Αγροτικά

Το ελληνικό κρασί ανεβαίνει, ο ελληνικός αμπελώνας συρρικνώνεται

Τα ελληνικά κρασιά αποκτούν όλο και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα παγκοσμίως. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι οινοποιοί, με τους οποίους ήρθαμε σε επικοινωνία, βρίσκονται στο εξωτερικό για την προώθηση των κρασιών τους. Όμως, την ίδια στιγμή, η πηγή της πρώτης ύλης, δηλαδή οι εκτάσεις των αμπελιών για οινοστάφυλα, παρουσιάζουν διαρκή μείωση την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

Στα 627.281 στρέμματα οι οινοποιήσιμες ποικιλίες

Το 2008-2009 καλλιεργούνταν 700.894 στρέμματα με οινοστάφυλα σε όλη τη χώρα. Όμως, μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία καταγράφηκε μείωση της καλλιεργούμενης έκτασης κατά περίπου 80.000 στρέμματα. Έτσι, την καλλιεργητική περίοδο 2016-2017 οι αμπελώνες με οινοποιήσιμες ποικιλίες περιορίστηκαν στα 627.281 στρέμματα.

Ο Διονύσης Γραμματικός, προϊστάμενος του Τμήματος Αμπέλου, Οίνου και Αλκοολούχων Ποτών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης αποδίδει τη μείωση των εκτάσεων στις χαμηλές τιμές που δίδονται στους αμπελουργούς, με αποτέλεσμα να μην ενδιαφέρονται να καλλιεργήσουν τα αμπέλια τους.

Ο Παρασκευάς Κορδοπάτης, γενικός διευθυντής της ΚΕΟΣΟΕ (Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Αμπελοοινικών Προϊόντων), πηγαίνει ακόμα πιο μακριά, λέγοντας ότι «η αμπελοκαλλιέργεια ήταν πάντα συμπληρωματική καλλιέργεια στην Ελλάδα, δηλαδή ο αμπελοκαλλιεργητής έχει και ελιές ή κάτι άλλο, οπότε οι εκμεταλλεύσεις είναι μικρές. Σε μια ανάλυση που έχουμε κάνει, η μέση αμπελουργική εκμετάλλευση δεν καταφέρνει να περάσει το κατώφλι βιωσιμότητας. Σε αυτές τις συνθήκες, προφανώς δεν έχει τη δυνατότητα επενδύσεων, αφού τα έσοδα που έχει ένας αμπελοκαλλιεργητής από την εμπορία των σταφυλιών του δεν του αφήνουν κάποιο σημαντικό κέρδος, ώστε και να εξασφαλίσει ένα εισόδημα, αλλά και να μπορεί να επενδύσει». Όμως, η αδυναμία των αμπελουργών να πραγματοποιήσουν αναδιαρθρώσεις, οπότε και να εξασφαλίσουν καλύτερη ποιότητα και ποσότητα, οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση του εισοδήματός τους.

Το παράδειγμα της Αττικής

Στην Αττική, ο αμπελώνας είναι γερασμένος, καθώς μετρά 40-50 χρόνια ζωής, οπότε τα αμπέλια δεν είναι παραγωγικά. Ο κ. Κορδοπάτης εξηγεί με αριθμούς την κατάσταση. «Για παράδειγμα, φέτος στην Αττική πλήρωσαν 34 λεπτά το κιλό το Σαββατιανό. Όταν οι παλαιοί αμπελώνες έχουν 500 κιλά απόδοση το στρέμμα, ο καλλιεργητής παίρνει 170 ευρώ το στρέμμα. Τα 2/3 είναι κόστος καλλιέργειας, οπότε δεν υπάρχει μεγάλη δυνατότητα κερδοφορίας. Oι καινούργιοι αμπελώνες που έχουν αναδιαρθρωθεί μπορεί να δώσουν και 1.500 κιλά το στρέμμα ή αν είναι ΠΓΕ 1.300 κιλά το στρέμμα».

Υψηλό το κόστος εισροών

Ένα θέμα ακόμα που πρέπει να εξεταστεί είναι και το κόστος των εισροών που, συγκρινόμενο με άλλες χώρες στην Ελλάδα, είναι υψηλό. «Δεν είναι δυνατόν η Βόρεια Ελλάδα να πηγαίνει στη Βουλγαρία, να προμηθεύεται τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα, επειδή έχουν το 1/3 της τιμής σε σχέση με την Ελλάδα», τονίζει ο κ. Κορδοπάτης.

ypaithros.gr

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.