Αγροτικά

Στοπ στις αθέμιτες πρακτικές εμπόρων σε βάρος των αγροτών

«Στοπ» στις αθέμιτες πρακτικές που χρησιμοποιούν οι έμποροι κατά τις συναλλαγές τους με τους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, θα επιχειρήσουν να θέσουν με κοινό νομοσχέδιο τα υπουργεία Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Το σχετικό νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθεί στη βουλή το Σεπτέμβριο, (σ.σ. βρίσκεται σε φάση επεξεργασίας) αφορά την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας 2019/633 σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού γεωργικών προϊόντων και τροφίμων.

Κάθε κράτος μέλος, όπως και η χώρα μας, θα πρέπει ενσωματώσουν τη συγκεκριμένη οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο έως την 1η Μαϊου του 2021 καθώς σε κάθε περίπτωση οι διατάξεις της οδηγίας είναι υποχρεωτικά εφαρμοστέες από την 1η Νοεμβρίου 2021. Ωστόσο, παρά το «εύρος» του χρόνου, η κυβέρνηση προτίθεται να τη νομοθετήσει και να τη θέσει σε ισχύ το αργότερο από τις αρχές του νέου έτους. Σημειώνεται ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα μικρών παρεκκλίσεων από την οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα «απέχουν» από τους στόχους της.

Τι ισχύει

Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός της αλυσίδας εφοδιασμού γεωργικών προϊόντων και τροφίμων, παρατηρούνται συχνά σημαντικές ανισορροπίες στη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ προμηθευτών και αγοραστών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων. Οι εν λόγω ανισορροπίες στη διαπραγματευτική ισχύ μπορούν να οδηγούν σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, όπου μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι εμπορικοί εταίροι προσπαθούν να επιβάλλουν ορισμένες πρακτικές ή συμβατικές ρυθμίσεις οι οποίες είναι προς όφελός τους σε σχέση με συναλλαγή πώλησης.

Οι πρακτικές αυτές, ενδέχεται, για παράδειγμα, να παρεκκλίνουν σε μεγάλο βαθμό από την ορθή εμπορική συμπεριφορά, να αντιβαίνουν στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και να επιβάλλονται μονομερώς από έναν εμπορικό εταίρο σε άλλον, να επιβάλλουν αδικαιολόγητη και δυσανάλογη μεταβίβαση οικονομικού κινδύνου από έναν εμπορικό εταίρο σε άλλο ή να επιβάλλουν σημαντική ανισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε έναν εμπορικό εταίρο.

Ορισμένες πρακτικές ενδέχεται να είναι προδήλως αθέμιτες, ακόμη και αν τα δύο μέρη τις δέχονται.

Η ΔΙΜΕΑ ορίζεται ως «αρχή επιβολής»

Σύμφωνα με την οδηγία, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να ορίσει μία ή περισσότερες αρχές για την επιβολή των απαγορεύσεων που καθορίζονται σε αυτή σε εθνικό επίπεδο («αρχή επιβολής») και να ενημερώνει την Επιτροπή για τον ορισμό αυτόν. Στην χώρα μας, η «αρχή επιβολής» θα είναι η Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου της Αγοράς (ΔΙΜΕΑ) η σύσταση της οποία προβλέπεται σε νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Τονίζεται ότι στην περίπτωση αθέμιτων πρακτικών από πλευράς εμπόρων, οι προμηθευτές μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες είτε στην αρχή επιβολής του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος είτε στην αρχή επιβολής του κράτους-μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αγοραστής για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει επιδοθεί σε αθέμιτη εμπορική πρακτική. Η αρχή επιβολής στην οποία απευθύνεται η καταγγελία είναι αρμόδια να επιβάλλει τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στην κοινοτική οδηγία.

Εκτός από τους μεμονωμένους προμηθευτές, δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελία έχουν οργανώσεις παραγωγών, άλλες οργανώσεις προμηθευτών και ενώσεις τέτοιων οργανώσεων, κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των μελών τους ή, κατά περίπτωση, ενός ή περισσοτέρων μελών των οργανισμών μελών τους, όταν τα εν λόγω μέλη θεωρούν ότι επηρεάζονται από απαγορευμένη εμπορική πρακτική.

Το δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελίες κατόπιν αιτήματος ενός προμηθευτή και προς το συμφέρον του εν λόγω προμηθευτή, έχουν και άλλες οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον στην εκπροσώπηση προμηθευτών υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω οργανώσεις είναι ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Ποιες πρακτικές απαγορεύονται

Σύμφωνα με την οδηγία 2019/633, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον όλες οι ακόλουθες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται, εκτός εάν έχουν συμφωνηθεί προηγουμένως με σαφείς και αδιαμφισβήτητους όρους στη συμφωνία προμήθειας ή σε επακόλουθη συμφωνία μεταξύ προμηθευτή και αγοραστή.

  1. Ο αγοραστής επιστρέφει στον προμηθευτή γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα που δεν πωλήθηκαν, χωρίς να πληρώνει για τα εν λόγω προϊόντα ή για τη διάθεση των προϊόντων αυτών ή και για τα δύο.
  2. Ο προμηθευτής χρεώνεται πληρωμή ως προϋπόθεση για να αποθεματοποιήσει, να εκθέσει ή να προσθέσει στους καταλόγους γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα ή να διαθέσει τα προϊόντα αυτά στην αγορά.
  3. Ο αγοραστής απαιτεί από τον προμηθευτή να βαρύνεται με το σύνολο ή με μέρος του κόστους οποιωνδήποτε εκπτώσεων σε γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα που πωλούνται από τον αγοραστή ως μέρος προώθησης.
  4. Ο αγοραστής απαιτεί από τον προμηθευτή να πληρώσει για τη διαφήμιση από τον αγοραστή γεωργικών προϊόντων και τροφίμων.
  5. Ο αγοραστής απαιτεί από τον προμηθευτή να πληρώσει για την εμπορία από τον αγοραστή γεωργικών προϊόντων και τροφίμων.
  6. Ο αγοραστής χρεώνει τον προμηθευτή για το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με τη διαρρύθμιση των χώρων που χρησιμοποιούνται για την πώληση των προϊόντων του προμηθευτή.

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.