίας Αγοράς, όπου σε χαρακτή επιγραφή του +4ου ή +5ου αι., επί αρχαίου αρχιτεκτονικού μέλους αναφέρεται «… Ανανίου πρεσβυτέρου», με την ιδιομορφία ότι η λέξη «πρεσβύτερος» δηλώνεται με το γνωστό συμπίλημα των γραμμάτων Φ και P 8.
Από την επισκοπή της παλαιοχριστιανικής Ήλιδος προέρχεται επιτύμβια επιγραφή με δύο ονόματα πρεσβυτέρων  Θεοκτίστου πρεσβ(υτέρου)/ Σωτήρου των μακαρι/ ωτάτων πρεσβυτέρων9.
Από ανασκαφή στην παλαιοχριστιανική Τεγέα, έδρα και αυτή επισκοπής, προέρχεται πολύστιχη επιτύμβια επιγραφή του +5ου ή +6ου αι., η οποία αναγράφει Σαμουήλ πρεσβ(ύτερος)10.
Στις ανασκαφές της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του μάρτυρα Λεωνίδη στο Λέχαιο (περιοχή μητροπόλεως Κορίνθου) ευρέθησαν δύο επιγραφές, οι οποίες παραδίδουν ονόματα πρεσβυτέρων. Η μία είναι γραπτή αναθηματική επί τμημάτων εντοιχίου κονιάματος (επιχρίσματος) υπερθύρου και από τα σπαράγματα συμπληρώνονται οι λέξεις δουλος, πρεσβύτερος και Παύλος11. Η άλλη είναι χαρακτή επί λαιμού προχοΐδας που ευρέθη σε τάφο και αναφέρει  Θωμά π(ρεσβυτέρου)12.
Στίχ.6 ένθα κατάκιτε.
Η έκφραση είναι γνωστή στις παλαιοχριστιανικές επιτύμβιες επιγραφές. Συχνότατα απαντά στα επιγραφικά κείμενα της (Αρχαίας) Κορίνθου και μάλιστα με την ίδια ορθογραφία του ρήματος «κείμαι» (κατάκιτε)13, η οποία είναι δυνατόν να οφείλεται σε ελλιπείς γραμματικές γνώσεις του χαράκτη ή και σε προβλήματα προφοράς. Παρόμοια έκφραση και ορθογραφία του ρήματος υπάρχει και σε παλαιοχριστιανική επιγραφή της Ήλιδος (ενθάδε κατά/ κιτε) 14.

III. Παρατηρήσεις

Ως αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία υπάρξεως παλαιοχριστιανικής επισκοπής στην Κυπαρισσία μπορεί να θεωρηθή η υπογραφή του επισκόπου της Αλεξάνδρου στην Σύνοδο της Σαρδικής το έτος +343/344, Alexander Gyparensis Achajac, που ορθώς διορθώνεται σε Alexander Cyparissensis15.
Ας σημειωθεί ότι μετά την υπογραφή του Αλεξάνδρου ακολουθεί εκείνη του επισκόπου Μεθώνης Ευτυχίου (Eutychiτις de Methona)16. Στην πολιτική Γεωγραφία του γραμματικού Ιεροκλέους, τον Συνέκδημο, που συνετάγη στους χρόνους του Ιουστινιανού (μεταξύ των ετών +528/535), αναγράφεται η πόλη της Κυπαρισσίας17, αλλά έκτοτε σιγή επικρατεί για την τύχη της μέχρι των αρχών της τετάρτης εικοσιπενταετίας του 10ου αι., όπου κατά την εποχή εκείνη την επισκέπτεται γιά ιεραποστολικό σκοπόν ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, αλλ’ όμως η πόλη έχει ήδη μετονομασθεί σε Αρκαδία18.
Ως επισκοπή αναγράφεται η Κυπαρισσία στο Τακτικό του παρισινού κώδικα 1555A 19. Στον κατάλογο αυτό της εκκλησιαστικής τάξεως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που χρονολογείται στις αρχές του 8ου αι. ή στον 9ο κατά J. Darrouzες, η πόλη μνημονεύεται ως η κη΄ επισκοπή της επαρχίας Πελοποννήσου υπό τον μητροπολίτη Κορίνθου. Η μαρτυρία όμως αμφισβητείται, γιατί αναγράφεται στο ίδιο Τακτικό και ως αρχιεπισκοπή υπό τον τίτλο Επαρχία Πελοποννήσου, ο Αρκαδίας. Ο Γερ. Ι. Κονιδάρης εξοβέλισε από το Τακτικό την επισκοπή Κυπαρισσίας20 και εδέχθη την (αυτοκέφαλη) αρχιεπισκοπή21. Αντιθέτως ο J. Darrouzes θεωρεί την αναγραφή της στην σειρά των επισκοπών της «επαρχίας Πελοποννήσου» ως ορθή22 και επικεντρώνει το πρόβλημα στην καταχώρηση της αρχιεπισκοπής, χωρίς όμως να διευκρινίζει επακριβώς το ζήτημα της διπλής αναγραφής. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσωμε την ύπαρξη επισκοπικής έδρας στην Κυπαρισσία23, μάλιστα δε μετά την ανεύρεση στην πόλη επιγραφικής μαρτυρίας η οποία μνημονεύει εκκλησιαστικό αξίωμα. Έτσι η διατυπωθείσα γνώμη, ότι μία αναφορά πόλεως στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους «δεν συνεπάγεται και την ύπαρξιν επισκοπής»25, τουλάχιστον δεν ευσταθεί για την περίπτωση της Κυπαρισσίας και συνεπώς δεν είναι θεμιτό να διαγραφή από το παρισινό Τακτικό. Η διπλή αναγραφή της πόλεως, ως επισκοπής Κυπαρισσίας και ως αρχιεπισκοπής Αρκαδίας, πρέπει να αναζητηθεί σε άλλον εξωγενή παράγοντα, όπως στην αξιοπιστία του πρώτου συντάκτη του Τακτικού (και του παρισινού κώδικα) ή, το πλέον πιθανότερο, στην σύγχυση που επεκράτησε με την βίαιη συγχώνευση των επαρχιών υπό το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως μετά την ζοφερή περίοδο της Εικονομαχίας (+732- +746)26.
Καθ’ όσον γνωρίζω παρέμεινε ανεκμετάλλευτη μέχρι τώρα και μία άλλη άμεση, κατά την άποψή μου, μνεία επισκόπου Κυπαρισσίας -και συνακολούθως της ομώνυμης επισκοπής. Πρόκειται για ελλιπή επιγραφή επί αποτμημάτων στέψεως παλαιοχριστιανικού θωρακίου, το οποίο ευρέθη στις ανασκαφές βασιλικής στην θέση αγία Κυριακή, νοτιοδυτικά των Φιλιατρών, εδαφικής περιοχής που όπωσδήποτε ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της επισκοπής Κυπαρισσίας27:
ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΓΙΩΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟ[ΠΟΥ  …καλανδών;] ΙΑΝ[ουαρίων;]

Δεν εσώθη το όνομα του επισκόπου, ο όποιος πιθανώς αφιέρωσε το γλυπτό φραγμα του πρεσβυτερίου ή εγκαινίασε την βασιλική, άλλ΄ όμως η σημασία του επιγραφικού αυτού κειμένου είναι προφανής εφ’ όσον, συνδυαζόμενο με εκείνο του πρεσβυτέρου Ευδοξίου, καθιστά περιττή κάθε αμφιβολία και προβληματισμό γιά την ύπαρξη ή μη παλαιοχριστιανικού επισκοπικού θρόνου στην πόλη. Κατά τον ανασκαφέα η βασιλική χρονολογείται περί τα μέσα του +6ου αι. (+540/550)28.
Συμπερασματικώς, μπορούμε με βεβαιότητα να ανάγωμε χρονικώς την ίδρυση της επισκοπής Κυπαρισσίας τουλάχιστον στις αρχές του +4ου αι. (+300) για την πρωϊμότητα στην χρονολόγηση δεν πρέπει να είμεθα επιφυλακτικοί, εφ’ όσον γνωρίζομε ότι οι παράλιες πόλεις εδέχθησαν ενωρίτερα και ευκολότερα τα διδάγματα του χριστιανισμού λόγω και της ευρύτερης πνευματικής αντιλήψεως των κατοίκων -σε αντιδιαστολή με τα ενδότερα ορεινά πολίσματα. Τα παλαιοχριστιανικά αρχαιολογικά τεκμήρια στην Κυπαρισσία, άγνωστα και ανεκμετάλλευτα επιστημονικώς29 προδίδουν την ύπαρξη ακμαίας οικιστικής εγκαταστάσεως, αλλά ταυτοχρόνως και την έδρα ομώνυμης επισκοπής, η οποία πρέπει να υφίστατο μέχρι και την περίοδο του Φωκά (+602/ +610) σύμφωνα με νομισματικό εύρημα30. Υποθέτω ότι η επισκοπή δεν εσχόλασε στους αμέσως επομένους χρόνους, όπως συνέβη στις περισσότερες πελοποννησιακές πόλεις- επισκοπές και μάλιστα σε εκείνες της ενδοχώρας γιά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, αφού η οχυρή τοποθεσία της παράλιας πόλεως υπήρξε καταφύγιο πληθυσμών προερχομένων από τα ενδότερα μέρη και κατ’ αυτό τον τρόπο ισχυροποιήθη η περιοχή δημογραφικώς, με όλα τα θετικά επακόλουθα. Στο γεγονός αυτό οφείλεται η διαχρονικότητα στην οίκηση της πόλεως και της ευρύτερης περιοχής, ένα από τα μάλλον ελάχιστα πελοποννησιακά παραδείγματα αποδεδειγμένης ιστορικής οικιστικής συνεχείας.

Παναγιώτης Βελισσαρίου, Αρχαιολόγος

Παλαιοχριστιανική Επιγραφή Κυπαρισσίας
Πρακτικά Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών

1. Στην επιτόπια έρευνα και στον εντοπισμό της επιγραφής συνέβαλε η φιλόλογος κ. Χαριτίνη-Δήμητρα Βελισσαρίου. Απαρίθμηση τν κρηνών (βρυσών) του παλαιού οικισμού της Κυπαρισσίας χωρίς όμως διευκρινιστικές σημειώσεις στον Βασ. Στυλ. Σταυρόπουλον, Απ’ το οδοιπορικό του Εβλιγιά στην Πελοπόννησο 1686. Στο κάστρο της Αρκαδιάς, «Τριφυλιακή Εστία», τόμ.9, τχ.49-50 (1983), σσ.46-47.
2. Για την παλαιοχριστιανική Κυπαρισσία δεν υπάρχει ιδιαίτερη μελέτη βλ. Picske, Kyparissia, (Pauly-Wissowa) Real Encycl. der Class. Altert., τομ. XII/23 (1924), σ. 47 (S 1), όπου συγκεντρωμένες οι πηγές και η σπουδαιότερη βιβλιογραφία. – Α. Βοn, Lε Péloponnèse byzantine jusqu’en 1204, Paris 1951,σ.112, σημ.1. Ενημερωτικό άρθρο του Ν. Κ. Μουτσόπουλου, Η ακρόπολις της αρχαίας Κυπαρισσίας. Το κάστρο της «Αρκαδιάς», «Τριφυλιακή Εστία», τόμ.8, τχ.48 (1982), σσ. 517-526.

3. (Ανών.), Ευδόξιος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ.5 (1964), σ. 1024.

4. Μηναίον του Σεπτεμβρίου, εν Αθήναις 1959 (έκδ. της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος), σσ. 43-44.
5. Βλ. επιγραφή από την Εδεσσα της Μακεδονίας με το όνομα στον Ν. Α. Βέη, Πεντήκοντα Χριστιανικών και Βυζαντιακών επιγραφών νέαι αναγνώσεις, Αρχαιολ. Εφημ. 1911, σ.106, αρ. 47: » Μημόριον αιώνιον) (Ευδοξίου πρεσβυτέρου) και του αμαρτολο(ύ). πρβλ.D. Feissel, Recueil des inscriptions chrétiennes de Macédoine du IIIe au VIe siècle, Paris 1983 (=Bull. Corr. Hell., Suppl. VIII), σ.38, αριθ.16. -Το θηλ. Ευδοξία, D. Feissel, σ.47, αριθ.31, στιχ.2.
6. Δ. Ν. Μωραΐτου, Πρεσβύτερος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία τόμ. 10 (1967), στ. 581-582. Πρβλ. Βασιλ. Κ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία απ’ αρχής μέχρι σήμερον, εν Αθήναις 1959, σσ. 44, 46 κεξ. H. Leclε τcα, Presbyter, Dictionnaire d’archéologie chrétienne et de liturgie, tópu. XIV, 2 (1948), ot. !717 k&5.
7. Ν. Α. Βέης, Χριστιανικαί επιγραφα Μεσσηνίας μετά σχετικών άρχαιολογημάτων, Δελτ. Ιστορ. Εθνολ. Εταιρ. 6(1901), σ. 389, άρ. ΧΙ.
8. Αν Κ . Ορλάνδου, Εκ τής χριστιανικής Μεσσήνης, Αρχ. Βυζ. Μνημ. ‘EAA. Il(1969), σ.101.
9. Rob. Fleischer, Epigraphisches aus Elis, Jahr. des Östr. Arch. Inst. in Wien 46 (1961-63). Beiblatt, or. 89, öp. 5 kai eik. 56.
10, N. Bees, Note sur quelques inscriptions chrétiennes de Tégée, Bull. Corr. Hell.31(1907), σ.380, άρ.2, στίχ 1-2.
11. Δ. Ι. Πάλλα, Ανασκαφή βασιλικής εν Λεχαίω, Πρακτ. Αρχαιολ. Εταιρ. 1956, σ.171.
12. Α. Ι, Πάλλα, ένθ’ αν., σ. 173.
13. N. A. Bees, Die Griechish-Christlichen Inscriften des Peloponnes. Ι., IsthmosKorinthos, Athen 1941 (–Corpus der griechisch-christlichen Inschriften von Hellas), o. 61, άρ. 31, στίχ. 8: ένθα κατάκιτε (4ου-5ου μ.Χ. αι.) σ. 75, άρ. 34, στίχ. 3-4 ένθα Γκαλτάκιτε (6ου-7ου μ.Χ. αι.), σ. 97, άρ. 45, στίχ. 2: ένθα κατάκιτίαι) σ. 119, άρ. 60, στίχ. 2-3: ένθα κατά, κιτε (6ου μ.Χ. αι.). – Δ. Ι. Πάλλα – Στ. Ν. Ντάντη, Επιγραφές από την Κόρινθο, Αρχαιολ. Εφημ. 1977, σ. 67, άρ. 6, στίχ 1-2, 1… ένθα, κατάκειτε (6ου μ.Χ. αι.). Από τον υπόλοιπα ελλαδικό χώρο βλ. ένδεικτικώς, Γ. Α. Σωτηρίου, Αι χριστιανικαι Θήβαι της Θεσσαλίας, Αρχαιολ. Εφημ. 1929, σ. 150, αρ. 1, στίχ. 1-2 έΤνθα κή ατάκ<ει >- τίαι), σ. 152, άρ. 6, στίχ 1-2. Ενθα κατά κ<ζει δεται) και σ. 155, άρ. 14, στίχ 1-2 ή Ενθα κατάκει) τε στις δύο αυτές επιγραφες ή έκφραση ευρίσκεται στην αρχή του κειμένου ενώ, αντιθέτως, στην επιγραφή τής Κυπαρισσίας στο τέλος – Ευθ. Τσιγαρίδα – Κά τ. Λοβέρδου-Τσιγαρίδα, Κατάλογος χριστιανικών επιγραφών στα μουσεία τής Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1979 (=Μακεδονική Βιβλιοθ. 52), σ. 33, άρ. 1, στίχ. 4-5: ένθα κατάκι τε, σ. 39, άρ. 6, στίχ, 5 και 12-13, σ. 43, άρ. 10, στίχ. 3-4 – Από τις παλαιοχριστιανικές ελληνικές επιγραφες του ευρύτερου μεσογειακού χώρου, Κιλικίας (Ο Dagron – D. Feissel, Inscriptions de Cilicie, Paris 1987 (=Travaux et Mémoires, Monogr. 4), o. 103, čp. 57, 58, 59) koi Appočtotáčog M. Aosídg (Ch. Roue ché, Aphrodisias in Late Antiquity, London) 1989, o, 213, p. 169, Otiy. 1-2. (otuupös) Evila karakite» o. 214, à p. 170, 171 o. 215, dip. 172. –Xixe?iag, Ant. Ferrua, Note e Giunte alle iscrizioni christiane antiche della Sicilia, Città del Vaticano 1989 (=Sussidi allo studio delle Antichità Christiane, 9), o. 1 13, dip. 427, CstíX. 2: švé9a Katikákat ta.
14. J. Keil– A. v. Prem er stein, Vorläufiger Bericht über eine Probegrabung in Elis, Jahr. des Östr. Arch. Inst. in Wien i4(1911). Beiblatt, oT. 108, eik. 59, orix. 1-2. = LRobert, Hellenica I, Limoges 1940, o. 36. TipsB. Rob. Fleischer, Éw8 div, ot. 82, Otix.-2.
15. J. D., Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, Fiorentiae 1761 (ανατ. Graz, 1960), τόμ. 6, στ. 1220. Ο Βασ. Γ. Ατέσης, Επισκοπικοι κατάλογοι της Εκκλησίας της Ελλάδος απ άρχής μέχρι σήμερον, εν Αθήναις 1975 (άνατ. εκ. του Εκκλ. Φάρου Νς (1974) και ΝΖ ́ (1975)), σ. 164, ακολουθώντας τον Δ. Δουκάκη, Κατάλογος επισκόπων Μεσσήνης και Ανδρούσης, Εκκλ. Φάρος Β’ (1908), σσ. 340-341, συγκαταλέγει λανθασμένως τον Αλέξανδρο στόν κατάλογο τών επισκόπων Μεσσήνης o Impễópuɛvog otmv šKðoor toð M. Le Q u i en, Orient Christianus, in quattuor Patriarchatus…, tópu. II, Parisiis 1740, cyt, 195-196 Kai ở cvề čKɛívm to J. D. Mansi, šv6’ ởv. Tò άβλέπτημα δεν έπανορθώνειό Σπ. Δ. Κοντογιάννης , Επισκοπικοι κατάλογοι. Προσθήκαι και διορθώσεις εις τους επισκοπικούς καταλόγους τής Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1986, σ. 188. Επιφυλακτικός είναι ό Εμμ. Ι. Κωνσταντινίδης, Συμβολαί εις την έρευναντής ιστορίας τών εν Ελλάδι επισκοπών, Ι, Αθήναι 1983 (φωτ. επανέκδ.), σ. 30, χωρίς όμως να γνωρίζη την προτεινόμενη όρθή διόρθωση του J. D. Mansi. Πρβλ. Αν. Κ. . Ο ρλάνδο ν, ένθ’ αν., σ. 88. —Θεωρείται ότι ό επίσκοπος Κυπαρισσίας Αλέξανδρος αναφέρεται στην επιστολή του Μ. Αθανασίου πρός τις Εκκλησίες της Μαρεώciog (J. D. Mansi, 8v8 (iv., O. 1219. – J. – P. Migne, PG 25, 337). B. M88o Siou Γ., Φα ύ για, Ιστορία τής αποστολικής εκκλησίας Κορίνθου απ’ αρχής μέχρι σήμερον,
Αθήναι 1968, σ. 134, άρ. 1.
16. J. D. Man Si, ένθ’ αν. Πρβλ. Μεθόδιον Γ. Φού για ν, ένθ’ αν., σ. 35, άρ.
17. E. Honigmann, Le Synekdèmos d’Hiéroklès et l’opuscule géographique de Georges de Chypre, Bruxelles 1939 (=Corpus Bruxellense Historiae Byzantinae), c. 18, $ 648, i.
– 18. Ο δ. Λαμψίδου, Ο εκ Πόντου όσιος Νίκων ο Μετανοείτε (Κείμενα Σχόλια), Αθήναι 1982 (=περ. «Αρχ. Πόντου». Παράρτ. 13), σ., 62, στίχ.21: εις Αρκλάδας αφίκετο (κατά τον Βαρβεριανό κώδ. 583) και σ. 187, στίχ.25: εις Αρκάδας αφίκετο (κατά τόν Κουτλουμουσιανό κώδ. 210) βλ. και τα σχόλια στην σ.424. Αντιθέτως ό Σπ. Π. Λάμπρος, Ελληνικά έγγραφα εν τώ αρχείω τής Βενετίας εν οίς και έγγραφα Τούρκων αρχόντων ελληνιστί, Δελτ. Ιστορ. Εθνολ. Εταιρ. 4(1892), σ., 645, ταυτίζει την αναφορά της Αρκαδίας στον Βίο Νίκωνος με την ομώνυμη χώρα, άν και γνωρίζει την αντιστοιχία της τοπωνυμίας Αρκαδία- Αρκαδιά με τον οικισμό της Κυπαρισσίας (Σπ. Π. Λάμπρου, ένθ’ αν., σ.639). Περισσότερα για την διαχρονική ονοματολογία του τόπου στον Δ. Β. Βαγιακάκον, Κυπαρισσίας όνοματολογικά Α’. Κυπαρισσία- Αρκαδία- Αρκαδιά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδ. (Κυπαρισσία 27-29 Νοεμ. 1982), Αθήναι 1984 (Πελοποννησιακά. Παράρτ. 10), σ.269 κεξ.
19. Γερ. Ι. Κονιδάρη , Αι μητροπόλεις και αρχιεπισκοπαί του Οικουμενικού Πατριαρχείου και οι «τάξις» αυτών, Αθήνα 1934 (=Texte u. Forschungen zur Byz.-Neugr. Philol., 13), oo.77-78, 102. J. Darrouz ès, Notitiae episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae, Paris 1981, σ.245, στίχ.759. Ο συγγραφέας, σ.32, χρονολογεί το Τακτικό μετά την Ζ’ Οικ. Σύνοδο και δεν το σχετίζει με την Εικονομαχία, όπως ο Γερ, Κονιδάρης.
20. Γερ, Ι. Κονιδάρη, ένθ’ αν., σ.102. Το ύ αυτού, Παρατηρήσεις εις τα περί επισκοπών της Λακωνικής κατά τους ένδεκα πρώτους αιώνας της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, «Λακων. Σπουδ.» 5Β’ (1980), σσ. 414-415. Πρβλ. Αγνή ν Βασιλικοπούλου, Η εκκλησιαστική οργάνωση της Πελοποννήσου στη βυζαντινή εποχή, Πρακτικά Γ’ Διεθν. Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδ., τόμ. Β’, Αθήναι 19871988 (=Πελοποννησιακά. Παράρτ. 13), σ. 196 κεξ.
21. Γερ. Ι. Κονιδάρη, Αι μητροπόλεις και άρχιεπισκοπαί, ένθ’ αν., σ.90. Του αυτού, Συμβολή εις την Εισαγωγήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Ελλάδος, εν
Αθήναις 1938, σσ. 40,76.
22. J. Darrouzès, ένθ’ αν., σ.245, στίχ759.
23, J. Darrouzès, ένθ’ αν., σ.232, στίχ.56 και σ.23,
24. Την ύπαρξη παλαιοχριστιανικής επισκοπής δέχεται ο Γερ. Ι. Κονιδάρης, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, τόμ.Α’, εν Αθήναις 1954-1960, σσ.516, 518, παρά τόν εξοβελισμό της από τό παρισινό Τακτικό.
25. Γερ. Ι. Κονιδάρη, Παρατηρήσεις εις τα περί επισκοπών τής Λακωνικής, σσ. 407-408.

26. Ger. Konidaris. Die neue in parallelen Tabellenausgabe der Not. Episcopatuum und die Echtheit der Not. d. Cod. Paris. 1555A, «χαριστήριο εις Α. Ορλάντο», τόμ. Δ., Αθήναι 1967-1968,

27. Δ. Ι. Πάλλα, Ανασκαφή εις Φιλιατρά της Τριφυλίας, Πρακτ. Αρχαιολ. Εταιρ. 1960, σ. 186, σημ. 1 και πίν. 148α. Του αυτού, Μεσαιωνικά Μεσσηνίας. Ανασκαφή παρά τα Φιλιατρά (Τριφυλίας), Αρχ. Δελτ. 16 (1960) Χρον., σ.122 και D. Pallas, Les monuments paléochrétiens de Grèce découverts de 1959 à 1973, Città del Vaticano 1973 (=Sussidi allo studio della Antichità Christiane, 5), σσ.187-190.
28. Δ.Ι. Πάλλα,Ανασκαφή εις Φιλιατρά τής Τριφυλίας, ένθ’ αν.,σσ. (187-188 kai D, Pallas, 3. 189.
29. Η μεταξύ του κάστρου της Κυπαρισσίας (Αρκαδιάς) και της παραλίας επίπεδη έκταση παρέχει πλήθος αρχαιολογικών παλαιοχριστιανικών (και βυζαντινών) ενδείξεων στις συνεχόμενες ευρύτατες εδαφικές εκτάσεις Φόρος (τοπωνυμία προερχομένη τουλάχιστον από τους μεσοβυζαντινούς χρόνους) και Μούσγα προσδιορίζονται κτηριακά συγκροτήματα και ιδίως νεκροταφείο των υστέρων ρωμαϊκών χρόνων για τις ανασκαφικές εκθέσεις βλ. Ν. Κυπαρίσση, Εκθεσις περί τών εν Κυπαρισσία δοκιμαστικών ανασκαφών, Πρακτ. Αρχαιολ. Εταιρ. 1911, σ. 250 κεξ. – Γ. Π. Παπαθανασόπουλου, Αρχαιότητες και μνημεία Μεσσηνίας, Αρχ. Δελτ. 17(1961-1962) Β ́ Χρον., σ.98 κεξ.
30. Ν. Κυπαρίσσης ενθ’ αν., σ. 251. Αντιθέτως ο Γ. Π. Παπαθανασόπου λος, ένθ’ αν., σ.98 αναφέρει την εύρεση νομισμάτων χωρίς όμως να εξειδικεύη.

aristomenismessinios.blogspot.com

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.