Τοπικά ΝέαΦιλιατρά

«Πού ΄σαι ρε φούλη!»: Οι μαθητές της Δ’ τάξης του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών δεν ξεχνούν την ντοπιολαλιά!

Η ντοπιολαλιά των Φιλιατρών σε έντυπη μορφή – 1740 παλιές Φιλιατρινές λέξεις

Οι μαθητές της Δ΄τάξης  του 3ου Δημοτικού σχολείου Φιλιατρών, στο πλαίσιο του μαθήματος της Ευέλικτης Ζώνης, με στόχο να συγκεντρωθούν οι παλιές Φιλιατρινές λέξεις, προχώρησαν, με τη χρηματοδότηση της Κοινωφελούς Επιχείρησης του Δήμου, στην έκδοση μικρού εντύπου στο οποίο καταγράφονται 1740 παλιές Φιλιατρινές λέξεις που τείνουν να χαθούν. Το έντυπο μοιράστηκε στους μαθητές των δημοτικών σχολείων της πόλης των Φιλιατρών.

Ο Διευθυντής του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών, Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, σημειώνει:

«Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι αλλαγές που επήλθαν στην κοινωνία μας ήταν ραγδαίες. Αλλάξαμε ήθη κι έθιμα, συνήθειες, ρυθμούς ζωής. Χάθηκαν επαγγέλματα, άλλαξε τελείως η οικιακή μας οικονομία, σκούριασαν τα παλιά εργαλεία, άλλαξε ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τον χρόνο μας, ο τρόπος  που μιλάμε καθημερινά, που ντυνόμαστε, που εργαζόμαστε, που μετακινούμαστε ή που επικοινωνούμε μεταξύ μας. Ξεχάστηκε  και η γλώσσα. Αφήσαμε τις λέξεις, την ντοπιολαλιά μας, τις αντικαταστήσαμε με νέες, σύγχρονες, αλλά και ξένες. Εκμοντερνιστήκαμε! Με αυτή την προσπάθεια που κάναμε  φέτος, είχαμε σκοπό να φωτίσουμε λίγο αυτό το κομμάτι  της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαμε πριν λίγα χρόνια. Στόχος μας ήταν να συγκεντρώσουμε ξεχασμένες λέξεις, να τις πούμε, να τις ακούσουμε, να μάθουμε τι σήμαιναν κι αν μπορούσαμε, αφουγκραζόμενοι τον ήχο τους και τη μουσικότητά τους, να φανταστούμε εικόνες από τα παλιά, στιγμές από τότε που οι άνθρωποι  έφτιαχναν μόνοι τους, τα σπίτια τους, τα ρούχα τους, τα τρόφιμά τους, τα εργαλεία τους. Οι μαθητές της Δ΄ τάξης του 3ου Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών, στο πλαίσιο της Ευέλικτης Ζώνης, ήταν αποφασισμένοι να «βρουν χαμένους θησαυρούς» και να ανακαλύψουν λέξεις παίρνοντας τον ρόλο του ερευνητή. Μίλησαν με παππούδες και γιαγιάδες και κάθε εβδομάδα έφερναν «καινούριο υλικό». Καταγράφαμε τις λέξεις σε ειδικό τετράδιο, αφού πρώτα γράφαμε τις ερμηνείες τους στον πίνακα της τάξης. Σαν άσκηση έπρεπε να βάλουν τις νέες γι’ αυτούς λέξεις, σε προτάσεις της καθημερινότητάς τους. Έγραφαν και ιστορίες. Επισκεφτήκαμε το ΚΑΠΗ της πόλης όπου οι γιαγιάδες το καταχάρηκαν. Θυμήθηκαν λέξεις και τα παιδιά έτρεχαν να τις καταγράψουν.  Μία από αυτές μάς έγραψε και μια ιστορία. Τα παιδιά ένιωθαν να συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι  με μπρος πίσω τον χρόνο και μια σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν. Κάποιοι μαθητές της τάξης από άλλες χώρες ανακάλυψαν λέξεις που τις λένε και  στην πατρίδα τους.  Είναι πολύ γοητευτικό να ακολουθείς αυτό το ταξίδι των λέξεων στον χρόνο, να μαθαίνεις πως τις λέξεις, για παράδειγμα, αγγειό ή τούμπι ή πυροστιά  που έλεγε η γιαγιά σου και συ σήμερα δεν τις γνωρίζεις, τις έλεγε και ο Όμηρος. Ή τις λέξεις καπίστρι, μπαντανία ή φούρκα, τις λένε σήμερα στην Αλβανία. Καλέσαμε επίσης και τον φιλιατρινό λογοτέχνη Κώστα Κόλλια- Ερανιώτη,  ο οποίος έγραψε για μας ιστορίες με υλικό αυτές τις λέξεις. Μας παρέσυρε κιόλας να γράψουμε κι εμείς. Τον ευχαριστούμε πολύ για όλα και κυρίως γιατί αγκάλιασε αυτή μας την πρωτοβουλία και επιμελήθηκε της έκδοσή της.  Βγάλαμε τέλος και αφίσα τονίζοντας πως στο σχολείο μας, μεταξύ άλλων, ανακυκλώνουμε και παλιές λέξεις. Και ήταν αρκετοί αυτοί που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας. Αυτοί οι οποίοι μας συνάντησαν για να μας δώσουν ένα χαρτάκι με σημειωμένες λέξεις ή που μας τις έστειλαν στο σχολείο. Τους ευχαριστούμε πολύ. Όπως ευχαριστούμε και τις διάφορες «πηγές» μας απ’ όπου αντλήσαμε λέξεις. Το περιοδικό «Φιλιατρά», την εφημερίδα «Φιλιατρινές Ώρες», το βιβλίο του Στασινού Χρονόπουλου «η Μάλη», το ΚΑΠΗ Φιλιατρών, την κυρία Διονυσία Συρράκου, την κυρία Σταματούλα Στασινοπούλου, τον κύριο Ορέστη Κρεκούκια. Φυσικά, δε θα παραλείψω να ευχαριστήσω και την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Τριφυλίας και προσωπικά τον Πρόεδρό της και Δήμαρχο κο Γεώργιο Λεβεντάκη για την ομόφωνη απόφαση να εκτυπωθεί αυτή η μικρή μας πολιτιστική εργασία και να μοιραστεί στους μαθητές των δημοτικών σχολείων της πόλης μας. Συγκεντρώθηκαν τόσες λέξεις και οι μαθητές φτιάχνοντας προτάσεις, ιστοριούλες, ερωτηματολόγια και σταυρόλεξα έμαθαν να χρησιμοποιούν πολλές. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπουν στο καθημερινό τους λεξιλόγιο. Γι’ αυτό όμως που είμαι πεπεισμένος, είναι πως  έμαθαν ότι υπάρχει αυτός ο χαμένος θησαυρός και πλούτος της γλώσσας μας και πού ξέρεις, ίσως συνεχίζοντας να ψάχνουν, διατηρήσουν ζωντανή την ελπίδα της διάσωσης αυτού του μέρους της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και ταυτότητας».

ΠΑΛΙΕΣ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

                     Α

  1. Αβάκα=συντροφιά
  2. Αβανιά =ρουφιανιά
  3. Αβάντα=υποστήριξη
  4. Αβγατίζω=αυξάνω
  5. Αβέρτος=γενναιόδωρος
  6. Αγάλι αγάλι= σιγά
  7. Άγανο =οι «τρίχες» του σιταριού
  8. Αγανός=απαλός
  9. Αγάντα= σημείο στήριξης
  10. Αγγειό=δοχείο
  11. Αγιάζι=ψυχρός πρωινός αέρας
  12. Αγκλιά=αποξηραμένη κολοκύθα που χρησιμοποιείτο για να βγάζεις νερό από το καζάνι
  13. Αγκορτσιά=άγρια αχλαδιά
  14. Αγκουρμάζομαι=κρυφακούω
  15. Αγκουσεύομαι =ζεσταίνομαι
  16. Αγκωνάρια=γωνιακές πέτρες του σπιτιού
  17. Αγκωνή= η γωνία του ψωμιού
  18. Αγλέουρας ή αγκλέουρας =βότανο, αλλά και πάθηση του λάρυγγα.Το λέγαμε όταν κάποιος έτρωγε πολύ
  19. Αγνάντιο=μέρος με ωράια θέα
  20. Αγρικάω=ακούω
  21. Αδειάζω=ευκαιρώ
  22. Αδερφομοίρια =Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν ήταν μοιρασμένα ανάμεσα στ’ αδέρφια
  23. Αδράχτι=το ξύλο που τύλιγαν το μαλλί όταν έγνεθαν
  24. Αζούρι=κέντημα με τρύπες
  25. Αητός=το πουλί, αλλά και η κλάρα ελιάς που πάει ψηλά. Επίσης αητός λέγεται και το κλαρί που φέρνει ο εργάτης στον νοικοκύρη όταν τελειώνει ο ράβδος.
  26. Αΐσκιωτος= φοβισμένος
  27. Ακαμάτης=τεμπέλης,αλλά και το κλήμα που δεν κάνει σταφύλια
  28. Ακλαφούνηγος=άκλαφτος
  29. Ακόνι=πέτρα για να κάνεις κοφτερά τα μαχαίρια, αλλά και όλα τα κοφτερά εργαλεία.
  30. Ακουμπέτι= τελικά
  31. Ακούτη=το πάνω μέρος του κεφαλιού
  32. Ακριδολογάω=χαζεύω
  33. Αλαλιάζω =τρελαίνω
  34. Αλαμπουρνέζικα= ακαταλαβίστικα
  35. Αλάνα=ανοιχτός χώρος
  36. Αλάνι=αλητάκι
  37. Αλάργα=μακριά
  38. Αλαφιάζομαι =ανησυχώ ακούγοντας ξαφνικό θόρυβο
  39. Αλέ=φύγε
  40. Αλέγρος= εύθυμος,ανοιχτόκαρδος
  41. Άλειμμα=το παστό
  42. Αλιάδα=σκορδαλιά
  43. Αλιβάνιγος= αυτός που δεν πάει στην εκκλησία
  44. Αλικόντιο=εμπόδιο
  45. Αλιπάρηγος= χωρίς λίπασμα
  46. Αλισβερίσι=συναλλαγή
  47. Αλισίβα=σταχτόνερο
  48. Αλιστρατίζω= πανικοβάλλομαι, έχω ξεφύγει
  49. Αλμπάνης=πεταλωτής
  50. Αλόγα=χοντροφτιαγμένη γυναίκα
  51. Αλούπι=πονηρός
  52. Αλουπογάνης=περιφέρεται πονηρά σαν αλεπού
  53. Αλτσί = αλμυρό
  54. Αλυχτάει =κραυγάζει ένα ζώο
  55. Αλωνάρης ή τρυγητής =Αύγουστος
  56. Αμά =καλά να πάθεις
  57. Αμάδα=παιδικό παιχνίδι με στρογγυλές πέτρες
  58. Αμάκα=τζαμπατζίδικα
  59. Αμανάτι =ενέχυρο
  60. Αμέ=ναι
  61. Αμέτι μουχαμέτι= επίμονα
  62. Αμολάω=αφήνω να φύγει
  63. Αμόνι= εργαλείο του σιδερά
  64. Άμπακας= υπερβολικό φαγητό
  65. Αμπάρι =κασόνι ξύλινο για το σιτάρι
  66. Αμπάριζα=παιδικό παιχνίδι
  67. Αμπαρώνω=κλειδώνω
  68. Αμπέχονο= στρατιωτικό παλτό
  69. Αμπλαούμπλας=πολυλογάς που δεν τον καταλαβαίνεις, χοντροκομμένος
  70. Αμπράζικο=χοντροκομμένο
  71. Αμπρί= πρόχειρο κατάλυμα
  72. Αναβόλες=μικρά χωραφάκια σε πλαγιές σαν μπαλκόνια το ένα πιο πάνω από το άλλο
  73. Αναβροχιά = έλλειψη βροχής
  74. Αναγκεμένο=απρόσεχτο
  75. Αναγλιτσιάζω=έχει γίνει λάσπη
  76. Αναγουλιάζω έχω τάση για εμετό
  77. Αναγρυμώνω=παραθαρρεύω
  78. Αναδεξιμιός= βαφτιστήρι
  79. Αναζουπώνω=συνέρχομαι
  80. Αναθεματισμένο =καταραμένο
  81. Ανακαντήρης=τεμπέλης
  82. Ανάκαρο =κουράγιο
  83. Ανάκατα ή ανακατερά =ανακατωμένα
  84. Ανακαψίλα=κάψιμο στο στομάχι
  85. Ανακλαριέμαι ή ανακλανιέμαι=τεντώνομαι
  86. Ανακούρκουδα=οκλαδόν
  87. Αναμπουμπούλα=αναστάτωση
  88. Ανανταμ παπαντάμ = από πολύ παλιά
  89. Ανάνταφλα=άτσαλα, βιαστικά
  90. Αναπαμός=ξεκούραση
  91. Αναπιάνω ή αναχερίζω =προετοιμάζω το προζύμι για ζύμωμα
  92. Αναριγώ =ανατριχιάζω
  93. Ανάριχτο=απλά ριγμένο στην πλάτη
  94. Ανάρτυγο=χωρίς αλάτι
  95. Ανασγουρλεύω=ανακατώνω ψάχοντας
  96. Ανασγρουπώνω= συνέρχομαι
  97. Ανασκελώνομαι=πέφτω ανάσκελα
  98. Ανατσουτσουρώνομαι =ζωντανεύω
  99. Αναφουφουλιάζω=κάνω κάτι μαλακό, αφράτο(πχ το μαξιλάρι)
  100. Αναχαράζει= η γίδα που ξαναμασάει το φαγητό,μυρηκάζει
  101. Αναχλά= αραιά
  102. Αναχλοή= ανακάτεμα
  103. Ανάχρεια= εργαλεία δουλειάς
  104. Αναχρεικά= χρήσιμα οικιακά σκεύη
  105. Ανδρομίδα= χοντρή μάλλινη κουβέρτα
  106. Ανεβάσταγος= ανυπόμονος
  107. Ανεμογκάστρι= όταν νομίζεις ότι είσαι έγκυος
  108. Ανεμοχάβω= τρώω βιαστικά
  109. Ανερώτηγα= χωρίς άδεια
  110. Ανθογιάλι= βάζο
  111. Αντάρα= θόρυβος
  112. Αντήλιο= προστατευτικό από τον ήλιο
  113. Αντί =εργαλείο αργαλειού
  114. Αντίληψη=λιποθυμία
  115. Αντινόμι= χωμάτινο ύψωμα
  116. Ανώι =πάνω όροφος
  117. Αξύριγος=αξύριστος
  118. Απαγκιάζω=προστατεύομαι σε μια γωνιά από τον άνεμο
  119. Απάγκιο= σημείο απάνεμο, όπου δε φυσά
  120. Απαντοχή =υπομονή
  121. Απίδι=αχλάδι
  122. Απιθώνω=τοποθετώ
  123. Απίκο= σε ετοιμότητα
  124. Απίστομα=μπρούμυτα
  125. Απλάδα=πιατέλα
  126. Απλάνηγος=άξεστος
  127. Άπλερο=καχεκτικό
  128. Αποβροχάρης=μετά τη βροχή
  129. Απογιάδα=ψυχρούλα
  130. Απογιομίδι= λίγο ακόμα για να γεμίσει κάτι
  131. Απογιούρα=απόμερο που δεν το πιάνει ήλιος
  132. Αποκάικα=έμεινα άφωνος
  133. Απόκανα=κουράστηκα
  134. Αποκορωμένος=καταραμένος
  135. Αποκοτιά=βλακεία, χαζομάρα, λάθος συμπεριφορά
  136. Αποκούμπι = στήριγμα
  137. Απολειφάδι ή πολειφάδι= υπόλειμμα
  138. Αποπαίρνω =μαλώνω
  139. Απόπατος=τουαλέτα
  140. Αποσκιαδερός=ασυμπάθιστος
  141. Αποσπερού=απόψε
  142. Αποσταίνω=κουράζομαι
  143. Απόσωσα= τελείωσα και κουράστηκα
  144. Αποφόρι= ρούχο παλιό
  145. Αποχαλινωμένος=αποβλακωμένος
  146. Απριλώιτος=αρνητικός χαρακτηρισμός
  147. Αραδαριά=σειρά
  148. Αραλίκι =ξάπλα, ξεκούραση
  149. Άρατα κούρατα =ασυνάρτητα λόγια
  150. Άρατος=άφαντος
  151. Άραχνος=κακομοίρης
  152. Αρβάλα=φασαρία
  153. Αρβάλια=χερούλια καζανιού
  154. Αργιεύω = αραιώνω
  155. Αρεσιά=ευχαρίστηση, ικανοποίηση, προίκα
  156. Αριά =αραιά
  157. Αριάνι=αραιό διάλυμμα
  158. Αρίδα=το πόδι
  159. Αργιεύω=αραιώνω
  160. Αρίλογος=κόσκινο για το σιτάρι και τον τραχανά
  161. Αριολόι= λίγες ελιές πάνω στο δέντρο
  162. Αρλούμπα = κουταμάρα, ανοησία
  163. Αρμακάς= σωρός από πέτρες
  164. Αρμάκι=μάντρα
  165. Αρμεχτιάρικο(νερό ή κρασί)=αυτό που πιάνεις τώρα από την πηγή ή το βαρέλι
  166. Αρναούτης=πεισματάρης, ισχυρογνώμων
  167. Άρον άρον=βιαστικά
  168. Άροτρο= εργαλείο για όργωμα
  169. Αρούκατος = άτσαλος , άξεστος, χωρίς τρόπους
  170. Αρουλιέμαι= ωρύομαι
  171. Αρούρι=αρουραίος αλλά και πονηρός
  172. Άρτζιμπούρτζι και λουλάς= ανακατωμένα (Πήγα σπίτι της και τι να δω. Όλα ήταν άρτζι μπούρτζι και λουλάς. Ρούχα από δω ,ρούχα από ‘κει.)
  173. Αρτσίδι=μούσκεμα
  174. Ασημώνω= δίνω χρήματα,
  175. Ασκί=δερμάτινος σάκος
  176. Ασκραούνιστος=χωρίς να ρίξεις δυναμιτάκια
  177. Αστράχα=το μέρος του σπιτιού ανάμεσα στο πάνω μέρος ενός τοίχου και της σκεπής
  178. Αταμάς=τεμπέλης
  179. Άταρος=δεν είναι σφιχτός,αδύναμος
  180. Ατζαμής=απρόσεχτος που κάνει ζημιές
  181. Ατούρα=δίψα
  182. Ατόφιος=ολόκληρος,ακέραιος
  183. Ατσάγκλιγος= αχτένιστος
  184. Ατσαλιά=ακαταστασία
  185. Ατσικαλέ=αυτός που έχει ανέβει ψηλά
  186. Αυτουνού=εκείνου
  187. Αφάνα= θάμνος με αγκάθια κατάλληλος για σαρωματίνες
  188. Αφηνιάζω=νευριάζω θυμώνω
  189. Αφόρεγο ή Αφόρηγο=καινούργιο
  190. Αφορμίζω=μολύνομαι
  191. Αφράλα =θαλασσινό αλάτι
  192. Άφτρα= φουσκάλα στο στόμα
  193. Αφώτιγο = πολύ πρωί πριν χαράξει
  194. Αχαΐρευτος= ανίκανος, ανεπρόκοπος
  195. Αχούρα=μεγάλη επιθυμία
  196. Αχούρι= χώρος για το γαϊδούρι
  197. Αχταρμάς = πρόχειρο ανακάτωμα
  198. Άχτι=μίσος, επιθυμία για εκδίκηση

 Β

  1. Βαβίζω=φωνάζω
  2. Βαγένι=βαρέλι
  3. Βαλαντώνω= βαλάντωσε στο κλάμα= έκλαιγε πάρα πολύ
  4. Βαντάκα= δέμα με ρούχα
  5. Βαργιεστημάρα=τεμπελιά
  6. Βάρδουλα= Βάσεις των παπουτσιών που στερεώνονταν οι σόλες
  7. Βαρκός=βάλτος, χωράφι που κρατάει νερό
  8. Βαρυγκομάω=δυσανασχετώ
  9. Βασκαντούρα=θαλασσινό όστρακο ως φυλαχτό για το μάτιασμα
  10. Βασταγό ή γομάρι =το γαϊδούρι
  11. Βασταγούρα= η γαϊδούρα
  12. Βάτεμα=ζευγάρωμα
  13. Βατσίνα  = εμβόλιο
  14. Βελέντζα=κουβέρτα
  15. Βελέσι =φούστα
  16. Βέργα=κλαδί κλήματος
  17. Βεργολυγάω= κουνιέμαι ευλύγιστα σαν βέργα
  18. Βερεσέ= δανεικά
  19. Βέρος = γνήσιος, αληθινός
  20. Βεστόνι=σακάκι
  21. Βίγγλα=παρατηρητήριο
  22. Βιδάνιο=το ποσοστό κέρδους που έπαιρνε ο καφετζής από αυτούς που έπαιζαν χαρτιά
  23. Βίκα ή χουρχούρα=πήλινο δοχείο για νερό
  24. Βίσαλο=βότσαλο
  25. Βίτσα=λεπτή βέργα που χτυπάνε(βιτσίζουν) τα ζώα
  26. Βίτσιο=μια ασυνήθιστη συμπεριφορά
  27. Βολοδέρνω=τριγυρνάω άσκοπα, περιπλανιέμαι
  28. Βουή=έντονος ήχος-συμφορά
  29. Βουκέντρα=μαστίγιο που χτυπούσαν τα ζώα
  30. Βούκινο=ανακοίνωση, σάλπιγγα
  31. Βουρ= όρμα
  32. Βούρδουλας=μαστίγιο
  33. Βουρκολιό=πολλά πράγματα στην ύπαιθρο
  34. Βουρλίζομαι= γίνομαι έξαλλος
  35. Βουρλίζω=τρελαίνω
  36. Βούτα=ξύλινο βαρέλι ανοιχτό στο πάνω μέρος, μπουκιά
  37. Βουτσέλα = μικρό βαρέλι
  38. Βουτσί= ξύλινο δοχείο
  39. Βρακοζώνι=κορδόνι που δένανε το βρακί
  40. Βρετικά= όσα πρέπει να πάρει κάποιος για κάτι που βρήκε

Γ

  1. Γαβάθα=ξύλινο ή πήλινο δοχείο
  2. Γαδίνα=μεγάλο δοχείο, σουπιέρα
  3. Γαλιά= γαλοπούλες
  4. Γαλιφιά= το καλόπιασμα
  5. Γαλομέτρα=δοχείο αρμέγματος
  6. Γαλόστρα=το πρώτο γάλα ενός ζώου  μετά τη γέννα
  7. Γανιά= λέρωμα
  8. Γανιάζω=λερώνω
  9. Γανώματα=χάλκινα σκεύη
  10. Γανώνω=γυαλίζω τα χαλκώματα
  11. Γαριάζω=παίρνω θαμπό χρώμα
  12. Γατιλάω= γαργαλάω
  13. Γδούπος=θόρυβος όταν πέφτει κάποιος. (Ένα παιδί έπεσε από τη σκάλα και ακούστηκε ένας γδούπος)
  14. Γδυτός=γυμνός
  15. Γεμενί=μαντήλι για το κεφάλι
  16. Γεννήματα =σπαρτά
  17. Γεννιάστηκε=γέννησε για πρώτη φορά
  18. Γεννοβολάει=γεννάει συνέχεια
  19. Γεροντοπαλίκαρο =άγαμος, προχωρημένης ηλικίας
  20. Γεροξούρας=ξεμωραμένος γέρος
  21. Γιάντες=παιδικό παιχνίδι μνήμης με το κοκαλάκι από το στήθος της κότας
  22. Γιαπί = οικοδομή
  23. Γιαπράκια= ντολμάδες
  24. Γιατάκι=κρυψώνα ληστών
  25. Γιάτρα=για κοίτα
  26. Γιατσάδα=ψυχρούλα
  27. Γιογιό ή κατουρογυάλι=ουροδοχείο
  28. Γιοματάρι= όταν ανοίγεις νέο  βαρέλι κρασί.
  29. Γιόμος=πλούσια σοδειά
  30. Γιούκος=στοίβα με κουβέρτες
  31. Γιούργια=έφοδος
  32. Γιουρντί=αμάνικη γυναικεία κάπα
  33. Γκάβαλο= περιττώματα αλόγου ή γαϊδάρου
  34. Γκαβός = αλλήθωρος
  35. Γκάμα = ποικιλία
  36. Γκαντέμης = άτυχος
  37. Γκαντεμιά = ατυχία
  38. Γκαργκανιάζω= διψάω
  39. Γκάργκανο=σκληρό και καμένο
  40. Γκάφα=άστοχη πράξη
  41. Γκεβγκίρα=τρυπητή κουτάλα
  42. Γκιόσα=γριά γίδα, αλλά και η παλιόγρια και στριμμένη γυναίκα
  43. Γκλάβα=μυαλό
  44. Γκλίτσα=το μπαστούνι του βοσκού
  45. Γκουργκούνι= αστράγαλος
  46. Γκράβαρο =βραχώδες μέρος
  47. Γκρας=ευθύς, φερέγγυος, αλλά και παλιό όπλο
  48. Γκρίθια=τα μικρά ξυλάκια που ξεπέχουν από τα απλάνιστα ξύλα
  49. Γκριτζάλα=τσουγκράνα
  50. Γλαρώνω=νυστάζω
  51. Γλέπω=βλέπω
  52. Γλίνα=αργυλόχωμα
  53. Γλίτσα=αυτό που πιάνει η πέτρα από το νερό και γλιστράει
  54. Γλυκάδι =το ξίδι
  55. Γλυκοδοχείο= δοχείο κατάλληλο να βάλεις το γλυκό
  56. Γλωσσοτρώω =γρουσουζεύω
  57. Γνέθω= φτιάχνω νήμα το μαλλί στη ρόκα
  58. Γνέμα= κάνω νόημα
  59. Γνώρα=γνωριμία
  60. Γομάρι = το γαϊδούρι, αλλά και ο δυνατός o μεγαλόσωμος
  61. Γόνα=γόνατο
  62. Γούβα=βαθούλωμα
  63. Γουδί=ξύλινο σκεύος για να κοπανάς και να αλέθεις υλικά για το φαγητό
  64. Γουδίζω=κάνω κάτι πολύ αργά
  65. Γουλί = το τελείως ξυρισμένο κεφάλι
  66. Γουλιά=ρουφηξιά
  67. Γουλίζω=χτυπάω το χταπόδι για να μαλακώσει
  68. Γούπατο  = χαμηλή περιοχή,τόπος που βουλιάζει
  69. Γουρλίδικος=τυχερός
  70. Γούρνα=λαξεμένη στέρνα για να πίνουν νερό τα ζώα
  71. Γουρνοπούλα=ψητό γουρουνόπουλο
  72. Γουρνοτσάρουχα=παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
  73. Γουστέρα= μικρή σαύρα
  74. Γούτος=το αρσενικό περιστέρι
  75. Γράβαλο=τσουγκράνα
  76. Γραδάρω=βρίσκω την πυκνότητα του υγρού με γράδο, με πυκνόμετρο
  77. Γράνα= χαντάκι, άνοιγμα στο χώμα για να περνά το νερό
  78. Γρατζαλάω=ανακατώνω
  79. Γρατζαλίας=μικρό σκαπτικό για τους κήπους
  80. Γρέζι = τρίμμα σιδήρου
  81. Γρέκι=καλοκαιρινός υπαίθριος καταυλισμός
  82. Γρι=τίποτα
  83. Γροθιά ή γροθάρια ή γραθάκια=μικρές ελιές για φύτεμα
  84. Γυναικωνίτης=το μέρος του που κάθονταν οι γυναίκες

               Δ

  1. Δανεικαριές= η προσφορά εργασίας μιας οικογένειας σε μια άλλη και αντίστροφα
  2. Δαυλί=μισοκαμμένο ξύλο αλλά και ο μεθυσμένος
  3. Δεκριάνι=ξύλινη πηρούνα για το γύρισμα της καλαμιάς στο αλώνι
  4. Δεμάτι = δέσμη από κλαδιά ή άχυρα
  5. Δευτεράντζα = πράγμα δεύτερης ποιότητας
  6. Διακονιάρης = ο ζητιάνος
  7. Διαμαντοκοτρώνα= έπαινος για άξια κοπέλα
  8. Διαμιάς=μεμιάς
  9. Διάσελο=ανάμεσα σε δυο βουνά
  10. Διάτανος = ο διάβολος
  11. Δίκορκο= αβγό με δύο κρόκους
  12. Διμούτσουνος  = διπρόσωπος
  13. Δίπατο= διώροφο
  14. Διφορίζω= καρπίζω δυο φορές τον χρόνο
  15. Δόλιος=δυστυχισμένος
  16. Δοξαπατρί = το μέτωπο, κατακούτελα
  17. Δούγα= ξύλο βαρελιού
  18. Δραγάτης = ο αγροφύλακας
  19. Δραγκώνω=πιάνομαι
  20. Δράκος=νεογέννητο αγόρι
  21. Δραπέτσι=πολύ ξινό
  22. Δρασκελίζω=περνώ από πάνω
  23. Δροτσίλα = δερματικό εξάνθημα που προκλήθηκε από ιδρώτα
  24. Δρούγα=το όρθιο ξύλο για να τυλίγεται η κλωστή όταν έγνεθαν
  25. Δώθενε =από εδώ

Ε

  1. Έβγα(το)= η έξοδος
  2. Έγγομος= πολύ γεμάτος, χοντρός
  3. Εδεκεί=εκεί ακριβώς
  4. Ειδώματα ή πρόβα =όταν επρόκειτο να ειδωθούν δυο νέοι προκειμένου να συνεχιστεί το προξενειό
  5. Εμπριμέ=πολύχρωμα σχέδια
  6. Έντο=νάτο
  7. Εξεπιτούτου=επίτηδες
  8. Έρεψα=αδυνάτισα
  9. Ερμάρι=ντουλαπάκι
  10. Ερμιαδιακός=έρημος
  11. Ευτουπαχάμου ή Ευτουχάμου = εκεί κάτω
  12. Έφριγο=διαπόμπευση
  13. Έφριξα= έμεινα με το στόμα ανοιχτό για κάτι άσχημο που είδα ή άκουσα – δίψασα
  14. Εφτού=εκεί

Ζ

  1. Ζα=ζώα
  2. Ζαβλακωμένος=μουδιασμένος
  3. Ζαβός=ελαττωματικός
  4. Ζαγάρι=το κυνηγόσκυλο
  5. Ζακόνι=ελάττωμα
  6. Ζαλιά=το φόρτωμα στην πλάτη.
  7. Ζαλώνομαι = φορτώνομαι
  8. Ζαμάνι = μεγάλο χρονικό διάστημα
  9. Ζάπακας=καχεκτικός
  10. Ζαπώνω=κλέβω
  11. Ζάρα=πτυχή στο δέρμα ή σε ένα ύφασμα
  12. Ζέβλα=ζυγός για τα βόδια
  13. Ζέβω ή ζέχνω =βρομάω
  14. Ζεματάω=  είμαι ζεστός, υπερθερμαίνομαι
  15. Ζεμπερέκι=μηχανισμός που ανοίγει η πόρτα, ο σύρτης
  16. Ζεμπίλι =ψάθινη τσάντα για ψώνια
  17. Ζερβός=αριστερός
  18. Ζερζεβούλης=πειραχτήρι, διάβολος
  19. Ζήτουλας=ζητιάνος
  20. Ζιπούνι= φανελάκι για μωρά
  21. Ζίτσα=μικρό πήλινο δοχείο
  22. Ζόγκος =εξόγκωμα
  23. Ζουγκουνάω= κινούμαι συνεχώς όπως η μέλισσα στα λουλούδια
  24. Ζούδι=άγριο και επιζήμιο ζώο
  25. Ζούζουλο = ζωύφιο, το μικρό έντομο
  26. Ζούλα = ενέργεια που γίνεται στα κρυφά, στα μουλωχτά
  27. Ζουλάπι = 1) άγριο ζώο, το αγρίμι 2) μτφ. ο κουτοπόνηρος
  28. Ζούμπακας ή ζουμπάς=κοντός
  29. Ζουπάω ή ζουλάω=πιέζω
  30. Ζούρα = η μούργα.
  31. Ζουρλοκαμπέρω=τρελή
  32. Ζουρλομπαντιέρα=η τρελή αλλά και η δραστήρια γυναίκα
  33. Ζυγάρι=το ξύλο που έβαζαν στον ώμο για να μεταφέρουν σε ισορροπία, πράγματα
  34. Ζυμωτερή =σκαφίδα που ζύμωναν
  35. Ζωστήρα = ζώνη

Η

  1. Ημερομήνια (<ημέρα+μήνας) = η πρόγνωση του κάθε μήνα με βάση τη συγκεκριμένη μέρα του Αυγούστου.Οι παλιοί άνθρωποι παρατηρούσαν τον ουρανό τις έξι (πρωϊ-απόγευμα) πρώτες μέρες του Αυγούστου και πρόβλεπαν τον καιρό για όλο το χρόνο
  2. Ήσαντε=ήταν

Θ

  1. Θελλός=φελλός
  2. Θελός= θολός
  3. Θεομπαίχτης=απαταιώνας
  4. Θεριακλής =μανιώδης καπνιστής
  5. Θεριεύω=μεγαλώνω ,γίνομαι θηρίο.
  6. Θεριστής=Ιούνιος
  7. Θέρμη  = ρίγος, πυρετός
  8. Θημωνιά = όλος ο σωρός από  χερόβολα και δεμάτια της ετήσιας παραγωγής των σιτηρών
  9. Θροΐζομαι= μου κόβεται η ανάσα από φόβο
  10. Θυμωτάρα= αυτή που θυμώνει εύκολα
  11. Θωριά= εμφάνιση
  12. Θωρώ=κοιτάζω

 Ι

  1. Ίγκλα=δερμάτινο λουρί για να δένουν το σαμάρι πάνω στο ζώο
  2. Ιδιάζω=προετοιμάζω το νήμα για τον αργαλειό
  3. Ιδιανός= ίδιος
  4. Ινάτι ή γινάτι=πείσμα
  5. Ιράμι= =χαλί

Κ

  1. Καβάντζα= κρυψώνα, απόθεμα ενός πράγματος
  2. Καβατζάρω= ξεπερνάω τις δυσκολίες
  3. Καγιανάς= αυγά χτυπητά με σάλτσα ντομάτα
  4. Καγκουλάω=μιλάω σαν μικρό παιδί
  5. Καζάκα ή Καζαμπλάκα =πλεκτή μπλούζα χωρίς μανίκια, πλεχτό γιλέκο
  6. Καζάντια  = τα πλούτη, τα κέρδη
  7. Καζαντίζω= μαζεύω κέρδη, πλουτίζω
  8. Καζίλι=το σκοινί του χαρταετού
  9. Καζούρα ή κάζο =πείραγμα
  10. Καθετή = εργαλείο ψαρέματος
  11. Καθήκι = το ουροδοχείο αλλά και ο παλιάνθρωπος
  12. Καΐλα=συμφορά, στενοχώρια
  13. Καιροπετάω=αναβάλλω
  14. Κακάβι =μεταλλικό μεγάλο δοχείο ,καζάνι
  15. Κακαβολίθι=πέτρες πάνω στις οποίες έβαζαν το καζάνι
  16. Κακάδι= ξερό αίμα σε πληγή
  17. Κακαράτζα= τα περιττώματα της γίδας και του προβάτου.
  18. Κακαρώνω= πεθαίνω
  19. Κακίστρω= πολύ κακιά
  20. Καλαμεριάζω=κάνω πιο πέρα
  21. Καλαπόδι=η φόρμα που χρησιμοποιούσε ο τσαγκάρης για να φτιάξει παπούτσια
  22. Καλιά μου= (πάω καλιά μου) στον αγύριστο, πεθαίνω
  23. Καλιάζω=βάζω κάτι ψηλά όπου δεν το φτάνεις εύκολα
  24. Καλιγώνω = πεταλώνω
  25. Καλικούτσα=παίρνω κάποιον στην πλάτη
  26. Καλλικατζούρες=παλιογράμματα
  27. Καλντερίμι = λιθόστρωτος δρόμος
  28. Κάλντισα ή μπαΐλντισα=ξέμεινα από δυνάμεις
  29. Καλούδια= δώρα, γλυκίσματα
  30. Καλούμπα = ο σπάγγος του χαρταετού
  31. Καμιανού=κανενός
  32. Καμίζα=αντρικό σακάκι χωρίς φόδρα για τη δουλειά
  33. Καμπαετιλού=δραστήρια και καπάτσα γυναίκα
  34. Καμπόσος = αυτός που νομίζει ότι είναι σπουδαίος
  35. Καμτσίκι ή καμουτσί = μαστίγιο για ζώα
  36. Κανακάρης= το μοναχοπαίδι
  37. Κάνας = κανένας
  38. Κάνε κράτει= κρατήσου
  39. Κανέ μου=τότε;
  40. Κανιά=πόδια
  41. Κανίστρι=μεγάλο καλάθι
  42. Καντάρι =μικρή ζυγαριά
  43. Κάντιο=είδος καραμέλας
  44. Καντούνι=στενό πέρασμα, δρομάκι ανάμεσα στα σπίτια
  45. Κάπαρο = χρηματική εγγύηση
  46. Καπάτσος= έξυπνος, καταφερτζής, επιτήδειος
  47. Καπίστρι =δερμάτινο κατασκεύασμα για να δένουν και να τραβούν τα ζώα από το πρόσωπο
  48. Καπλατίζω= βάζω κάλυμμα σε κουβέρτα
  49. Καπόνι= μεγάλος κόκορας
  50. Καπούλι = τμήμα της ράχης των ζώων, πριν από την ουρά
  51. Καπριτσαδόρος=πεισματάρης
  52. Καραβώνω=τρώω πολύ
  53. Καραμούζα = τρομπέτα
  54. Καραμπινάτος = προφανής, δυνατός
  55. Καραμπουζουκλής  = λεβέντης κοροϊδευτικά
  56. Κάργα= γεμάτα
  57. Κάργκανο=τρύπα στο έδαφος όπου χάνεται το νερό
  58. Καρδαμώνω=δυναμώνω
  59. Καριόλα= κρεβάτι αλλά και παλιογυναίκα
  60. Καρκάτζουλας=αδύνατος
  61. Καρλάφτης=αυτός που έχει μεγάλα αυτιά
  62. Καρμίρης = άνθρωπος μίζερος
  63. Καρναβίτσα= εξόγκωμα στα χέρια, μυρμηγκιά
  64. Καρούλες = φουσκάλες
  65. Καρούτα=ξύλινη σκαφίδα
  66. Καρσιντίζω=σημαδεύω να περάσω το βελόνι
  67. Καρτέρι = ενέδρα, αναμονή
  68. Καρύτζαφλος ή καρούτζος=λάρυγγας της κότας
  69. Κασελέτα=καφάσι, μπαούλο
  70. Κασκέτο=καπέλο
  71. Κασμάς=στενή αξίνα
  72. Κασσάρι=αγροτικό εργαλείο για να κόβουν τα χορτάρια
  73. Καστραβέτσι=αγγούρι
  74. Καταβολάδα = μέθοδος πολλαπλασιασμού των φυτών, κατά την οποία ένα κλαδί, χωρίς να αποκοπεί από τον κορμό, φυτεύεται στη γη για να σχηματίσει καινούρια ρίζα
  75. Κατακούτελα=κατά πρόσωπο, απότομα
  76. Καταλιακού=κάτω από τον ήλιο
  77. Καταπέτασμα = πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού
  78. Καταπιώνας= οισοφάγος
  79. Καταπότης=το αυλάκι για πότισμα των χωραφιών
  80. Κατατόπια=γνώριμα μέρη
  81. Κατεβασιά = ορμητικό ρεύμα ποταμού
  82. Κατεβατός=νυχτερινός κρύος αέρος που έρχεται από το βουνό
  83. Κατίνα=ράχη
  84. Κατόι =ισόγειο
  85. Κατούντα=προκοπή
  86. Κατράμι =ρευστή μαύρη πίσσα
  87. Κατραπακιά= καρπαζιά, κατακεφαλιά, πλήγμα
  88. Κατρουγιάλι= το δοχείο νυχτός
  89. Κατρούτσο=κανάτα για κρασί
  90. Κατσαβονιάρης=ζαβολιάρης
  91. Κατσάδα = μάλωμα
  92. Κατσάρια=παντόφλες χωρίς φτέρνα
  93. Κατσαρόλι=ποτήρι μεταλλικό
  94. Κάτσε=κάθισε
  95. Κατσιάζω=κάνω κάτι να παραμείνει πολύ μικρό
  96. Κατσικοπόδαρος = ο γρουσούζης
  97. Κατσικώνομαι =γίνομαι φορτικός
  98. Κατσιμουδιά=γκρίζα ατμόσφαιρα
  99. Κατσιμπούλα=μικρή πεταλούδα
  100. Κατσιφάρα=ομίχλη
  101. Κατσόμαλλα= αδύνατα μαλλιά που πετάνε
  102. Κατσούλι= γάτα
  103. Κατσουλοπαντρειά =όχι καλή παντρειά
  104. Κατσουλοπατάει=περπατάει αθόρυβα
  105. Κατώι= υπόγειο
  106. Καύκαλο = το κρανίο
  107. Κάφυρο=ρουθούνι
  108. Καψάλι=μικρό ξύλο που το έβαζαν στο στόμα του κατσικιού για να μη βυζαίνει
  109. Καψαλίζω= τσουρουφλίζω
  110. Καψερός=κακομοίρης, καημένος
  111. Καψοκαλύβας = ο ανεπρόκοπος
  112. Καψουρεύομαι= ερωτεύομαι
  113. Κελάρι=χώρος αποθήκευσης κρασιών
  114. Κελεπούρι=κάτι εκλεχτό
  115. Κέρβερος=πολύ σκληρός(σαν τον σκύλο του Άδη)
  116. Κεσάτια=ανεργία
  117. Κεσές=μικρό δοχείο για γιαούρτι
  118. Κιάφι= θειάφι
  119. Κιλίμι=μικρό υφαντό
  120. Κιοτεύτω=δειλιαζω
  121. Κιοτής =δειλός
  122. Κιούγκι= τσιμεντένιος υδροσωλήνας
  123. Κιούπι ή κίπι =μεγάλο πήλινο δοχείο για λάδι
  124. Κιτάπι = λογιστικό βιβλίο
  125. Κιώνω=τελειώνω
  126. Κλαμπάτσα=αρρώστια των ζώων
  127. Κλαμπατσίμπανα=μουσικά όργανα
  128. Κλαφουνάω=κλαψουρίζω
  129. Κλειδοπινάκιο= ξύλινο δοχείο στο οποίο έβαζαν ελιές
  130. Κλημαντίρης=νηστικός ,αδύνατος
  131. Κλήρος =περιουσία
  132. Κλιτσινάρα=η κλείδωση πίσω από το γόνατο
  133. Κλοντήρι =κανάτι λαδιού
  134. Κογιονάρω=πειράζω
  135. Κογιόνης=πειραχτήρι
  136. Κόγκξες=κολπάκια
  137. Κοδέλα=στροφή δρόμου
  138. κοζάρω=εξετάζω προσεχτικά
  139. Κοθόνι=βρισιά για κάποιον που είναι κουτός
  140. Κόθρος= κυκλική ξύλινη βάση για να τεντώνεται το πανί του κεντήματος
  141. Κοκάρι=μικρό κρεμμύδι για φύτεμα
  142. Κοκέτα=καλοντυμένη
  143. Κοκό =το αυγό
  144. Κοκολόγια=τα σπυριά οι ελιές που τις μάζευαν οι μαζώχτρες
  145. Κοκορώνω=σκαρφαλώνω
  146. Κοκόσι=καρπός μύγδαλου ή καρυδιού
  147. Κοκότα=όμορφη κοπέλα, αλλά και απελευθερωμένη γυναίκα
  148. Κολάστρα= πρώτο γάλα
  149. Κολατσίζω=τρώω πρόχειρα
  150. Κολιάνιτσα =αρρώστια
  151. Κολιτσάκια=σιδερένιες πιάστρες πάνω στο σαμάρι για να δένεται το φορτίο
  152. Κολιτσίδα=πολύ κολλημένα, αλλά και ο φορτικός άνθρωπος
  153. Κολιτσίνα=τράπουλα
  154. Κόλλυβα =σπερνά
  155. Κολλυβογράμματα=λίγα γράμματα
  156. Κολόμπα=ο κορμός μιας ελιάς που μεταφυτεύεται
  157. Κολορίζι = νέος βλαστός που φυτρώνει από τη ρίζα ενός φυτού
  158. Κολυμπηθρόξυλο =κυριολεκτικά το ξύλο από ένα ναυάγιο που μπορεί να δώσει ευκαιρία ζωής σε έναν ναυαγό . Η κύρια χρήση της λέξης είναι μεταφορική, με την έννοια μιας βίαιης κατάστασης που άφησε πίσω της καταστροφή (τόση που να μην μείνει ξύλο ικανού μεγέθους για να βοηθήσει κάποιον να πιαστεί και να επιπλεύσει).
  159. Κόμματος = πολύ ωραία γυναίκα
  160. Κομός=ξύλινο έπιπλο
  161. Κομπογιαννίτης =εμπειρικός γιατρός, ο αγύρτης
  162. Κομπόδεμα = οι οικονομίες
  163. Κόνξες= κολπάκια, σκέρτσα
  164. Κονόμα=κέρδος
  165. Κονταυγή=χάραμα
  166. Κοντόβραδο= όταν πλησιάζει να βραδιάσει
  167. Κοντομίρι=σίδερο που ασφαλίζει την πόρτα
  168. Κοντύλι=μολύβι για να γράφεις στην πλάκα
  169. Κόπανος= ξύλο που κοπανούσαν τα ρούχα στο πλύσιμο, αλλά και ο κουτός ή ο παλιάνθρωπος
  170. Κοπετίνα= ξερός όγκος χώματος
  171. Κορακιάζω =τρώω λαίμαργα, αλλά και διψάω
  172. Κοράτσα=βρόμα στο δέρμα
  173. Κόριζα=αρρώστια των κοτών
  174. Κορίτος=δοχείο για να τρώνε τα ζώα, βρόμικος άνθρωπος
  175. Κορκοφίγκι=γλυκό με το πρώτο γάλα της γίδας μετά τη γέννα
  176. Κορομυθίες=αστεία
  177. Κόρτσαλα=ξερά κοτσάνια σταφίδας
  178. Κορφιάζω= πάω ως την κορφή
  179. Κοτάω= τολμώ να κάνω κάτι
  180. Κοτζάμ(ου)= τόσο μεγάλος,ολόκληρος
  181. Κοτρώνα=μεγάλη πέτρα
  182. Κοτσά= δέσμη φρούτων
  183. Κοτσάνα=βλακεία
  184. Κότσι =αστράγαλος
  185. Κουβαλιέμαι=μετακομίζω
  186. Κουκέτα=σιδερένιο κρεβάτι
  187. Κούκλα=καλαμπόκι
  188. Κουκουσέλι=χαλάζι
  189. Κουλά= τα χέρια
  190. Κουλαντρίζω=κουμαντάρω
  191. Κουλουβάχατα= ανακατωμένα
  192. Κουλουπώνω=καλύπτω
  193. Κουμαντάρω=ελέγχω
  194. Κουμάσι  = 1) ο στάβλος του γουρουνιού 2) βρισιά για τον παλιάνθρωπο
  195. Κουμούτσι=χοντρό κομμάτι ψωμιού
  196. Κουμπούρα= παλιό πιστόλι
  197. Κουμπούρας=ο αμόρφωτος
  198. Κουνουπαράς=κουμπαράς
  199. Κουντέλι=ξύλο με διχάλα για να στηρίζουν τα κλήματα
  200. Κουντούρα=παιχνίδι με ξυλάκια
  201. Κουραφέξαλα=βλακείες, κουταμάρες
  202. Κούρβουλο=κορμός του κλήματος
  203. Κουρελού = υφαντό στο οποίο έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων (κουρέλια)
  204. Κουρεμπάτσα=κοντό κούρεμα
  205. Κουρκουσέλι =το χαλάζι
  206. Κουρκούτι= ο χυλός
  207. Κούρμπα =στροφή, καμπύλη
  208. Κουρμπέτι= η πιάτσα αλλά και η άστατη νυχτερινή ζωή
  209. Κούρνια=σπίτι της κότας
  210. Κουρνιάζω= μπαίνω στη φωλιά μου
  211. Κουρούμπελο=αυτός που ήπιε πολύ
  212. Κουρούπα= δοχείο για να πίνουν νερό οι κότες
  213. Κουσί=παλιόρουχο αλλά κι ένα ανθρώπινο ράκος
  214. Κουσούρι=ελάττωμα
  215. Κούτα =πακέτο αλλά και μικρό σκυλί
  216. Κούτελο=μέτωπο
  217. Κουτουλάω=νυστάζω
  218. Κουτουπώνω=χτυπώ πολύ και γρήγορα
  219. Κουτουράδα= βλακεία
  220. Κουτουρού=στα τυφλά, απερίσκεπτα
  221. Κούτρα=κεφάλι
  222. Κουτρουβαλίζομαι= πέφτω και κυλάω
  223. Κουτρούλι= ο σωρός από χώμα που γίνεται με το σκάψιμο του αμπελιού
  224. Κουτσούβελα= μικρά παιδιά
  225. Κουτσουκέλα= απάτη, κατεργαριά, ζημιά, ατιμία, σκανταλιά
  226. Κουτσουμπέλι=πιτσιρίκι
  227. Κουτσούνα=κούκλα, όμορφη
  228. Κουτσουρεύω=αφαιρώ ένα τμήμα
  229. Κουτσουρούπας=βλάκας
  230. Κουφόβραση = αποπνικτική ζέστη σε μέρα ιδιαίτερα υγρή
  231. Κούφος=όταν δεν υπάρχει γιόμος στις ελιές
  232. Κόφα=καλάθι για σταφύλια
  233. Κοφινέλα=για να πατούν τα σταφύλια
  234. Κοφίνι=μεγάλο καλάθι
  235. Κοψιά=μέγεθος
  236. Κοψοχρονιά= μισοτιμής
  237. Κράνη =πείνα, ξεραΐλα
  238. Κράση =ιδιοσυγκρασία
  239. Κρασοπατέρας = κρασοπότης
  240. Κρεματζουλιέμαι= κρεμιέμαι από κάπου
  241. Κρένω=μιλάω
  242. Κρεπάρω= κουράζομαι πολύ
  243. Κρισάρα=εργαλείο με σίτα για να καθαρίζεις τη σταφίδα ή το αλεύρι
  244. Κρουστός=σκληρός( για πλεχτά)
  245. Κυράτσα=η κουτσομπόλα
  246. Κωλοπετσωμένος = έμπειρος
  247. Κωλοφωτιά=πυγολμπίδα
  248. Κωλώνω = δειλιάζω αλλά και εμποδίζω

Λ

  1. Λάβρα = φωτιά, η μεγάλη ζέστη,
  2. Λαγγεύει= κινείται χωρίς να το θέλω το βλέφαρο του ματιού
  3. Λαγκουνίζω =γυαλίζω
  4. Λαγοκοιμάμαι= κοιμάμαι σαν το λαγό, μισοκοιμάμαι
  5. Λάκα=ανοιχτός χώρος
  6. Λακάω=τρέχω
  7. Λακητή=η φευγάτη, αλλά και μια μοναχική ελιά
  8. Λάκκος= η θέση του αργαλειού
  9. Λακριντί = ψιλοκουβεντούλα
  10. Λαλαγγίδες=τηγανίτες
  11. Λαλαγκόψωμο=τηγανόψωμο
  12. Λάμια  =στρίγγλα, νεράιδα
  13. Λαμόγιο: απατεώνας
  14. Λαμπίκος  = γυαλιστερός
  15. Λανάρι= ξύλινο εργαλείο σα βούρτσα για την επεξεργασία του μαλλιού
  16. Λάντζα : το πλύσιμο των πιάτων
  17. Λάσκα=ελεύθερα
  18. Λατανάει =θηλάζει
  19. Λαχανούδες= αυτές που μάζευαν λάχανα
  20. Λεβέτι=καζάνι
  21. Λειτουργιά=το ψωμί για την λειτουργία
  22. Λέτσος=ατημέλητος
  23. Λεφούσι=μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή ζώων
  24. Λεχρίτης = ο αλήτης, ο απατεώνας, ο ανήθικος
  25. Ληνός=πατητήρι σταφυλιών
  26. Λιάζεις=μιλάς συνέχεια χωρίς νόημα
  27. Λιανά=κέρματα
  28. Λιανίζω= κόβω λεπτά ξύλα
  29. Λιανός: λεπτός
  30. Λιάπικα=τα ρούχα της δουλειάς
  31. Λιάστρα=απλώστρα
  32. Λίγδα=βρόμα
  33. Λιγούρα : αίσθημα έντονης πείνας μέχρι λιποθυμίας
  34. Λιγοψυχιά=έλλειψη θάρρους
  35. Λιγώνω=έφαγα κάτι πολύ γλυκό
  36. Λιλιά=παιχνιδάκια
  37. Λιμασμένος=πεινασμένος
  38. Λιμοκοντόρος : νεαρός
  39. Λίμπα= γεμάτο νερό, ζημιά
  40. Λιμπί=δεξαμενή παλιού ελαιοτριβείου
  41. Λινάτσα= ύφασμα από λινάρι
  42. Λίξα= λιγούρα, επιθυμία
  43. Λιοκκόκια=σπασμένα κουκούτσια ελιάς
  44. Λιοπανού= η εργάτρια που τραβάει τα πανιά στον ράβδο
  45. Λιτρουβιό=ελαιοτριβείο
  46. Λιχνίζω=πετώ το σιτάρι ή τις ελιές στον αέρα για να καθαρίσουν από τα φύλλα ή το άχυρο.
  47. Λοβιτούρα =απάτη, κομπίνα
  48. Λόγγος = πυκνό θαμνώδες δάσος
  49. Λογγοφούσκι= χώμα που δημιουργείται κάτω από τα δέντρα του λόγγου
  50. Λόζος=χώρος για το γουρούνι
  51. Λόιδο= Η άσπρη τούφα στα  μαλλιά
  52. Λολή=τρελή
  53. Λόντρα= λοίπος χοιρινού
  54. Λοξός=τρελός αλλά και πλάγιος
  55. Λόπια=είδος φασολιού
  56. Λόρδα  = η πείνα
  57. Λότζα=το μέρος που μένουν τα πρόβατα, το μαντρί
  58. Λούβα=αρρώστια
  59. Λούκι=δυσκολία,υδρορροή και αυτό που μένει από το καλαμπόκι
  60. Λούμπα=λακούβα με νερό
  61. Λουμπινιά = παρανομία
  62. Λουμπούκι =λούκι του καλαμποκιού
  63. Λουμώνω = κρύβομαι
  64. Λούρα=βέργα
  65. Λουρίδα=ζώνη
  66. Λούσο=καλλωπισμός
  67. Λούστρος=αυτός που καθάριζε παπούτσια στους δρόμους
  68. Λουτριάζω=πλένω με βότανα το βαρέλι για να βάλω κρασί
  69. Λούτσα=μούσκεμα
  70. Λουτσίζομαι =βρέχομαι
  71. Λουτσίζω=καταβρέχω
  72. Λουφάρω=αποφεύγω μια δουλειά
  73. Λωβός= αρρωστιάρης, αδύνατος
  74. Λωλός=τρελός

                                   Μ

  1. Μαγάρα= ακαθαρσία, σιχαμάρα
  2. Μάγγανα=ο καυγάς
  3. Μαγγάνι=ο μηχανισμός πάνω από το πηγάδι όπου τυλιγόταν το σκοινί του σίχλου
  4. Μαγκάλι= η παλιά «σόμπα» με τα κάρβουνα
  5. Μαγκιόρος = μάγκας,
  6. Μαγκούφης = αυτός που ζει μόνος
  7. Μαγκώνω: συλλαμβάνω, πιάνω, τσακώνω
  8. Μαδέρι = χοντρή σανίδα ή καδρόνι.
  9. Μαΐστρα=μικρό χωμάτινο δρομάκι
  10. Μακιά=λέρωμα
  11. Μάκινα=μηχάνημα για να διαχωρίζει τη σταφίδα από τα κόρτσαλα
  12. Μακρυνάρι= μακρόστενο
  13. Μαλαγάνας=αυτός που ελίσσεται , έχει επιχειρήματα και τα καταφέρνει
  14. Μαλαγαριά=ο χώρος που κρύβεται ένα άγριο ζώο
  15. Μαλάζω =μαλακώνω
  16. Μαλιγούρδας= ευέλικτος και διπλωμάτης που ελίσσεσαι (και η μαμά του του κάνει όλες τις χάρες)
  17. Μαλίνα=τρομάρα
  18. Μαλλιοβράσι=καυγάς
  19. Μάμα=το στομάχι της κότας
  20. Μάμαδο= πολύ μαλακό
  21. Μαμάκος=παιδί της μαμάς
  22. Μαμούκαλα =οι καρποί της κουτσουπιάς
  23. Μαμούχαλος=αργός και χαζός
  24. Μάναμου = φιλική έκφραση οικειότητας προς κάποιον
  25. Μάνι μάνι= τώρα αμέσως
  26. Μανιάρα=μικρό τσεκούρι
  27. Μανίλα=συμφορά
  28. Μανίτσα = μανούλα
  29. Μανούρα = μπλέξιμο, μπελάς, φασαρία
  30. Μάνταλος= σύρτης
  31. Μαντάρα=ανακάτωμα, καταστροφή
  32. Μαντάρω=ράβω τις τρύπες στις κάλτσες
  33. Μαντάτο = είδηση
  34. Μαντζέτο=μπουκέτο
  35. Μαντρί= « Το σπίτι» για τα πρόβατα
  36. Μάπα=λάχανο, σφουγγαρίστρα ,πρόσωπο
  37. Μαράζι = βασανιστική σκέψη, έγνοια
  38. Μαραφέτι =  εργαλείο
  39. Μαραφουλάω= περιεργάζομαι κάτι με τα χέρια
  40. Μαρκάλισμα=ζευγάρωμα
  41. Μαρμάγκα = είδος δηλητηριώδους αράχνης
  42. Μαρτίνα=μικρή προβατίνα
  43. Μάσα = φαΐ
  44. Μασά=σιδερένιο εργαλείο για το τζάκι
  45. Μασίστας =γεροδεμένος και πολύ δυνατός άνθρωπος
  46. Μασλάτια=κουβέρτες
  47. Μαστραπάς= δοχείο για να σερβίρεις κρασί ή νερό
  48. Ματαβρήκα=ξαναβρήκα, αλλά και άλλαξα γνώμη
  49. Ματάγινε=ξανάγινε
  50. Ματίζω = αυξάνω το μήκος
  51. Ματραγκάνα=κρυάδα
  52. Ματσάκι=μπουκέτο
  53. Ματσαραγκιά=πονηριά
  54. Ματσούκι = μεγάλο και χοντρό ραβδί, μακρύ ξύλο
  55. Μαυροτσούκαλος =μαύρος σαν το τσουκάλι, μελαχρινός
  56. Μαχμουρλίδικος = νυσταγμένος
  57. Μείνεσκε=έμεινε
  58. Μελεούνι  =  αμέτρητο πλήθος
  59. Μελιγκόνια=μυρμήγκια
  60. Μέλωμα=σιρόπιασμα
  61. Μερεμέτια =  ψιλοδουλειές
  62. Μερεύω=γαληλεύω
  63. Μεριάζω =παραμερίζω
  64. Μεροδούλι = η δουλειά μίας μέρας, μεροκάματο
  65. Μέρος =τουαλέτα
  66. Μεροφάι=ό,τι ξοδεύεται σε μια μέρα(μεροδούλι,μεροφάι)
  67. Μεσάλα =τραπεζομάντηλο
  68. Μεσιάζω=φτάνω κάτι μέχρι τη μέση
  69. Μετζάρης =αυτός που θυμώνει εύκολα
  70. Μέτρα=δοχείο που αρμέγανε τα γίδια
  71. Μηλίγγι = τμήμα του ανθρώπινου προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στο μάτι και στο άνω τμήμα του αυτιού· κρόταφος.
  72. Μιζαμπλί=κούρεμα
  73. Μιμί=τραύμα
  74. Μινάρας =βρισιά
  75. Μισακά =όταν δουλεύεις ξένο χωράφι και παίρνεις τη μισή σοδιά
  76. Μισακό = κάτι που ανήκει σε δύο
  77. Μισόγεμο=μισογεμάτο
  78. Μισοκαδιάρης=ο ελλειματικός(μισή οκά)
  79. Μισοκούτελος=μισότρελος
  80. Μιτάρι = εξάρτημα του παραδοσιακού αργαλειού μέσα στο οποίο τοποθετείται το νήμα
  81. Μίτζελος=ο καθυστερημένος, ο ακοινώνητος
  82. Μοιρολογώ =λέω μοιρολόγια, θρηνητικά τραγούδια για νεκρό.
  83. Μόκο=σιωπή
  84. Μολαΐνικο= καχεκτικό
  85. Μολεμένος= μολυσμένος
  86. Μόμιλα=μικροπράγματα
  87. Μοναχοφάης = αυτός που τρώει μόνος του, δεν μοιράζεται αγαθά
  88. Μόνε-μόνε= λίγο λίγο, ίσα ίσα
  89. Μονόβεργος=κλάδεμα στο αμπέλι
  90. Μονοιάζω= συμφιλιώνομαι
  91. Μονοκοπανιά = μονομιάς
  92. Μοσκιός=βλάκας
  93. Μόστρα=βιτρίνα
  94. Μούκουλα=φουσκωμένο δέρμα κάτω από το σαγόνι
  95. Μουλαρώνω = επιμένω για κάτι
  96. Μουλιάζω= βάζω στο νερό
  97. Μουλωχτός=αθόρυβος, που δε γίνεται αντιληπτός, σιγανός, ύπουλος
  98. Μουντάδα = θολούρα, έλλειψη φωτός, συννεφιά
  99. Μουντζαλιά  =  μουντζούρα από μελάνι
  100. Μούργα= το κατακάθι του λαδιού
  101. Μουργέλα = τεμπελιά, βαρεμάρα, έντομο
  102. Μούρλια =τρέλα, αλλά και πολύ καλό, πολύ όμορφο
  103. Μουρλός=τρελός
  104. Μουρντάρης=γυναικάς
  105. Μούρτζι=το λυκαυγές, η αυγή , το χάραμα
  106. Μουρτσοκλαίω: κλαίω λίγο, κάνω πως κλαίω, κλαίω γκρινιάζοντας, ψευτοκλαίω.
  107. Μουσαφίρης=επισκέπτης
  108. Μουσίτσα=πονηρή κατεργάρα
  109. Μουστρίθηκα=πασαλίφτηκα
  110. Μουτσούνα=πρόσωπο, μάσκα
  111. Μουτσουνάτα =όταν τρως ή πίνεις κάτι χωρίς μαχαίρι και πιρούνι(πχ μια ντομάτα από το περιβόλι έτσι όπως είναι χωρίς να την κόψεις σαλάτα)
  112. Μουτσουτσούνια=ναζάκια
  113. Μούφα = λέγεται για κάτι ψεύτικο
  114. Μπαγιασόν=ανδρικό καπέλο
  115. Μπαγκάζι = η αποσκευή
  116. Μπαγλαρώνω= κλειδώνω, πιάνω κάποιον
  117. Μπαζίνα=χυλός από καλαμπόκι
  118. Μπαζουνιάζω=τρώω πολύ
  119. Μπαΐλντισα =κουράστηκα
  120. Μπαϊράκι=σημαία
  121. Μπάκα=κοιλιά
  122. Μπάκακας=βάτραχος
  123. Μπακίρια=χαλκώματα
  124. Μπακούρι = εργένης
  125. Μπαμπανάτσα=ψωμί με αλειμμένη ντομάτα , ρίγανη, λάδι και αλάτι
  126. Μπαμπούγερας=έντομο στα όσπρια
  127. Μπαμπούλας = φάντασμα, σκιάχτρο, ό,τι προκαλεί φόβο
  128. Μπαμπουλώνομαι =κουκουλώνομαι
  129. Μπανίζω=κοιτάζω πονηρά
  130. Μπάντα=η μεριά, η πλευρά, ύφασμα με ζωγραφιά για τον τοίχο
  131. Μπαντανία=μάλλινη κουβέρτα
  132. Μπαξές  = ο κήπος
  133. Μπαξίσι= δωροδοκία
  134. Μπαράκα=πρόχειρα στημένη ταβέρνα σε πανηγύρια
  135. Μπαρμπέρης = κουρέας
  136. Μπαρμπούτα=μασκαρεμένος στις απόκριες
  137. Μπαρμπούτι = τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια
  138. Μπαρμπούτσελα=ανοησίες
  139. Μπαρούφα = μπούρδα, βλακεία
  140. Μπασιά = η είσοδος
  141. Μπάστακας =  αυτός που στέκεται ενοχλητικά ασάλευτα δίπλα μας , ο ακίνητος
  142. Μπατάρω=γέρνω προς τη μια πλευρά και ανατρέπομαι
  143. Μπατζακλίκια=διακοσμητικά εσωρούχων
  144. Μπάτης=δροσερός αέρας
  145. Μπατίρης= ρέστος, άφραγκος
  146. Μπαφιάζω= πνίγομαι από τον καπνό, πνίγομαι από μυρωδιές αλλά και βαριέμαι και αγανακτώ, πλήττω
  147. Μπεγλέρι = κομπολόι
  148. Μπεζαχτάς =το συρτάρι με τα λεφτά σε ένα μαγαζί
  149. Μπεζεστένι=ρούγα, γειτονιά
  150. Μπέικα= πλούσια σαν μπέης, σαν άρχοντας
  151. Μπελαλίδικο=κάτι που γίνεται με πολύ φασαρία(φαγητό)
  152. Μπεμίξ=μπάνιο αντρών και γυναικών στη θάλασσα
  153. Μπέμπελη= -έβγαλα τη μπέμπελη= έσκασα
  154. Μπενετάδες=αποχαιρετισμοί
  155. Μπερντάκι=το ξύλο που τρώει κάποιος
  156. Μπερντές=το σεντόνι όπου παιζόταν καραγκιόζης
  157. Μπέρτα=ρούχο για τις πλάτες
  158. Μπέσα = η εμπιστοσύνη, το να κρατάς τον λόγο σου
  159. Μπήγω= βάζω κάτι προς τα μέσα
  160. Μπικιόνα= αλουμινένιο δοχείο , τενεκές
  161. Μπιμπίκι = σπυράκι στο δέρμα
  162. Μπινελίκι=βρισιά αλλά και λιχουδιά
  163. Μπινιάρικα =τα δίδυμα
  164. Μπίρι-μπίρι=πολυλογία
  165. Μπιρμπίλω= παιχνιδιάρα
  166. Μπίτι = ολότελα, καθόλου (τουρκική λέξη=bit)
  167. Μπιχλιμπίδια=στολιδάκια
  168. Μπλαβιάζω= μαυρίζω
  169. Μπλάβιο =μαύρο
  170. Μπλαστί ή μπασταριά= όταν παρασύρεις κάτι
  171. Μπλαστρώνω=βάζω έμπλαστρο, αλείφω, πασαλείφω
  172. Μπλατσάρας=παχουλός, ξυπόλητος και μισόγυμνος
  173. Μπλατσουρίζω=παίζω με τα νερά
  174. Μπλερέζα=μαύρο μαντήλι
  175. Μπογάζι=μονοπάτι, στενό πέρασμα, ρεύμα αέρα
  176. Μπογαλάκια=μικροπράγματα
  177. Μπόγος= ένας όγκος από ρούχα
  178. Μπόι=ύψος
  179. Μπόλια=πετσέτα
  180. Μπόλκα=μπλούζα
  181. Μπολοθούρης =αυτός που κάνει συνέχεια βόλτες
  182. Μπόμπα=πέτρινο δοχείο που έτριβαν τον καφέ
  183. Μπονές= πλατιά κορδέλα για τα μαλλιά
  184. Μπονώρα=νωρίς το πρωί
  185. Μποξάς=εσάρπα, σάλι
  186. Μπόσικο=χαλαρό
  187. Μποστάνι=λαχανόκηπος
  188. Μπότης= μεγάλο γυάλινο δοχείο
  189. Μποτιλάμι=στραγγέρα
  190. Μπότσα=μεταλλικό δοχείο μέτρησης
  191. Μποτσόνι= μικρό μπουκάλι
  192. Μπουγάζι = στενό ανάμεσα σε δύο βουνά
  193. Μπουγέλο=κουβάς με νερό
  194. Μπούγιο =ογκώδες αντικείμενο, κοσμοσυρροή
  195. Μπουγιουρντί  = έγγραφο με δυσάρεστα νέα, λογαριασμός, ειδοποίηση
  196. Μπούζι=κρύο
  197. Μπουζουριάζω=  κλείνω στη φυλακή,
  198. Μπούκα=στόμιο
  199. Μπουκάρω=μπαίνω ξαφνικά
  200. Μπούλης=ο μπέμπης
  201. Μπουλούκι=ομάδα ατόμων ή ζώων αλλά και περιοδεύων θίασος
  202. Μπουλουκιάρης =κάνει παρέα με όλους
  203. Μπουμπούτω=χαζή
  204. Μπούμυαλος=με λίγο μυαλό
  205. Μπουνταλάς= χοντρός, κακομαθημένος και άξεστος
  206. Μπούρα μπούρα ή βούρα βούρα =βιαστικά
  207. Μπουρδουκλώνομαι=μπερδεύομαι
  208. Μπουρί =αλουμινένια σωλήνα για να φεύγει ο καπνός από τη σόμπα
  209. Μπουρινιάζω=νευριάζω
  210. Μπούρλια=αστεία
  211. Μπουρλιάζω=περνώ την κλωστή στο βελόνι
  212. Μπούρμπερη= σκόνη
  213. Μπουρμπουλήθρες=φουσκάλες
  214. Μπουρνέλα=κορόμηλο
  215. Μπουρούκι=αλουμινένιο άδειο δοχείο από γάλα ή κονσέρβες
  216. Μπούρσα=κοντή ποδιά
  217. Μπούσουλας= πυξίδα
  218. Μπουστούρα =αίμα πηχτό από το στόμα,βρομιά
  219. Μπούφλα  = Χτύπημα από την ανάποδη της παλάμης, σφαλιάρα
  220. Μπούφος=κουτός
  221. Μπουφουνάτος= φουντωτός, φουσκωτός( οι κότες είναι μπουφουνάτες τον χειμώνα)
  222. Μπουχέσας=αυτός που φοβάται
  223. Μπουχίζω=καταβρέχω
  224. Μπούχνη=σκόνη
  225. Μπουχός = μεγάλη ποσότητα σκόνης, αλλά και κάποιος που έφυγε βιαστικά
  226. Μπουχτίζω =χορταίνω από κάτι
  227. Μπράσκα μεγάλος βάτραχος
  228. Μπραφ=γρήγορα και ξαφνικά
  229. Μπρίσκαλα=πολύ άγουρα
  230. Μπροστάτζα=προκαταβολή
  231. Μπροστέλα=ποδιά
  232. Μπρουμουτάω= έπεσε μπρούμυτα , απότομα και άτσαλα
  233. Μυγιάγγικτος= ευαίσθητος, δεν θέλει να τον ακουμπάς
  234. Μωρόχαβλος =χαζός
  235. Μωρώνω =  παρηγορώ  μωρό, το ησυχάζω

Ν

  1. Νάκα =η κούνια του μωρού
  2. Νεραμολάει= βγάζει τα νερά αν αφήσεις πχ κρέας σε ένα σουρωτήρι
  3. Νεροτριβή= Σημείο δίπλα σε ποτάμι που από την πτώση και πίεση του νερού καθαρίζονται τα  υφαντά.
  4. Νιανιά =λιωμένο φαγητό
  5. Νιάνιαρο=μωρό
  6. Νίλα  = το καψόνι,  η συμφορά , η καταστροφή.
  7. Νιονιό=μυαλό
  8. Νιοντίρι ή Μιοντίρι =σαμιαμίδι, μικρή σαύρα
  9. Νισάφι=έλεος
  10. Νιτερέσο =συνεργασία
  11. Νογάω=καταλαβαίνω
  12. Νοματαίος= καλός άνθρωπος, οικογενειάρχης, νοικοκύρης
  13. Νόμου=δώσε μου
  14. Νόνα=γιαγιά
  15. Νταβαντούρι = η φασαρία
  16. Νταβάς=ταψί
  17. Νταβλαράς = πολύ ψηλός
  18. Ντάλα= στο αποκορύφωμα
  19. Νταλασουμάνα =γυναίκα δυνατή
  20. Ντάλε- κουάλε = ίδιος, απαράλλαχτος
  21. Νταλκάς=καημός, πόθος
  22. Νταμιζάνα=γυάλινο μεγάλο δοχείο με στενό στόμιο
  23. Νταμπλάς=κομμάτι ξύλου, αλλά και ξαφνικό κακό, θάνατος, σοκ
  24. Ντάνα= στοίβα, το ένα πάνω στο άλλο(μια ντάνα σακιά)
  25. Νταντανιάζω=κρυώνω πολύ
  26. Ντάρα= απόβαρο
  27. Νταραβέρι =  σχέση επαγγελματική ή ιδιωτική, δοσοληψία
  28. Νταρτντάνα= ψηλή και γεμάτη γυναίκα
  29. Νταυραντισμένος= δυνατός
  30. Ντελάλης= αυτός που έκανε ανακοινώσεις
  31. Ντεμέλα=τραπεζομάντηλο
  32. Ντερέκι=ψηλός
  33. Ντερλικώνω=χορταίνω
  34. Ντερμεντέ και σώνει =οπωσδήποτε
  35. Ντερμπεντέρης=λεβέντης, γλετζές
  36. Ντιπ= καθόλου
  37. Ντιργιαίνω= δυσκολεύομαι
  38. Ντόμπρος=ειλικρινής
  39. Ντορβάς=μάλλινο σακί που τοποθετούσαν το χαμούρι (σπασμένες ελιές) για να πιεστούν και να βγει το λάδι, αλλά και το σακούλι που ταΐζουν το άλογο
  40. Ντορός = η πατημασιά
  41. Ντόρος= φασαρία
  42. Ντουβάρι= τοίχος, κουτός
  43. Ντουβρουτζάς=αρρώστια και το σοκ
  44. Ντουβρώνω=γίνομαι δυνατός
  45. Ντουγρού= στα ίσα
  46. Ντουζένια=κέφια, ωριμότητα, νιάτα
  47. Ντουζίνα=δωδεκάδα
  48. Ντούκου =τοις μετρητοίς αλλά και απαρατήρητα
  49. Ντουμανιάζω=γεμίζω με καπνούς
  50. Ντουμάνι-πυκνός καπνός
  51. Ντουντούκα=χωνί για να ακούγεσαι δυνατά, τηλεβόας
  52. Ντούρος=δυνατός, σκληρός
  53. Ντράβαλα=φασαρίες
  54. Ντρίλινο =είδος υφάσματος
  55. Ντριτζινάω= κουνάω συνέχεια
  56. Ντώνω =ξεμουδιάζω, αφήνω
  57. Νυχτόσκαρος=νυχτερινή βοσκή

                             Ξ

  1. Ξάι=αλεστικό δικαίωμα το μυλωνά
  2. Ξαίνω = κάνω το μαλλί φουσκωτό
  3. Ξαμώνω= επιχειρώ, τολμώ
  4. Ξαποσταίνω=ξεκουράζομαι
  5. Ξεγερεύω= γίνομαι καλά
  6. Ξεγκοφιάζομαι= κουράζομαι πολύ
  7. Ξεγουλίδι=ρούχο ανοιχτό στο λαιμό
  8. Ξεζέχτηκα=λύθηκα
  9. Ξεΐγκλωτος= ατημέλητος
  10. Ξεκατινιάζομαι =βγάζω την Κατίνα από μέσα μου κουτσομπολεύοντας
  11. Ξεκατινιάζω=εξαντλώ, κουράζω (ξε+κατίνα=ράχη)
  12. Ξεκουβαλιέμαι=μετακομίζω με όλα τα πράγματα από το χτήμα στην πόλη
  13. Ξεκουμπίζομαι =φεύγω γρήγορα μακριά
  14. Ξεκούτης = ξεμωραμένος
  15. Ξεκουτιάζω= ξεμωραίνομαι, χάνω τη σπιρτάδα του μυαλού κυρίως λόγω γηρατειών.
  16. Ξελακώνω=  βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα του αμπελιού
  17. Ξελαμπικάρω=αδειάζω το μυαλό μου, το ξεκουράζω
  18. Ξέλαση=όταν μαζεύονταν γείτονες και φίλοι για να βοηθήσουν σε μια αγροτική εργασία
  19. Ξεμονεύω= ξεχωριζω
  20. Ξεμουτσουνιά= χτύπημα στο πρόσωπο
  21. Ξεμπαντουλώνω= καθαρίζω, αδειάζω τον τόπο,χαλάω, καταστρέφω
  22. Ξεμπινιάστηκα=κουράστηκα πολύ
  23. Ξέμπλεκος=λυμένος
  24. Ξεμποχιάζω=ξεχυλώνω
  25. Ξεμπροστιάζω= αποκαλύπτω την αλήθεια
  26. Ξεμυτάω= εμφανίζομαι
  27. Ξενομερίτης=από ξένο τόπο
  28. Ξεπατικώνω=αντιγράφω
  29. Ξεπεζεύω=κατεβαίνω από το άλογο
  30. Ξερακιανός=αδύνατος και ψηλός
  31. Ξερικός = για χωράφι ή τόπο που δεν ποτίζεται
  32. Ξερνοβολάω=κάνω εμετό
  33. Ξεροβόρι = ξερός και ψυχρός, παγωμένος βοριάς.
  34. Ξεροκαΐλα=μεγάλη ζέστη
  35. Ξερολιθιά=τοίχος με πέτρες χωρίς λάσπη
  36. Ξεροσταλιάζω= περιμένω άσκοπα
  37. Ξεροσφύρι=το ποτό που πίνεται σκέτο
  38. Ξέσκουρα = επιδερμικά, επιφανειακά
  39. Ξεσπινάω= βγάζω τα σπόρια
  40. Ξεσταύρι = Λέγεται σε βρισιές, ίσως για να μην θιχτεί η ιερότητα του χριστιανικού Τιμίου Σταυρού
  41. Ξέστρωτος=όχι στρωμένος
  42. Ξεσυνέρια  =  ο ανταγωνισμός
  43. Ξεσυνερίζομαι: παίρνω υπόψη μου κάτι, τοις μετρητοίς
  44. Ξετσαγκλίζω=ξεμπερδεύω
  45. Ξέφτι ή Ξεφτίδι=κλωστές που έχουν φύγει από τη ραφή
  46. Ξέφυλλος=εργασία στο αμπέλι όπου πρέπει να αφαιρέσεις φύλλα
  47. Ξεχαρβαλώνω=χαλάω
  48. Ξεψαρώνω= ξεθαρρεύω
  49. Ξόβεργα = μικρό κλαδί ή βέργα αλειμμένη με κολλητική ουσία, που χρησιμοποιείται ως παγίδα για μικρά ωδικά πουλιά
  50. Ξόμπλια =στολίδια
  51. Ξούρα =το ξύρισμα
  52. Ξυγκάθια=τα υπολείμματα από την παρασκευή του βούτυρου
  53. Ξωκείλω= βγαίνω από μια καθορισμένη πορεία
  54. Ξωμάχος=αγρότης
  55. Ξώπετσα= επιφανειακά

Ο

  1. Όβολα= χρήματα
  2. Ογκώνω= μπουχτίζω,χορταίνω
  3. Οματιά = γεμιστό έντερο γουρουνιού
  4. Οξαποδός= ο διάβολος
  5. Όπαλα= γλέντια
  6. Οργιά = μονάδα μήκους που αντιστοιχεί με την απόσταση ανάμεσα στα άκρα των χεριών του ανθρώπου, όταν αυτά είναι τεντωμένα ( 1,829 μέτρα)
  7. Ορμήνεια=συμβουλή
  8. Όρνιθα= κότα
  9. Όρνιο =βλάκας
  10. Ούγια= η άκρη του υφάσματος
  11. Όχτος =απότομη κλίση του εδάφους, πλαγιά
  12. Όψιμος= που γίνεται, ωριμάζει αργά

 Π

  1. Παγάδα=ήσυχη θάλασσα,άπνοια
  2. Παγανιά= έξοδος για αναζήτηση
  3. Παγαπόντης=απατεώνας
  4. Παγιώ=χαζή
  5. Παδέλα=πήλινο σκεύος
  6. Παζάρι=αγορά
  7. Παλαμοδέρνω=κουράζομαι
  8. Παλάντζα= η κρεμαστή ζυγαριά
  9. Παλατζάρω=ισορροπώ
  10. Παλιατσαρία =πράγματα παλιά
  11. Παλουκώνομαι=μένω σταθερός σε μια μεριά
  12. Παναγιάρι= ξύλινη σφραγίδα για τις λειτουργιές
  13. Πανιάζω=κιτρινίζω
  14. Πανιάρα=πανί δεμένο σε μακρύ ξύλο για το καθάρισμα του φούρνου
  15. Πανωγόμι=επιπλέον φορτίο
  16. Πανωγράφω = γράφω πάνω από την αξία του προϊόντος στο τεφτέρι
  17. Πανωπροίκι= επιπλέον προίκα
  18. Πάπαλο=ελαφρύ, μαλακό
  19. Παπάρα = κομμάτια ψωμιού μέσα σε νερό ή γάλα
  20. Παραγγωλή= παραγγελία
  21. Παραγιός= αυτός που μάθαινε μια τέχνη κοντά σε έναν τεχνίτη
  22. Παραγώνι= χαμηλό τζάκι στη γωνιά
  23. Παρακά =  πιο κάτω
  24. Παρακατίτσα=πιο κάτω
  25. Παρακέλι= μικρό φτωχικό δωματιάκι
  26. Παραλής =πλούσιος
  27. Παράλια=όταν οι εργάτες έπαιρναν δικό τους φαγητό
  28. Παραλογιά=μοναξιά
  29. Παραπούλια   = οι παραφυάδες στα λάχανα
  30. Παράς=τα χρήματα
  31. Παραωρίζω=ξενυχτώ
  32. Παρμακλίκι=κάγκελο σκάλας
  33. Παρτάλι= μικρό πράγμα αλλά και βρισιά για κάποιον που είναι λίγος
  34. Παρτσακλός = ανισόρροπος
  35. Πασέτο=μέτρο
  36. Πασπατεύω=χαϊδολογώ
  37. Παστρεύω=καθαρίζω
  38. Παστρικιά=παλιογυναίκα
  39. Παστρικός=καθαρός
  40. Παταγούδι=πολύ κρύο
  41. Πατάκα=πατάτα
  42. Παταλιά= οριζόντια θέση για τραυματία (με πήρε παταλιά)=με παρέσυρε
  43. Πατατούκα =κοντό αντρικό παλτό
  44. Πατατούκα= χοντρό παλτό
  45. Πατερά=χοντρά ξύλα της οροφής
  46. Πατίκι= πιεστικά γεμάτο
  47. Πατικώνω=πιέζω για να χωρέσουν πολλά
  48. Πατιρντί =θόρυβος, φασαρία
  49. Πατουλιά =θάμνοι μαζί με καλάμια και βάτα
  50. Πατσαβούρα = κομμάτι παλιού άχρηστου υφάσματος για καθάρισμα αλλά και η παλιογυναίκα
  51. Πάτσι=ισοπαλία
  52. Πατσίζω =ισοφαρίζω
  53. Πατσουλί = φτηνό άρωμα
  54. Πάφιλας = Τσίγκος
  55. Παχνί=χώρος για τα άχυρα και τα ζώα, στάβλος
  56. Πεζούλα=μικρά χωραφάκια σε πλαγιές με ξερολιθιά στην άκρη για να μη φεύγουν τα χώματα
  57. Πεζούλι=χτισμένο κάθισμα μπροστά στο σπίτι
  58. Πελαγώνω= τα χάνω
  59. Πελεκούδι = τα μικρά κομμάτια ξύλου
  60. Περατζάδα= μια βόλτα τριγύρω
  61. Περδίκι=πολύ καλά στην υγεία
  62. Περδικλώνω ή γουστεκιάζω=δένω μπροστινό με πισινό πόδι της κατσίκας
  63. Περιδρομιάζω=τρώω πολύ
  64. Περίδρομος = πολυφαγία
  65. Περικοπά = από γύρω γύρω
  66. Περιλάλητος=γνωστός
  67. Περονιάζει= διαπερνά
  68. Πεσκέσι = δώρα με φαγώσιμα κυρίως
  69. Πεσκίρι=πανί που δίπλωναν το ζυμάρι
  70. Πέτακας=γκρεμός
  71. Πετάλες=μεγάλα σπυριά στο δέρμα
  72. Πεταμός = το ρίξιμο στα σκουπίδια
  73. Πετσώνω= Χορταίνω
  74. Πηνιάτα=πήλινο τσουκάλι
  75. Πι και φι =γρήγορα
  76. Πιατού= αυτή που πήγαινε επισκέψεις μαζί με το πιάτο της για να της το γεμίζουν
  77. Πίγκωσα = δεν μπορώ να ανασάνω , πνίγηκα
  78. Πίγουλη=ζυμαρικό κριθαράκι
  79. Πιλάλα=τρέξιμο
  80. Πιλατεύω=ενοχλώ
  81. Πινακωτή=ξύλινες θήκες που έβαζαν το ζυμάρι για να το πάνε στον φούρνο
  82. Πινιάζω=βρομάω
  83. Πίνιξα =έπνιξα
  84. Πινογά=όρεξη(δεν έχεις πινογά να διαβάσεις;)
  85. Πιόμα=όταν πίνεις
  86. Πισινή =εναλλακτική λύση, μέτρο για κάθε ενδεχόμενο, επιλογή σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά
  87. Πιστάγκωνα= με τα χέρια δεμένα πίσω
  88. Πιστρόφια= έθιμο του γάμου(μετά το ν γάμο πήγαιναν στο σπίτι της νύφης και κλέβανε)
  89. Πιστρώνω =βάζω τις κουβέρτες κάτω από το σώμα αυτού που κοιμάται
  90. Πισωκάπουλα= στο πίσω μέρος του γαϊδουριού
  91. Πιτάκι= έντομο που πιάνουν τα ζυμαρικά
  92. Πιτουρίζει =ρίχνει ψιλόβροχο
  93. Πιτσικάρει=έχει μπόσικα, έχει χαλαρώσει
  94. Πιτσούνια= μικρά περιστέρια
  95. Πλακοπαΐδα=παγίδα για πουλιά
  96. Πλάνταξα=έκανα κάτι πολύ..(πλάνταξα στο κλάμα)
  97. Πλαστήρι=ξύλινη στρογγυλή σανίδα για να κόβουν
  98. Πλεύρα =πλαγιά
  99. Πλέχτρα=πλεξίδα κρεμμυδιών
  100. Πλιάτσικο  = η λεηλασία μετά τη  μάχη ή γενικά η κλεψιά
  101. Πλοχεριά= μια χούφτα
  102. Πλύμα=το νερό μετά το πλύσιμο της σκαφίδας με το προζύμι
  103. Ποδαρικό=επίσκεψη καλότυχου ανθρώπου σε σπίτι την πρωτοχρονιά για καλή τύχη, αλλά  και εξάρτημα του αργαλειού
  104. Ποδέλοιπα =υπόλοιπα
  105. Ποδεύομαι =φοράω παπούτσια
  106. Ποκάρι=μαλλί πρόβειο
  107. Πολιώρα=πριν από λίγο
  108. Πόλκα=σακάκι

Πολύ

  1. Πολύφερνος=πλούσιος
  2. Πολώλω=αφηρημένη και χαζή
  3. Πομάδα=κρέμα προσώπου
  4. Πομπή= ντροπή
  5. Ποριά=μικρή πόρτα, μικρό πέρασμα
  6. Πορτόνι=μικρή πόρτα
  7. Ποστιάζω= βάζω στη σειρά
  8. Ποτόκι = φωλιά ζώου
  9. Πού να σάξω; =Προς τα πού να πάω
  10. Πούμωμα=κρύωμα
  11. Πούντα= Κρυολόγημα
  12. Πούντος= Πού είναι αυτός
  13. Πουρίθρα = κεφάλι σκόρδου
  14. Πουρνό=πολύ πρωί
  15. Πουρπουράω=πετάω
  16. Πούσι=καταχνιά, ομίχλη
  17. Πόχα=τρυπητή κουτάλα
  18. Πράματα= Τα γιδοπρόβατα
  19. Πραχάλι=χερούλι κουβά
  20. Πρεμούρα = βιασύνη
  21. Προβέτζα= βορειοδυτικός άνεμος
  22. Προγκάω= 1. Τρομάζω, ξαφνιάζω, σκορπάω 2. Διώχνω κάποιον μακριά μου
  23. Προγούλι = οι δίπλες που σχηματίζει το δέρμα σε έναν παχύ λαιμό
  24. Προζύμι=χειροποίητη μαγιά για ψωμί
  25. Προκάνω=προλαβαίνω
  26. Προξενειό=η πρόταση για γνωριμία με σκοπό τον γάμο
  27. Προπέτης = βιαστικός
  28. Προσμπούκι=κολατσιό
  29. Προσόψιο= πετσέτα προσώπου
  30. Προφτασούρα= ορεκτικό
  31. Πυροστιά= το σίδερο πάνω από τη φωτιά όπου τοποθετούσαν το καζάνι ή την κατσαρόλα
  32. Πυροφάνι=αυτοσχέδιος πυρσός για νυχτερινό κυνήγι χταποδιών και καβουριών
  33. Πυρώνω=ζεσταίνω στην πυρά, στη φωτιά
  34. Πωριά =τα βράχια της θάλασσας

                             Ρ

  1. Ρακόγυαλο=ποτήρι για λικέρ
  2. Ράντα=τιράντα
  3. Ραχάτι = χουζούρι, τεμπελιά
  4. Ρέβω=εξαντλούμαι
  5. Ρέγγιο=το μέρος που διανυχτερεύουν τα πρόβατα
  6. Ρέγουλα= ομαλός και κανονικός ρυθμός, με μέτρο
  7. Ρεμάλι=αλήτης
  8. Ρεμούλα = μικρή ή μεγάλη απάτη
  9. Ρέμπελος = τεμπέλης
  10. Ρεμπεσκές = τεμπέλης
  11. Ρέντα = εύνοια της τύχης
  12. Ρεντίκολο=ρεζίλι
  13. Ρετάλι = 1. κομμάτι ύφασμα, 2. βρισιά
  14. Ρετσέλι=χοντροκομμένο γλυκό κυδώνι
  15. Ρεφάρω=ξανακερδίζω
  16. Ρεφενέ= όταν πληρώνει ο καθένας τα δικά του
  17. Ρεφουλιά ή νεροφαγιά=η διάβρωση από τα ορμητικά νερά
  18. Ροβολάω= κατεβαίνω το βουνό
  19. Ρογιάζω=πονάει το στομάχι μου όταν τρώω σταφύλι και πίνω κρασί
  20. Ρογοβύζι=μπιμπερό
  21. Ροδάνι = ρόδα, τροχός
  22. Ροΐ ή ρογί=λαδικό
  23. Ροϊδάμι=ο τρυφερός βλαστός των θάμνων
  24. Ρόκα= διπλωμένο ξύλο που έβαζαν μαλλί για γνέσιμο
  25. Ροκιάζω=Κάθομαι στη φωλιά μου
  26. Ρούγα=γειτονιά
  27. Ρουγκλώνω=πίνω
  28. Ρουμάνι = πυκνό δάσος
  29. Ρούπι= υποδιαίρεση του (παλαιού) εμπορικού πήχη, ίση με οκτώ εκατοστά του μέτρου , αλλά σημαίνει και καθόλου.
  30. Ρουπώνει=χορταίνει, αλλά και το βαρέλι γεμίζει με νερό και δεν χάνει

Σ

  1. Σαβουρώνω = τρώω υπερβολικά
  2. Σαγάνι=τσίγκινο πιάτο
  3. Σαΐνι = γεράκι αλλά και άνθρωπος πανέξυπνος
  4. Σάισμα=ύφασμα από γίδινο μαλλί
  5. Σαΐτα=είδος φιδιού και χάρτινη κατασκευή αεροπλάνου
  6. Σακάτου= προς τα κάτω
  7. Σακιάζω = γεμίζω το σακί
  8. Σάλα =σαλόνι
  9. Σαλαγάω=διώχνω μακριά τα πρόβατα
  10. Σαλαμούρα = άλμη, διάλυμα από αλάτι
  11. Σαλβάρι=φαρδύ παντελόνι
  12. Σαμάρι= αυτό που έβαζαν απάνω στο γαϊδούρι για να κάθονται
  13. Σαμαροσκούτι=ρούχο για το σαμάρι
  14. Σάματις= σάμπως
  15. Σάξε = ταχτοποίησε
  16. Σαπάνου=εκεί πάνω
  17. Σαπέρα= ίσα πέρα μακριά
  18. Σαπίμι=σάπιο
  19. Σαράκι= έντομο που τρώει τα ξύλα, σκόρος
  20. Σαρακιάρης=αρρωστιάρης
  21. Σαρδανάπαλος=κακοφτιαγμένος
  22. Σαρίδι=σκουπιδάκι
  23. Σαρμάκο=χωρίς μιλιά
  24. Σαρωματίνα=σκούπα από αφάνα
  25. Σαρώνω =σκουπίζω
  26. Σάψαλο = αδύναμο, ανήμπορο
  27. Σβαρνιάρης=αυτός που δεν έχει καλό περπάτημα
  28. Σβαρνίζω=παρασύρω
  29. Σβέλτος=γρήγορος
  30. Σβερκώνομαι=φορτώνομαι
  31. Σβιλάδα=τρέλα
  32. Σβιλαδιακός = ιδιότροπος
  33. Σβουνιά=η κοπριά αγελάδας
  34. Σβουρνίδια= κάτι που φέρνει ταραχή
  35. Σγαρλάω=σκαλίζω (η κότα σγαρλάει τον κήπο)
  36. Σγότζος=σχηματίζεται όταν κρεμάς ένα πουλόβερ στην κρεμάστρα
  37. Σγουμπαίνω= καμπουριάζω
  38. Σγουμπή=κυρτωμένη
  39. Σγούφτω=σκύβω
  40. Σγρουμπούλι=εξόγκωμα
  41. Σεβντάς=καημός
  42. Σεγκούνα ή γιούρντα=κάπα
  43. Σειέμαι= κουνιέμαι
  44. Σειριά =σόι
  45. Σεκλετίζομαι=στενοχωριέμαι
  46. Σέκος=  ξερός,   νεκρός
  47. Σέμπρος= αυτός που δούλευε σαν υπεύθυνος στα χτήματα άλλου
  48. Σενιαρίζω=περιποιούμαι
  49. Σερβάντα=έπιπλο σπιτιού
  50. Σεργιάνι=βόλτα
  51. Σεργούνα = γυναίκα κινητική ή κουτσομπόλα
  52. Σεργούνι =κακή φήμη, ξεφτίλα
  53. Σέρτικο=βαρύ, γνήσιο
  54. Σέσουλα= μικρό φτυαράκι, που χρησιμοποιείται κυρίως στην πώληση οσπρίωνζάχαρης κ.λ.π.
  55. Σεφτές= η πρώτη είσπραξη χρημάτων
  56. Σιγοντάρω=βοηθώ, υποστηρίζω
  57. Σιγουρεύω=κρύβω
  58. Σιδερωστιά=σιδερένια βάση για τη φωτιά όπου ακουμπούσαν την κατσαρόλα
  59. Σιλαρώνω = πλησιάζω γιατί εμπιστεύομαι κάποιον
  60. Σιμπάω =τακτοποιώ τα αναμμένα ξύλα και αναζωπυρώνω τη φωτιά
  61. Σιομπέτι=ίσιωμα
  62. Σιούτα=χωρίς κέρατα
  63. Σίφλογο =αρρώστια
  64. Σιχτιρίζω= λέω σε κάποιον αι σιχτίρ, διαολοστέλνω
  65. Σκαβούτα=καβούκι χελώνας
  66. Σκαλιάζω= πετάω κάτι ψηλά και μένει εκεί
  67. Σκάλος =το σκάψιμο της σταφίδας
  68. Σκαλούνι =το σκαλί
  69. Σκαλτσούνι=κάλτσα
  70. Σκαμπάζω=καταλαβαίνω
  71. Σκαμπάνι=αφρός σαπουνιού
  72. Σκαμπίλα = χαστούκι
  73. Σκάντζα = αλλαγή
  74. Σκαπετάω=πετάγομαι πιο κάτω
  75. Σκαπουλάω=ξεφεύγω, το σκάω, δραπετεύω
  76. Σκαρίζω=βγαίνω από τη φωλιά μου
  77. Σκάρος= η ώρα που φεύγουν τα ζώα για βοσκή
  78. Σκαρπίνια=κοφτά παπούτσια
  79. Σκαρταδούρα = σκάρτο πράγμα, κατώτερης, κάκιστης ποιότητας για πέταμα
  80. Σκάρτος = άχρηστος
  81. Σκαρφίζομαι =επινοώ
  82. Σκαρώνω= σχεδιάζω κρυφά αλλά και γράφω στιχάκια
  83. Σκατζουλήθρα= μικρή σπίθα φωτιάς
  84. Σκατοψύχι=κατάρα
  85. Σκεβρώνω=στραβώνω, καμπουριάζω
  86. Σκερβελές =  ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
  87. Σκέρτσο = προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, ιδίως γυναίκας, για να φανεί χαριτωμένη και ελκυστική και για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των άλλων, νάζι
  88. Σκιάζαρος = φόβητρο
  89. Σκιάζομαι =φοβάμαι
  90. Σκιντοκρυμμένος= ακοινώνητος
  91. Σκοβόλης=βλάκας
  92. Σκόλη ή σχόλη=αργία
  93. Σκορδοκαΐλα = αδιαφορία
  94. Σκορποχέρης = σπάταλος
  95. Σκόρτσα= βρόμα
  96. Σκορτσίλος=βρομιάρης
  97. Σκούζω=φωνάζω δυνατά
  98. Σκουλί=λευκό χρώμα
  99. Σκουντάω=χτυπώ ελαφρά
  100. Σκουράτζος= ρέγγα
  101. Σκουρδουμπουλάω=σκοντάφτω
  102. Σκούρκος=μεγάλη σφήκα
  103. Σκουτέλα=κούπα
  104. Σκουτί =ρούχο
  105. Σκραμπάζω=καταλαβαίνω
  106. Σκράμπας=πολύ κουτός
  107. Σκρόφα=παλιογυναίκα
  108. Σκύβαλα =σκουπίδια
  109. Σκυλιάζω= θυμώνω πολύ
  110. Σμιγάδι=ανάμεικτο αλεύρι
  111. Σμπαράλι = σπασμένο κομμάτι, θρύψαλλο
  112. Σοσόνι=κοντή κάλτσα
  113. Σούγελο= υδρορροή
  114. Σουγλί =  μυτερό εργαλείο του τσαγκάρη
  115. Σουγλιά=αιχμηρός πόνος
  116. Σούγλος ή σίχλος=κουβάς για νερό από το πηγάδι
  117. Σούδα =στενό
  118. Σουδιάζει=δημιουργείται ρεύμα αέρος
  119. Σουλατσάρω=κάνω βόλτες
  120. Σουλάτσο= η βόλτα
  121. Σούμα =άθροισμα
  122. Σουμιές = τελάρο με πλέγμα για το κρεβάτι, σούστα
  123. Σούμπιτος=ολόκληρος
  124. Σούνα= πολύ κοντή
  125. Σουραύλι=η φλογέρα
  126. Σουράω =σφυρίζω
  127. Σούργελο= γελοιοποίηση
  128. Σουρλουλού=ζωηρή κοπέλα
  129. Σουρντούκω =η κουτσομπόλα που τριγυρίζει συνεχώς
  130. Σούσουρο=φασαρία
  131. Σούφρα = το τσαλάκωμα
  132. Σοφράς=χαμηλό τραπέζι
  133. Σπάθα =εργαλείο για να κόβουν το χορτάρι
  134. Σπανεύουνε=γίνονται σπάνια
  135. Σπαρίλας = τεμπέλης
  136. Σπιθούρι= σπυράκι
  137. Σπλινθάρι= η σκαλισμένη πέτρα που συγκεντρώνει το νερό της βρύσης
  138. Σπορίτης=ο πολύ γινωμένος αλλά και ο τεμπέλης
  139. Στα ντουζένια=στο αποκορύφωμα, στην ωριμότητα
  140. Στα φούφουδα=στα μαλακά
  141. Στάει=στάζει
  142. Σταλίζω=στέκομαι
  143. Στάλος=η σκιά του δέντρου όπου στέκονται τα ζώα
  144. Στάμα=ένα φόρτωμα από δυο σακιά ελιές
  145. Στανιάρω=συνέρχομαι
  146. Στανιό =ζόρι
  147. Σταφιδιάζω=γερνώ και κάνω ρυτίδες
  148. Σταχτοπάνι=πανί για να καθαρίζεις τη στάχτη από τον φούρνο
  149. Στέρφα=αυτή που δεν γεννάει
  150. Στιβάλια =παπούτσια
  151. Στιχερό =το ξύλο στη μέση του αλωνιού
  152. Στοίβα =το ένα πάνω στο άλλο
  153. Στουμπαριάζω=έσκασα από το φαγητό
  154. Στουμπάω=χτυπάω το κεφάλι
  155. Στουμπίζω=πιέζω πολύ
  156. Στούμπος=κοντός
  157. Στουπέτσι=πολύ σκληρό
  158. Στουρνάρι= σκληρή πέτρα
  159. Στούρνος= κακός μαθητής
  160. Στραβουτσαλιά= κάτι εκτός κανόνων, ζαβολιά
  161. Στραπάτσο = σοβαρή ζημιά
  162. Στρατόνι=μονοπάτι
  163. Στράφι=άδικα, μάταια
  164. Στράφος=γκρεμός
  165. Στρεκλάω= πηγαίνω πέρα δώθε, παραπατάω
  166. Στριγκλιάτα=το χλωρό τυρί
  167. Στρίποδα ή τρίποδα= Βάσεις ξύλινες ή σιδερένιες που τοποθετούσαν πάνω τους τη σκαφίδα για πλύσιμο ή σανίδες και έφτιαχναν κρεβάτι
  168. Στρογγός= γιούκος=εκεί που έβαζαν τις κουβέρτες τη μια πάνω στην άλλη
  169. Στρούγκα=φράχτης όπου αρμέγονται τα γιδοπρόβατα
  170. Στρουγκολίθια=οι πέτρες μπροστά από τη στρούγκα για να κάθονται αυτοί που αρμέγουν
  171. Στροφιάζομαι=πέφτω για ύπνο
  172. Στρωματσάδα=στρώνω και κοιμάμαι στο πάτωμα
  173. Στυλιάρι=ξύλο
  174. Συγγενικό =συμφορά ,επιληψία
  175. Σύγκξυλος= άφωνος, ακίνητος, έρημος και μόνος, αλλά και κατάφορτος
  176. Σύγκρυο= ρίγος
  177. Συμπάω=βάζω ξύλα στη φωτιά
  178. Συμπράγκαλα= πολλά πραγματάκια
  179. Συναπάντημα =συνάντηση
  180. Συνερίζομαι =  παρεξηγώ κάποιον
  181. Συρμαγιά=το χρηματικό κομπόδεμα
  182. Σύρτης=μηχανισμός ασφαλείας για την πόρτα
  183. Σύσταση = ταχυδρομική διεύθυνση
  184. Συχαρίκια = Τα ευχάριστα μηνύματα για γάμο
  185. Σφαλάγγι= δηλητηριώδης αράχνη
  186. Σφάρδακλας= βάτραχος
  187. Σφάχτης= αυτός που σφάζει, αλά και ο οξύς, έντονος, ανυπόφορος πόνος
  188. Σφέλα= κομμάτι τυρί
  189. Σφερδούκλι=το φυτό ασφόδελος
  190. Σφοντίλι=το κάτω μέρος του αδραχτιού
  191. Σώγαμπρος= λέγεται για κάποιον που παντρεύεται και πηγαίνει να μείνει μαζί με τη γυναίκα του στα πεθερικά
  192. Σώνει=φτάνει
  193. Σώσμα= όταν τελειώνει το κρασί

                             Τ

  1. Τα πλατιά=ο δρόμος
  2. Τα σκούρα= τα πατζούρια
  3. Ταβλάς=ξύλινος δίσκος
  4. Ταβλιάζομαι=έπεσα και κοιμήθηκα
  5. Ταβούλι=πρησμένο
  6. Ταγάρι=υφαντή τσάντα
  7. Ταγγίζω ή ταγκίζω και ταγκιάζω. (για λιπαρές και ελαιώδεις ουσίες) αλλοιώνομαι και αποκτώ βαριά οσμή και πικρή γεύση
  8. Τάγιο =σοκ
  9. Τακίμια=σχέδια
  10. Τακιμιάζω=ταιριάζω
  11. Τάμπηξε= δεν προχωράει , επιμένει στην άποψή του
  12. Τανιέμαι =σφίγγομαι
  13. Ταπίστωμα= ανάποδα,μπρούμητα
  14. Ταράκουλο  = Ταραχή
  15. Ταχατέμου=τάχα
  16. Ταχιά=αύριο
  17. Τεμπεσίρι=κιμωλία
  18. Τέντα= ανοιχτός, απλωμένος
  19. τουρλουμπούκι=ανακατωμένα
  20. Τερτίπια=κόλπα
  21. Τέσα=χάλκινο δοχείο για γάλα
  22. Τέτζερης= χάλκινη κατσαρόλα
  23. Τετράφταλος=απρόσεκτος, χωρίς μυαλό,πλακατζής αλλά και γκαφατζής
  24. Τεφαρίκι=πολύ καλό
  25. Τεφτέρι=βιβλίο χρωστούμενων ή μπακαλοδεύτερο
  26. Τζαναμπέτης=δύστροπος, ιδιότροπος
  27. Τζάρα=κιούπι
  28. Τζάτζαλα=μικροπράγματα
  29. Τζερεμές= βρισιά για κάποιον, άχρηστος
  30. Τζίρος=αδύνατος αλλά και τα έσοδα μαγαζιού
  31. Τζιτζί=τέλειο
  32. Τζιτζιφιόγκος=ομορφονιός = αυτός που περνάει για όμορφος, ο καλοντυμένος
  33. Τζίφος=αποτυχία
  34. Τζίφρα= υπογραφή
  35. Τζουνάκα=ξύλινο δοχείο για γάλα
  36. Τζοχάδα= νευρίασμα
  37. Τηράω=βλέπω
  38. Τι λιάζεις;= τι λες;
  39. Τίγκα= πολύ γεμάτο
  40. Τιγκάρω=γεμίζω πάνω πάνω
  41. Τίκλα=κάτι που έχει γίνει σκληρό σαν πέτρα
  42. Τικλώνω=γεμίζω με καπνούς
  43. Τίλογα=τι είδος
  44. Τιλώνομαι=χορταίνω
  45. Το αντί=εξάρτημα του αργαλειού
  46. Τόκα = η χειραψία
  47. Τότης=βρισιά για τον χαζό
  48. Τουβαλίθι ή τράστο=πετσέτα που δίπλωναν το φαγητό
  49. Τουλούμι=δερμάτινο ασκί για τυρί
  50. Τουλούπα=μαλλί για γνέσιμο
  51. Τουμπανιάζω= φουσκώνω
  52. Τουμπεκί= είδος καπνού, αλλά και κάνε ησυχία
  53. Τούμπι=υψωματάκι
  54. Τουπέ = υπεροπτικό ύφος
  55. Τουρλουμπούκι=  ομάδα χωρίς συνοχή
  56. Τουρλώνω =τεντώνω
  57. Τουρνόκωλα=ανάποδα, με τεντωμένο τον ποπό
  58. Τούτζι= μεθυσμένος
  59. Τουτσουρώνω=αγριεύω
  60. Τραγατσούλα=καλύβα που την έφτιαχναν ψηλά
  61. Τραγιάσκα = είδος καπέλου
  62. Τράκα=δανεικά και αγύριστα
  63. Τράμπα = ανταλλαγή
  64. Τρατάρω=προσφέρω, κερνάω
  65. Τράτο  = το χρονικό περιθώριο
  66. Τραχάς ή κόσα=εργαλείο για να κόβεις κάτι
  67. Τρεμοκουκουρίζω= κρυώνω πολύ
  68. Τρικούβερτος=γεγονός με μεγάλη ένταση
  69. Τριφτάδια =τα τρίμματα που έχουν κολλήσει στη σκαφίδα όπου ζύμωναν
  70. Τροκάνι=κουδούνι για πρόβατα
  71. Τρουμπούκι=βέργα για φύτεμα
  72. Τρουμπούκια=κλωνάρια ελιάς με μάτια που τα έμπηγαν στη γη και φύτρωναν
  73. Τρόχαλα=πέτρες στο μέγεθος γροθιάς
  74. Τροχίλια=κάτι που γίνεται πολλά κομμάτια
  75. Τσάβαλα=ρούχα
  76. Τσαγανό=θάρρος
  77. Τσαγκαροσούγλι=εργαλείο τσαγκάρη
  78. Τσάκα τσάκα =πολύ γρήγορα
  79. Τσάκα=παγίδα για πουλιά
  80. Τσακμάκι ή Τσακουμάκι =αναπτήρας
  81. Τσακμόπετρα=σκληρή πέτρα που τη χτυπάς και βγαίνουν σπίθες
  82. Τσακώνω=κρατώ
  83. Τσαλαπατάω=πατάω με πείσμα
  84. Τσαλαφιάζομαι=ξαφνιάζομαι
  85. Τσαλαφός=τρελός,
  86. Τσαλιμάκια=νάζια
  87. Τσαμασίρια=τα πρόχειρα και αναγκαία μικροεργαλεία
  88. Τσαμπάζης =ζωέμπορος
  89. Τσαμπουνάω=παραμιλάω
  90. Τσανάκα=δοχείο για γάλα
  91. Τσαντίλα= νεύρα αλλά και είδος λεπτού υφάσματος που έβαζαν το φρέσκο τυρί για να στραγγίξει
  92. Τσάπα =αξίνα
  93. Τσαπατσούλης=ακατάστατος
  94. Τσαπέλες =λιαστά σύκα
  95. Τσάπια=κακές συνήθειες
  96. Τσαρδί =σπίτι
  97. Τσαρλατάνος =απατεώνας
  98. Τσαρτσάφι=βαμβακερό ύφασμα για καπλάτισμα
  99. Τσατάλι=εργαλείο του φούρναρη για να τακτοποιεί τα ξύλα στη φωτιά
  100. Τσατουμάς= εσωτερικός τοίχος του σπιτιού με καλάμια
  101. Τσάτρα πάτρα=ανακατωμένα
  102. Τσατσάρα=χτένα
  103. Τσαχπίνα = πεταχτούλα, ναζιάρα
  104. Τσεμπέρι=γυναικείο μαντήλι για το κεφάλι
  105. Τσέπια=κέρατα
  106. Τσερβέλο=μυαλό
  107. Τσέρκι=το στεφάνι του βαρελιού
  108. Τσέρλα ή Τσερλιό = Διάρροια
  109. Τσιαμπασίρια= τα πράγματα, τα αντικείμενα του νοικοκυριού
  110. Τσίβα=πολύ πυκνός
  111. Τσιβί = μηχανισμός για να κλείνει η πόρτα
  112. Τσιγαρίδα=παστό χοιρινό
  113. Τσίγδαλο=άγουρο μύγδαλο
  114. Τσιγκέλι= σίδερο που κρεμάνε το σφαγμένο ζώο
  115. Τσιγκλάω=ενοχλώ,σπρώχνω
  116. Τσιλιμπουρδίζω= φλερτάρω
  117. Τσίμα τσίμα= ίσα ίσα
  118. Τσιμπάω= τρώω λίγο λίγο
  119. Τσινάει=κλωτσάει το τσινιάρικο άλογο ή το γαϊδούρι
  120. Τσίνορο =βλέφαρο
  121. Τσιουνίζουν (τα πουλιά)= κάνουν τσίου τσίου
  122. Τσίπα= ντροπή
  123. Τσιρίζω= φωνάζω με διαπεραστική φωνή
  124. Τσιριμόνιες=ναζάκια και παραξενίτσες
  125. Τσίτι = απλό βαμβακερό εμπριμέ ύφασμα
  126. Τσίτσα ή τσότρα=ξύλινο δοχείο κρασιού
  127. Τσιτσί = Κρέας
  128. Τσιτσίδι = γυμνός
  129. Τσιτώνω=τεντώνω
  130. Τσιφί= ασφάλεια πόρτας
  131. Τσογλάνι= παλιόπαιδο
  132. Τσοκανάω=χτυπώ
  133. Τσόλια=παιχνιδάκια
  134. Τσοτίνι= τσουλούφι
  135. Τσότσος=κοντός
  136. Τσούζω= πίνω οινοπνευματώδη ποτά
  137. Τσουκάλι= πήλινη κατσαρόλα
  138. Τσούκι=ξύλο απελέκητο, κουτός
  139. Τσούκου τσούκου =σιγά σιγά
  140. Τσουλουφρίζω=καίω
  141. Τσουλοχάνι=ο χώρος τοποθετεί τα αναμμένα ξύλα ο φούρναρης
  142. Τσουμπλέκια=κουζινικά είδη
  143. Τσουπούτω =γεματούλα
  144. Τσούπρα=κοπελίτσα
  145. Τσουπώνω=στριμώχνω, πιέζω
  146. Τσουράπια=κάλτσες
  147. Τσούρμο=μεγάλη παρέα ατόμων
  148. Τσουρουφλίστηκα=κάικα
  149. Τσουτσουρίζω=χτυπώ με λεπτή βέργα
  150. Τσουτσουρώνω=αγριεύω

Υ

  1. Ύβαλα=άνω κάτω

Φ

  1. Φαγανιάρηςή φαγανός= λαίμαργος
  2. Φακιόλι=μαντήλι για το κεφάλι
  3. Φακλάνα=χοντρή και άσχημη γυναίκα
  4. Φαλιρίζω= φτωχαίνω
  5. Φαλτσέτα=γυριστό μαχαίρι για χαράκι
  6. Φαμίλια= οικογένεια
  7. Φανερώματα=επισημοποίηση προξενειού
  8. Φάπα =Σφαλιάρα
  9. Φάρα=σόι
  10. Φαρμουντός= εφαρμοστός
  11. Φαρσί=πολύ καλά
  12. Φάσκελο ή μούτζα= όταν μουτζώνεις κάποιον
  13. Φασκιά=ύφασμα που δίπλωναν τα μωρά
  14. Φασμαγούδια=γλυκάκια
  15. Φαφατιάζω=μαλακώνω
  16. Φαφούτης= χωρίς δόντια
  17. Φελάει =αξίζει, ωφελεί
  18. Φελέκι = τύχη
  19. Φελί ή φεκλί= κομμάτι
  20. Φιγιό=κρύος αέρας
  21. Φιγουρίνι=όμορφη κοπέλα, αλλά και περιοδικό μόδας.
  22. Φίλεμα=κέρασμα
  23. Φιλεύω=κερνάω
  24. Φιλιατρό=χείλος πηγαδιού
  25. Φιότσος=βαφτιστήρι
  26. Φιρί φιρί =σιγά σιγά και επίμονα (φιρί φιρί το πας να μαλώσουμε)
  27. Φίσκα =γεμάτο
  28. Φιτιλιά=ύπουλη κατηγορία
  29. Φκιέντρα=εργαλείο που καθάριζε το αλέτρι από το χώμα
  30. Φλασκί=δοχείο κρασιού
  31. Φλέσουρα=σκουπίδια από ξερά φύλλα
  32. Φλέτζα=φέτα πορτοκαλιού
  33. Φλίκτρες= δερματική πάθηση
  34. Φλόμος=φυτό με δηλητηριώδη ναρκωτική ουσία
  35. Φλομώνω=ζαλίζω
  36. Φορτσάτος = πολύ δυνατός
  37. Φούγα =οργή , αποκορύφωμα
  38. Φουγκαρία=μεγάλη φωτιά
  39. Φούλης=αδερφούλης
  40. Φούμαρα=παραμύθια, ψέματα
  41. Φουμέρνω=καπνίζω
  42. Φουντουλώνω=σκάω, ανάβω
  43. Φούρια=ορμή, βιασύνη
  44. Φουριόζος =βιαστικός
  45. Φούρκα= διχαλωτό ξύλο για να σηκώνει ψηλά την απλώστρα ,κάτι πολύ γεμάτο
  46. Φουρκέτα ή φουρκαδέλα = τσιμπιδάκι για τα μαλλιά
  47. Φουρκίζω=στενοχωρώ,θυμώνω
  48. Φούρλα = Περιστροφή
  49. Φουρνέλο=δυναμίτης
  50. Φουρφούκι=γεμάτο, μεγάλος αριθμός από..
  51. Φουσκιά=ακαθαρισίες ζώων
  52. Φουσκίτης=κενός
  53. Φουσκοδεντριά=όταν τα μάτια στα κλαριά των δέντρων είναι έτοιμα να ανοίξουν, αλλά και η ερωτική επιθυμία
  54. Φούσκος=χαστούκι , σκαμπίλα αλλά και πέσιμο
  55. Φουφού=ψησταριά για κάστανα
  56. Φουφούλα= πολύ φαρδύ και κοντό παντελόνι για τη γυμναστική
  57. Φραντζάτα=καλύβα
  58. Φρίξα=παξιμάδι
  59. Φρουγκάλα=φουσκάλα στο δέρμα με υγρό
  60. Φτενός =λεπτός
  61. Φτερωτή=εξάρτημα του νερόμυλου
  62. Φτούνος φτου=αυτός
  63. Φτουράει =είναι αρκετό ή κάνεις κάτι πολύ γρήγορα
  64. Φυράδες= χαραμάδες
  65. Φώλος= το αυγό στην φωλιά που προσελκύσει τις κότες
  66. Φωτίκια=βαφτιστικά ρούχα, λαδόπανα
  67. Φωτομανάει= φωτίζει πολύ

 Χ

  1. Χαβάς=συνήθεια
  2. Χάβρα=πολλή φασαρία
  3. Χαϊβάνι=σιδερένιο γουδί, και βρισιά για κάποιον που δεν καταλαβαίνει
  4. Χαϊλώνω =χαζεύω
  5. Χαΐρι=προκοπή
  6. Χαλβαδιάζω= παρατηρώ κάτι που το θέλω πολύ, ζαχαρώνω
  7. Χάλιακας=χαζός
  8. Χαλιάς=σωρός από πέτρες
  9. Χαμάλης= ο εργάτης που φόρτωνε και ξεφόρτωνε
  10. Χαμαλίκα= το σωματείο των φορτοεκφορτωτών
  11. Χαμοκέλα ή χαμόγι=παλιό χαμηλό σπιτάκι
  12. Χαμολόι=οι ελιές που μάζευαν από κάτω
  13. Χάμου=κάτω
  14. Χαμούρι=πολτός ελιάς
  15. Χαμπάρι =νέοείδησημαντάτο
  16. Χαμπέρι =  η  είδηση
  17. Χάνι= πανδοχείο
  18. Χανταβουλιάζομαι =εξαφανίζομαι, χάνομαι
  19. Χαντρολαίμι=κολλιέ
  20. Χαράκι=αφαίρεση μέρους του κορμού του αμπελιού
  21. Χαράμι= άδικα
  22. Χαραμοφάης= ο τεμπέλης
  23. Χαράνι=καζάνι
  24. Χαράρι=πλέγμα για τη μεταφορά του άχυρου με το γαϊδούρι
  25. Χαρβαλίκι=χαρτζηλίκι
  26. Χάρβαλο=χαλασμένο
  27. Χαρχαλεύω=ανασκαλεύω,ψάχνω, ψαχουλεύω
  28. Χασκαρίζει ή χάσκει =γελάει
  29. Χασομεράω=καθυστερώ
  30. Χασομέρι = η αργοπορία
  31. Χάφτω=καταπίνω
  32. Χερικό  = το καλό χέρι για καλό αποτέλεσμα στις δουλειές
  33. Χερόβολο ή χειρόβολο=δέσμη από στάχυα
  34. Χεροκωλιάζω=ρίχνω ξύλο στον πισινό
  35. Χλεμπονιάρης άρρωστος,κιτρινιάρης
  36. Χλιαίνω=ζεσταίνω
  37. Χόβολη=στάχτη στο τζάκι
  38. Χορατό =αστείο
  39. Χορίδια =μικρά κομματάκια από πετρούλες και χαλικάκια που πέφτουν από κάποιο τοίχο.
  40. Χούγι ή χούι =συνήθεια
  41. Χουγιάζω =βρίζω
  42. Χουλιάρι=κουτάλι
  43. Χουνέρι  = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα, κοροϊδία
  44. Χούνη=το μέρος ανάμεσα σε δυο πλαγιές
  45. Χουρχούρα=στάμνα
  46. Χούχλος=κόχλος=βράσιμο
  47. Χουχουλιάζω=ζεσταίνω κάτι
  48. Χουχουλιέμαι=φτιάχνω φωλιά και κάθομαι μέσα
  49. Χράμι=χοντρό σεντόνι
  50. Χρέπι = ερείπιο
  51. Χρίζω =αλείφω
  52. Χρονιάρα = η ημέρα που είναι αργία, καθώς και οι μεγάλες γιορτές

Ψ

  1. Ψειρίζω= ξεψειρίζω αλλά και κλέβω ή παίρνω χρήματα
  2. Ψελλίζω=μιλάω χαμηλόφωνα
  3. Ψες=χτες
  4. Ψιλιάτικο =το τελευταίο ποτήρι κρασί
  5. Ψιλοκάθαρος=καθάρισμα των ελιών από τα περιττά κλαριά
  6. Ψόφος =πολύ κρύο, αλλά και θανατικό
  7. Ψωμολυσσάω= πεινάω πολύ
  8. Ψωμωζώ=ζω φτωχικά
  9. Ψωμώνω=ωριμάζω

 

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.