ΑφιερώματαΠύλοςΤοπικά Νέα

Το Σπήλαιο Νέστορος στην Βοϊδοκοιλιά

ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ

Το σπήλαιον Νέστορος ευρίσκεται σε προνομιακή θέση στον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς Πύλου Μεσσηνίας, εντός πλουσίας ευρυτέρας αρχαιολογικής οικιστικής κατανομής ανανεουμένης επί χιλιετίες, από οικισμούς προϊστορικών ως και ιστορικών χρόνων, ως και νεκροταφεία (Εικ.1). Συγκεκριμένως, η θέση του1 εντοπίζεται στο βορειοανατολικό μέτωπο του Παλαιοκάστρου, λόφου με τη μορφή πλατώματος με κάθετες παρειές και μέτωπα, που υψώνεται στην άκρη της μακρόστενης βραχώδους χερσονήσου του Κορυφασίου, η οποία, κειμένη κατά τον άξονα Β-Ν, κλίνει τον ημικυκλικό όρμο της Βοϊδοκοιλιάς προς Νότον. Επί του Παλαιοκάστρου υψώνονται τα μεσαιωνικά ερείπια του κάστρου του Ναυαρίνου ή Αβαρίνου2. Αντιστοίχως, ο λόφος του Αγίου Νικολάου με το εκκλησάκι του Προφήτου Ηλία κλίνει τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς προς Βορράν. Η προέκτασή της χερσονήσου του Κορυφασίου προς Νότον είναι μακρά και κλίνει εντελώς και την παρακειμένη λιμνοθάλασσα του Διβαρίου από το Ιόνιο πέλαγος.
Το σπήλαιον Νέστορος προβάλλει με υψηλή και ευρύχωρη είσοδο, χονδρικά τριγωνικού σχήματος, στο μέτωπο του λόφου, σε σημείο, που εξασφαλίζει ανεμποδίστη εποπτεία του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς και του ευρυτέρου μεσσηνιακού τοπίου προς τον Βορρά και μερικώς την Ανατολή, αλλά και, αντιστρόφως, καθιστά το σπήλαιον ορατό από μεγάλη απόσταση. Το εσωτερικό του σπηλαίου είναι μακρόστενο και αναπτύσσεται κατά τον άξονα Β-Ν, κατά μήκος του χερσαίου όγκου του Παλαιοκάστρου. Παρά την μακρόστενη διάταξή του, το σπήλαιον είναι γενικώς ευρύχωρο: στο βαθύτερο τμήμα του διαθέτει κυρία ευρεία αίθουσα διαστάσεων 20X 16μ. με θολωτήν οροφή ύψους, περίπου, 20μ., στην οποία οδηγούν δύο στενότεροι προθάλαμοι.
Από γεωλογικής επόψεως3, μέσα σε περιοχή γεωλογικής/τεκτονικής ασταθείας και διάβρωσης λόγω των νεωτέρων πλειοκαινικών και πλειστοκαινικών αποθέσεων, το σπήλαιον είναι διανοιγμένο σε ιουρασικό ασβεστόλιθο και, ενδεχομένως, οφείλει την ύπαρξή του σε διάβρωση προϋπαρχούσης τεκτονικής ρωγμής. Ωστόσον, σε μερικά σημεία του, προβάλλει και λατυποπαγής βράχος νεωτέρας ηλικίας, που επικάθεται του ασβεστολίθου και διαδρώνεται ευκόλως. Στην οροφή της κεντρικής αίθουσας, το πάχος του ασβεστολίθου έχει μετρηθή στα σχεδόν 10μ. και διαπερνάται από φυσικό οπαίον, που αποκτά διέξοδο στο πλάτωμα του Παλαιοκάστρου. Το οπαίον εξασφαλίζει αρκετό φυσικό φως στην κυρία αίθουσα, αλλά, ταυτοχρόνως, επιτρέπει στα νερά της βροχής να εισέρχωνται στο σπήλαιον μαζί με χώματα και πέτρες, που επιταχύνουν την επίχωση του. Η διατάραξη των εσωτερικών συνθηκών του σπηλαίου από την οπή αυτή σε συνδυασμό με την κατά ένα μέρος μη ασβεστολιθική γεωλογική σύσταση του σπηλαίου, ίσως συνηγορούν στην απουσία σημαντικού Φυσικού λιθωματικού διακόσμου, εκτός από ελάχιστα σημεία του, όπου φαίνεται να δημιουργούνται νεώτεροι σταλακτίτες.

EYPHMA ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

Ευρήματα Ερρίκου Σλήμαν

Στο πλαίσιο της συνθετικής μελέτης του ιστορικού των ερευνών και των ανασκαφών του σπηλαίου Νέστορος και των ευρημάτων τους, εξετάσθη το 1990 από τους συγγραφείς αυτού του άρθρου, το σύνολον των αρχαιολογικών αντικειμένων, που ανευρέθησαν με ένδειξη προέλευσης το σπήλαιον Νέστορος, τα οποία συγκεντρώθηκαν στο Νιόκαστρον Πύλου, καθώς και τα αρχεία τα οποία ήτο δυνατόν να εντοπισθούν, με στόχο την λεπτομερή συνθετική τελική τους δημοσίευση. Από την μελέτη αυτή προκύπτει ότι το σπήλαιον Νέστορος διατέμνει την ιστορία της ελληνικής αρχαιολογίας ξεκινώντας από την πολύ μακρινή αρχή της και ότι οι κατά καιρούς έρευνες και εν συνεχεία ανασκαφές του εξέφρασαν τις θεωρητικές και μεθοδολογικές τάσεις της αρχαιολογικής έρευνας στις αντίστοιχες περιόδους, που καθόρισαν την ανάδυση και ωρίμανση της προϊστορικής έρευνας στην νότιο Ελλάδα.
Η μακρά ιστορία της έρευνας του σπηλαίου ξεκινά τον 19ο αιώνα, περίoδoν, κατά την οποίαν προτεραιότητα των ανασκαφέων ήτο η αναζήτηση/ επισήμανση και επιβεβαίωση των μυθολογικών και ομηρικών κέντρων4 ως και η ένταξή τους σε πολιτισμικό-ιστορικό πλαίσιο. Εις το πλαίσιον αυτού του προβληματισμού, ειδικώτερα διά την αναζήτηση των ανακτόρων του Νέστορος και την ταύτιση της ομηρικής και μυκηναϊκής τοπογραφίας της περιοχής της Πυλίας, το σπήλαιον Νέστορος προσήλκυσε το ενδιαφέρον του Ερρίκου Σλήμαν, εμβληματικής μορφής στην αρχαιολογική έρευνα του 19ο αιώνος και κυρίου εκφραστού αυτής της τάσης στο πλαίσιο της γερμανικής ιστορικής παράδοσης.
Ωστόσον ο Ερρίκος Σλήμαν ενδιεφέρθη διά την έρευνα του σπηλαίου Νέστορος και δι’ έναν άλλον λόγον: τότε εζητούσε την άδειαν του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, δηλ. της Γενικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, διά να ανασκάψη εις την ακρόπολιν των Μυκηνών την άνοιξη του έτους 1874, αλλά επειδή είχε προβή εκεί σε λαθρανασκαφήν, ενώ ανέμενε την έκδοση της σχετικής αδείας, η άδεια δεν του παρεσχέθη και έσπευσε να χρησιμοποιήση άλλα μέσα, δηλ. προέτινε, εν ολίγοις, να χρηματοδοτήση την υπό Ελλήνων αρχαιολόγων ανασκαφήν του θησαυρού του Μινύου εις τον Ορχομενόν Βοιωτίας και του σπηλαίου Νέστορος εις Βοϊοδοκοιλιάν ως και την κατεδάφιση του φράγκικου πύργου εις τα Προπύλαια της Ακροπόλεως των Αθηνών, προκειμένου να λάβη την άδειαν ανασκαφής των Μυκηνών. Αναλυτική αναφορά αυτών έγινε και στην ανακοίνωση του υπογραφομένου Γ. Σ. Κορρέ5.
Ο Σλήμαν εστιάζει το ενδιαφέρον του στην περιοχή του κόλπου του Ναυαρίνου το 1874 6, αφού είχε ξεκινήσει τις έρευνες του στις Μυκήνες, αλλά ενώ ήδη ευρίσκεται στην πλέον διάσημη στιγμή της ζωής του, μόλις είχε ανασκάψει την Τροία, και, ενώ ολίγα χρόνια πριν εξηρεύνησε την Ιθάκη7, επεδίωκε δε να ιδρύση το Σλιμάννειον Μουσείον του εις Αθήνας. Ο Σλήμαν επιλέγει να ξεκινήση με το σπήλαιον λόγω της θέσεώς του πλησίον του Παλαιοκάστρου, συνδεδεμένου με την αρχαία Πύλο επί τη βάσει φιλολογικών πηγών, που ανάγονται στον -5ο αιώνα8, και συνδεδεμένης με την ομηρική Πύλο από τον περιηγητή Παυσανία.

Ο περιηγητής, μάλιστα, συνοδευόμενος, προφανώς, υπό εντοπίων «ξεναγών», υποτίθεται ότι ανεγνώρισε εντός της πόλεως συγκεκριμένα τοπόσημα των ομηρικών προσώπων, ενώ είχε τοποθετήσει στο παρακείμενο σπήλαιον τον στάβλο, στον οπoίoν υποτίθεται ότι ο μυθικός βασιλιάς της Πύλου Νέστωρ και πριν από αυτόν ο Νηλεύς, εσταύλιζαν τις αγελάδες, που είχαν φέρει από τη Θεσσαλία: «…και σπήλαιον έστιν εντός της πόλεως. βούς δε ενταύθα τας Νέστορος και έτι πρότερον Νηλέως φασίν αυλίζεσθαι» (Παυσ.Α,36,2). Σε αυτήν την περιγραφή του Παυσανία οφείλεται, προφανώς, και η σημερινή ονομασία του σπηλαίου, άλλως αποκαλουμένου και «σπήλαιον του Νηλέως».
Πέραν αυτού, το σπήλαιον Νέστορος συνεδέθη και με τον μύθον της κλοπής των βοδιών του Απόλλωνα από τον Ερμή, αφηγούμενον εις τον Ομηρικόν Ύμνον εις τον Ερμή, κατά τον οποίο ο πτερωτός θεός υποτίθεται ότι απέκρυψε την κλεμμένη λεία του σε σπήλαιον9. Η ταύτιση αυτή αρχικώς διετυπώθη το 1833, αλλά ανεσκευάσθη ως λανθασμένη σε πρόσφατη δημοσίευση και σχολιασμό του Ύμνου. Πάντως, πρέπει να σημειωθή ότι, ενδεχομένως λόγω της ταύτισης αυτής, το σπήλαιον είχε προσελκύσει στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια και το ενδιαφέρον της Expέdition Scientifique de Moree διά την τοπογραφική υποδήλωσή του10.
Ο Σλήμαν γράφει στο ημερολόγιό του, του έτους 1874: «Πολύ κουρασμένοι εφθάσαμεν κατά τις οκτώ το εσπέρας εις Ναβαρίνω, επί του ωραιοτέρου κόλπου του κόσμου. Πόλις ωραία και καθαρά, λαμπρά πλατεία με μεγίστας πλατάνας»11. Μερικά χρόνια αργότερα, στις 23 Ιανουαρίου 1889 12 σε ομιλία του στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, αναφέρει ότι διανοίγει τομές το μεν στο σπήλαιον μέχρι βάθους 3μ., όπου ανευρίσκει μυκηναϊκά, το δε μεταξύ των ερειπίων της ακρόπολης του αρχαίου Κορυφασίου, απ’ όπου αποχωρεί, καθώς δεν εντοπίζει προϊστορικά ευρήματα. Η λεπτομερής αναφορά του στις αρχαίες φιλολογικές πηγές διά το σπήλαιον και την ιστορία της περιοχής επιβεβαιώνουν ότι μεταβαίνει διά ανασκαφήν προετοιμασμένος. Το βάθος των 3μ., πάντως, διά τις επιχώσεις του σπηλαίου είναι υπερβολικό σε σχέση με το βάθος του φυσικού βράχου, που, ώς θα φανεί κατωτέρω, ενετοπίσθη στην ανασκαφή του 1953 στην κυρία αίθουσα του σπηλαίου στα σχεδόν 2μ. και στην ανασκαφή του 1980 στο 1,30μ.
Τα ευρήματα του Σλήμαν από την έρευνα του σπηλαίου ήταν μέχρι και του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου εις το Μουσείο Προϊστορίας του Βερολίνου, αλλά φέρονται ως καταστραφέντα από βομβαρδισμούς. Ομοίως, φέρονται να έχουν καταστραφή κατά το πλείστον κατά τον Β ́ Παγκόσμιον Πόλεμον, αι εκατοντάδες των αγγείων εξ Αιγύπτου, που είχε δωρήσει νομοτύπως εις τα κρατικά μουσεία του Βερολίνου, ως και αι αρχαιότητες της ελληνικής του συλλογής, που είχεν εξαγάγει παρανόμως εξ Ελλάδος και ο λόγος περί αυτών εις την ανακοίνωσιν του υπογραφομένου Γ. Σ. Κορρέ13.

Ευρήματα του Marcel Laurent

Είκοσι δύο χρόνια αργότερα από την πρώτη επίσκεψη του Σλήμαν, στο Bulletin de Correspondance Hellénique του έτους 1896 14 αναφέρεται στο τμήμα των «Nouvelles et Correspondance» ότι ο Marcel Laurent, Βέλγος ιστορικός τέχνης, που ευρίσκετο στην Ελλάδα ως εξωτερικό μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα, «είχε την ευκαιρία» τον Ιούνιο του συγκεκριμένου έτους, κατά την διάρκεια περιοδείας του στην Πελοπόννησο για μελέτη βυζαντινών αρχαιοτήτων, να διεξαγάγη «με την βοήθεια» του τότε αναπληρωτού Εφόρου, περιορισμένης εκτάσεως ανασκαφική τομή μέσα εις το σπήλαιον, που επωνομάζετο του Ερμού ή του Νέστορος. Από σχετική υποσημείωση προκύπτει ότι οι εμπλεκόμενοι εγνώριζαν την προηγηθείσα ανασκαφική έρευνα του Σλήμαν εν έτει 1888, γεγονός, που ημπορούμε να υποθέσουμε ότι τους ώθησε να δραστηριοποιηθούν στο σπήλαιον.

 Από έποψη ευρημάτων αναφέρεται ότι κατά την έρευνα του Laurent ανευρέθη μεγάλος αριθμός από θραύσματα διαφόρων περιόδων, τα οποία εκτείνοντο χρονολογικά από την μυκηναϊκή και προγεωμετρική περίοδο έως την ρωμαϊκή και παρατίθεται κατάλογος επιλεγμένων κεραμικών θραυσμάτων και σχεδίων τους, διαχωρισμένων επί τη βάσει χρονολόγησής τους σε προ-γεωμετρικά, γεωμετρικά και νεώτερα. Από την τελευταία φράση της δημοσίευσης προκύπτει ότι το βασικό ενδιαφέρον του ανασκαφέα ήτο να εντοπίση την ομηρική Πύλο, εφ’ όσον κρίνομε από την διαπίστωση ότι «η ανεύρεση μυκηναϊκών δεν ήτο επαρκής, δια να απαντήση στο ερώτημα σχετικά με το που τελικά ευρίσκεται η ομηρική Πύλος, πρόβλημα το οποίο απασχολεί ήδη από την αρχαιότητα, αλλά, τουλάχιστον, έδωκε μια ένδειξη υπέρ εκείνων, που την τοποθετούν στον βράχο του Κορυφασίου». Η δημοσίευση καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό θεωρώντας ως ένδειξη εκτός από τα μυκηναϊκά ευρήματα και εκείνα, που ταυτίζει ως πρωιμότερα της γεωμετρικής περιόδου («d epoque pregeometrique») και άγνωστα έως τότε στην δυτική ακτή της Πελοποννήσου, τα οποία, ωστόσον, δεν ημπορεί να προσδιορίση με πληρεστέρα χρονολογικήν ακρίβεια. «Les tessons d’époque prégéométrique seraient plus intéressants encore, s’ils étaient plus significatifs »15.

 
 Στην κατηγορία των πρωιμοτέρων αναφέρονται: 1) μεγάλο αγγείο με οπή ανάρτησης, από καθαρό καστανό πηλό, που φέρει γραπτή διακόσμηση «mate» καστανόμαυρων ταινιών και 2) τμήμα φιάλης, επίσης από καθαρό καστανό πηλό, διακοσμημένης με ερυθρές ακανόνιστες γραμμές σε ακτινωτή διακόσμηση. Από ιστορικής πλευράς είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι στην δημοσίευση αναφέρεται πως διά την χρονολόγηση του συγκεκριμένου αγγείου συμβουλεύθηκαν τον Χρ. Τσούντα, Έφορο Αρχαιοτήτων και πρωτοπόρον ειδικόν επί της προϊστορίας, ο οποίος με αυτόν τον έμμεσο τρόπο εμπλέκεται και αυτός στην ιστορία των αρχαιολογικών ερευνών του σπηλαίου Νέστορος.
 Αναφέρεται, επίσης, πλήθος κεραμικών θραυσμάτων καθαρού κιτρινωπού χρώματος με στιλπνές μελανές οριζόντιες ταινίες εξωτερικά και μελαμβαφή εσωτερική επιφάνεια, καθώς και μερικών αρκετά μεγάλων θραυσμάτων, ως πιθανόν προερχομένων από «κρατήρες» της υστέρας μυκηναϊκής περιόδου. Ως γεωμετρικά αναφέρονται: 1) θραύσμα μεσαίου αγγείου με ομοκέντρους κύκλους από διαβήτη και μελαμβαφές εσωτερικό, 2) τμήμα κυπέλλου με κάθετες οφιοειδείς γραμμές και λεπτές οριζόντιες ευθείες, καθώς και 3) τμήμα από υδρία με τρίλοβο στόμιο και διακόσμηση από οριζόντιες ευθείες. Τα δύο πρώτα παρατίθενται σε σχέδιο (Εικ.2) μαζί με ένα ακόμη, που περιλαμβάνεται στην ομάδα νεωτέρας χρονολόγησης, από πινάκιο με το απόσπασμα της επιγραφής ]INKΛ[16. Αναφέρεται, επίσης, η ύπαρξη μελαμβαφούς κεραμικής, ιδιαιτέρως από κρατήρες.

Δυστυχώς, τα ευρήματα αυτής της έρευνας δεν έχουν εντοπισθή ανάμεσα στο αποθηκευμένο υλικό με ένδειξη προέλευσης το σπήλαιον Νέστορος και πρέπει να αναζητηθούν (ΕΑΜ και Γαλλική Σχολή).

Ευρήματα των αρχών του 20ου αιώνος

Οι αρχαιολογικές έρευνες διά τον εντοπισμό της ομηρικής Πύλου συνεχίσθηκαν ολίγα χρόνια αργότερα από τον αρχαιολόγο Ανδρέα Σκιά το 1909 σε διάφορες θέσεις της Μεσσηνίας, ενώ το 1912 και ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης, αρχαιολόγος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, αναζητούσε το μυκηναϊκό- ομηρικό ανάκτορο στην ευρύτερη περιοχή και ανέσκαψε τον θολωτό τάφο 1 στην Βιγλίτσα Τραγάνας17. Τον Μάιο του ιδίου έτους, όπως διαπιστώνoμε από την ημερομηνία, που αναγράφεται στις ανασκαφικές ενδείξεις ευρημάτων εκ του σπηλαίου Νέστορος, ο Κουρουνιώτης εποπτεύει την έρευνα, που διεξήγετο στο σπήλαιον από ιδιώτες από τον Πειραιά18. Τα ευρήματα από την έρευνα αυτή, πράγματι ελάχιστα, μεταφέρθηκαν τότε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και μόλις πρόσφατα απεστάλησαν στην Πύλον και συνηνώθησαν με το υπόλοιπον υλικό εις το Νιόκαστρον Πύλου.
Από την ανασκαφή των ιδιωτών από τον Πειραιά υπό την εποπτεία του Κ. Κουρουνιώτη καταγράφονται κυρίως στελέχη ποδιών από μινυακές/ύστερο-μεσοελλαδικές και μικηναϊκές κύλικες και σκύφους, καθώς και θραύσματα αγγείων ελληνιστικών χρόνων. Ιδιαίτερον εύρημα αποτελεί ένα Ψ-σχημο μυκηναϊκό ειδώλιο με ελλείποντα χέρια και κεφαλή, και κορμό εσωτερικά κοίλο, που φέρει εξωτερικά όχι ευμεγέθη μαστίδια και διακοσμείται με κάθετες ταινίες, πού, πιθανόν, δηλώνουν ένδυμα. Ο μικρός αριθμός των ευρημάτων, που διασώζονται από την ανασκαφή αυτήν, ενδεχομένως, υποδηλώνει ότι οι ιδιώται ανασκαφείς ενδιεφέροντο δι’ αντικείμενα ιδιαιτέρας αξίας, όπως ενόμιζαν ότι θα ανεύρουν, και απέρριπταν τα πάντα. Ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης παρέλαβε προς κατάθεσιν εις το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το ως άνω πήλινον ειδώλιον.


ANΑΣΚΑΦΗ KAI EYPHMATA TΩN W. A. MCDONALD KAI Δ. Ρ. ΘΕΟΧΑΡΗ

Η επομένη ανασκαφική έρευνα του σπηλαίου διεξήχθη το 1953 στο πλαίσιον του προγράμματος συστηματικών ερευνών του Πανεπιστημίου Cincinnati στην Πύλο με επικεφαλής τον καθηγητή Carl W. Blegen, όταν έχουν πλέον, ανακαλυφθή τα «ανάκτορα του Νέστορος» στον Άνω Εγκλιανόν19. Το έτος εκείνο ο William Andrew McDonald20, καθηγητής στο Πανεπιστήμιον της Minnesota και μέλος του προγράμματος, αποστέλλεται από τον Blegeη να διεξαγάγη σύντομη ανασκαφική έρευνα στο σπήλαιον με στόχο την διευκρίνηση της μυκηναϊκής γεωγραφίας υπό την επιρροή του ανακτόρου21. Αυτή τη φορά από ελληνικής πλευράς συμμετέχει ο μετέπειτα εμβληματικός διά την ελληνική προϊστορία αρχαιολόγος Δημήτριος Ρ. Θεοχάρης, τότε ακόμη νεοφώτιστος Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αττικής22, που είχεν αποσταλή υπηρεσιακώς στην ανασκαφή του ανακτορικού συγκροτήματος εις τον Άνω Εγκλιανόν.
Αυτή η έρευνα διεξάγεται σε εποχή, κατά την οποία ο θεωρητικός και μεθοδολογικός προσανατολισμός της προϊστορικής αρχαιολογίας είχεν υπερβή το αυστηρό πολιτισμικό-ιστορικό πλαίσιο των προηγουμένων δεκαετιών και κυοφορούσε τις ζυμώσεις της διαδικαστικής και θετικιστικής προσέγγισης. Η συνεργασία του Θεοχάρη με τον McDonald είχε τη μορφή «μαθητείας» σε προσωπικό επίπεδο διά τον πρώτο23, αλλά, ταυτοχρόνως, σηματοδοτεί την διαμόρφωση αυτού του νέου θεωρητικού πλαισίου και διά την ελληνική προϊστορική αρχαιολογία (Εικ.3)24. 

Διά την έρευνα του έτους 1953 λεπτομερής δημοσίευση δεν έγινε ποτέ, αλλά μαθαίνομε από σύντομες αναφορές σε γενικώτερες δημοσιεύσεις του McDonald25 και κυρίως από μια αναλυτική παράγραφο του Blegeη στο American Journal of Archaeology, η οποία συμπληρώνει την αναφορά της ανασκαφής του ανακτόρου του Άνω Εγκλιανού του έτους 1953 26. Τα αναλυτικά αρχεία της έρευνας του σπηλαίου Νέστορος συνίστανται στο ιδιόχειρο ανασκαφικό ημερολόγιο του McDonald του έτους 1953 27 καθώς και στις ιδιόχειρες ανασκαφικές σημειώσεις, που συνέτασσεν επί τόπου ο Δ, P. Θεοχάρης28 διά λογαριασμόν του McDonald. Το πρώτο απετέλει μέρος των αρχείων των ανασκαφών Πύλου του Πανεπιστημίου Cincinnati, ενώ οι δεύτερες είχαν παραμείνει στην κατοχή του Δ. Ρ. Θεοχάρη, έως ότου η χήρα του Μαρία Θεοχάρη τις παρεχώρησε στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, προκειμένου να ενσωματωθούν στο αρχείον των αμερικανικών ερευνών Πύλου29.
Σημειωτέον ότι Θεοχάρης, παρότι προφανώς ανεγνώρισε τα πλούσια νεολιθικά ευρήματα του σπηλαίου, που προέκυψαν ενόσω παρίστατο στην ανασκαφή, την ύπαρξη των οποίων διεπιστώσαμε κατά την εξέταση των ευρημάτων, που διεξηγάγαμε το 1990 και θα παραθέσωμε κατωτέρω, ουδέποτε ανεφέρθη εις το σπήλαιον Νέστορος μεταξύ των ελληνικών νεολιθικών θέσεων, ως δεν ανεφέρθη και στον συνολικό τόμο Νεολιθική Ελλάς, που εξέδωκε το 1973, 30 ενδεχομένως, διότι κατά την ανασκαφή παρίστατο με την ιδιότητα του επόπτου και δεν κατείχε το τυπικόν δικαίωμα δημοσίευσής της. Ωστόσον, καθώς ο McDonald επισημαίνει τη συνεργασία του Δ. Ρ. Θεοχάρη κατά την έρευνά του, η οποία ούτως ή άλλως προκύπτει και από το υλικό των σχεδίων, που εκπόνησε ο δεύτερος, δυνάμεθα να θεωρήσωμε ότι οι μεθοδολογικές ανασκαφικές επιλογές ήσαν κοινές ή τουλάχιστον, ότι είχαν συζητηθή μεταξύ των, ώστε, όχι απλώς τυπικώς, αλλά ουσιαστικώς η έρευνα ήτο κοινή31.
Το επακόλουθο διάστημα μετά την συγκεκριμένη ανασκαφή, ο W. A. McDonald επανήλθε στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς δι’ επιφανειακές έρευνες, που διεξήγαγε διά του Πανεπιστημίου της Minnesota σε συνεργασία με τον Richard Hope Simpson32, παράλληλα με τις ανασκαφές στον Άνω Εγκλιανό, προκειμένου να διερευνήσουν την διαχρονική κατοίκηση της Πυλίας και την έκταση των επί μέρους οικιστικών κέντρων, ωστόσον χωρίς να επανέλθη στην περαιτέρω συστηματική έρευνα του σπηλαίου.

 Η ανασκαφή του 1953, επομένως, δύναται να αναφέρεται εις το εξής ως «των McDonald και Θεοχάρη» και διήρκεσε μόλις τέσσαρες ημέρες (10 έως 13 Ιουνίου). Το ημερολόγιον περιλαμβάνει την πρώτη μαρτυρία δια την εκτεταμένη κατάσταση διατάραξης, που επεκράτει στο σπήλαιον, το εύρος της οποίας δεν μπορούμε να ελέγξωμε σε σχέση με τις παλαιότερες ανασκαφές, λόγω απουσίας παλαιοτέρων σχετικών αρχείων. Ωστόσον, σχετικά με το θέμα αυτό, αξίζει να επισημάνωμε ως έμμεση μαρτυρία το γεγονός ότι στην λεπτομερή αναφορά του Laurent, εν έτει 1896, δεν γίνεται λόγος για αναστάτωση του σπηλαίου. Υπενθυμίζομε, όμως, αντιθέτως, την εμπλοκή των ιδιωτών στην ανασκαφή του 1912.
 Συγκεκριμένως, ο McDonald σημειώνει στο ημερολόγιό του33 την πληροφορία, που του δίνει κάποιος από τους ντόπιους εργάτες του την πρώτη ημέρα της μεταβάσεώς τους στο σπήλαιον, ότι δηλαδή ο ίδιος αυτός εργάτης είχε κάνει παλαιότερα λαθρανασκαφή στο σπήλαιον και ότι, μάλιστα, υπέδειξε στους ανασκαφείς σε ποίο σημείο να μην ανασκάψουν και ποία χώματα στο χώρο προήρχοντο από λαθρανασκαφές:

«The entrance chamber appears to have been pretty well dug up, so we decided to try the much darker chamber behind. One of the native workmen from Pctrochori says he has dug here himself and his advice (whether defendable or not) was to dig halfway back in the room. Since he says that the higher level of the ground in the front half is from earlier digging».

Έχοντες υπ’ όψει τους συνειρμούς, που είχεν αποκτήσει η περιοχή και το σπήλαιον Νέστορος από τις αναφορές των αρχαίων πηγών και την διατήρηση του αρχαίου ονόματος της Πύλου και του Κορυφασίου, καθώς και το αρχαιολογικό ενδιαφέρον, που είχε προκύψει από αυτά τα δεδομένα, ημπορούμε να υποθέσωμε ότι είχαν προηγηθή επανειλημμένως ιδιωτικές παρεμβάσεις στο σπήλαιον, συμβάλλουσαι στην δημιουργίαν προσωπικών ιδιοτελών φιλοδοξιών διά τον εντοπισμό αρχαιοτήτων και στους εντόπιους κατοίκους.
 Ο W. A. McDonald καταγράφει στο ημερολόγιό του ότι διενεργήθησαν τρεις «δοκιμαστικές»34 ανασκαφικές τομές στο εσωτερικό του σπηλαίου και μία στην εξωτερική του περιοχή. Συμφώνως προς τις περιγραφές του35, η Τομή I (πλάτ., 1μ., μήκ. 8,65μ.) διηνοίχθη με κατεύθυνση Α-Δ, κατά το πλάτος της κυρίας αιθούσης του σπηλαίου (Εικ.4). Το ανώτερο στρώμα της (πάχ, 9εκ.) απετελείτο από στεγνή παχειά κοπριά. Κοντά στη δυτική άκρη της τομής υπήρχε στρώμα (πάχ. 20εκ.) με σημαντική ποσότητα λίθων, κάτω από το οποίον υπήρχε μελανή επίχωση. Στα ανατολικά 4/5 της τομής εμφανίσθηκε λεπτό κιτρινωπό πηλώδες στρώμα με μικρούς λίθους. Στο μέσον της τομής σε βάθος, περίπου, 25εκ. ανευρέθη κυλινδρικό μεταλλικό αντικείμενο σε σχήμα αυλού (μήκ. 5εκ. διαμ. 1εκ.), με σχισμή κατά μήκος του και χάλκινο άκρο. Επίσης, ένα λίθινο ξέστρο (μήκ. 0,05, μέγ. πλάτ. 0.03εκ.) ανευρέθη εις βάθος 40εκ. στην ανατολική πλευρά της τομής. Το στρώμα συνεχίζεται έως τα 55εκ. βάθους περίπου, και για έκταση 2μ. προς τα δυτικά, με μικρούς διασπάρτους λίθους.
 Σε βάθος 75εκ. γύρω στα 2μ. από την ανατολική άκρη αρχίζει στρώμα λεπτόκοκκης καστανής επίχωσης και οι λίθοι μειώνονται σημαντικά. Στη δυτική παρειά ανευρέθη σιδερένιο καρφί στα 80εκ. (μήκ. 0,055μ.). Στο ίδιο βάθος στη δυτική παρειά εμφανίσθηκε θραύσμα πρασίνου εφυαλωμένου αγγείου, καθώς και όστρακο, που έφερε «σήμα κεραμέως» σε σχήμα σταυρού, «πρώιμης χρονολόγησης», σύμφωνα μετά σχόλια του McDonald. Αμέσως κάτω από το στρώμα της καστανής επίχωσης αποκαλύπτεται στρώμα από λίθους μεσαίου μεγέθους και διάσπαρτα οστά ζώων. Στα 88εκ. στην ανατολική πλευρά οι λίθοι είναι αραιοί, ενώ στη δυτική πλευρά οι λίθοι κυριαρχούν. Κατά μήκος 3,30μ. από τα δυτικά, εκτός από τους μικρούς λίθους, η επίχωση είναι μελανή ή σκούρα καστανή. Ενώ αρχικώς δημιουργείται η εντύπωση ότι το κεντρικό τμήμα δεν περιέχει λίθους, ωστόσον και εκεί εμφανίζονται περιωρισμένοι λίθοι στο χαμηλότερο τμήμα αυτού του στρώματος. Κατά το ημερολόγιο, το στρώμα φθάνει μέχρι βάθους 1,10μ. και δι’ ολίγα εκατοστά ακόμη.
 Μετά από αυτό επακολουθεί αδιατάρακτη γκρίζα επίχωση, στην οποία, ο McDonald αναφέρει ότι συνελέγησαν θραύσματα ελληνιστικής, κλασικής και μυκηναϊκής κεραμικής, καθώς και αρχαιότερα, τα οποία ονομάζει «νεολιθικά», παραθέτων, ωστόσον, και ερωτηματικό. Μετά από 10- 15 εκ., οι λίθοι σταματούν και το χρώμα μεταβάλλεται από μελανό σε γκρίζο, ενώ δεν εμφανίζεται κεραμική.

 Σε βάθος 1,25μ. αναφέρεται καθαρά στρώση από λεπτόκοκκο γκρίζω πηλώδες χώμα, μέσα στο όποιο δεν υπήρχε κεραμική, εκτός από ένα τροχήλατο όστρακο. Ακόμη πιό βαθειά, περίπου στα 1.38μ. υπάρχουν άφθονοι μικροί λίθοι, που φαίνεται ότι προήλθαν από την διάβρωση της οροφής πριν από τη δημιουργία της πηλώδους επίχωσης. Το χώμα μεταξύ των λίθων αυτών είναι χαλαρό. Στο δυτικό τμήμα το στρώμα περιέχει και ολίγη κεραμική, η οποία, πάντοτε κατά το ημερολόγιο του McDonald, φαίνεται πρώιμη. Σε βάθος 1,75μ. περίπου, ανευρέθησαν λίθοι, που ορίζουν ανοικτόχρωμο κιτρινωπό στρώμα, από το οποίο προέρχονται μερικά γραπτά νεολιθικά όστρακα. Στο νοτιοανατολικό τμήμα της τομής εμφανίσθηκε βράχος, μέσα στον οποίο είχε γίνει τεχνητό σκάψιμο βάθους περίπου 10εκ., με καμπύλο σχήμα, σύμφωνα με τον McDonald, «ίσως για τη θεμελίωση τοίχου ή το πιθανώτερον εστίας».

 Επομένως, στην Τομή Ι διεπιστώθη η εξής στρωματογραφία (Εικ.5): 1: κοπριά, 2: ανοικτή καστανή επίχωση (στρώμα Α), 3: μελανή επίχωση με λίθους και κεραμική (στρώμα Β), 4: γκρίζα επίχωση με λίθους και μεγαλυτέρα ποσότητα κεραμικής (στρώμα Γ), 5: γκρίζα πηλώδης επίχωση (στρώμα Α), 6: φυσική λατύπη και βράχος.
Η Τομή ΙΙ (πλάτ., 1μ. μήκ. 3μ.) διηνοίχθη κατά τον άξονα Β- Ν από την είσοδο του κυρίως δωματίου και σχεδόν ευθυγραμμίζετο με την δυτική πλευρά του. Σημειωτέον ότι από τις σημειώσεις της ανασκαφής προκύπτει ανηφορική κλίση του δαπέδου προς τα νότια. Κάτω από την επιφανειακή στρώση κοπριάς, κατά το ημερολόγιο του McDonald, απεκαλύφθη η ίδια ανοικτή καστανή επίχωση με λίθους, που ανευρέθη και στην Τομή I. Στα 30 εκ. η επίχωση ήτο ελαφρά καστανή και γεμάτη βράχους, αλλά γκριζωπό στρώμα εμφανίζετο στο νότιο άκρο, με μικροτέρους λίθους, που ανεσκάπτοντο εύκολα. Σε βάθος 50 εκ. εκτείνετο καστανό στρώμα ίδιο με αυτό της Τομής Ι και μάλιστα, περιέχον αδρή κεραμική, οστά και λίθους. Σε βάθος, περίπου, 85εκ. στο κέντρο της τομής οι λίθοι περιωρίζοντο. Μικρά οστά, επίσης, ήτο διάσπαρτα, ενώ η κεραμική ήτο μάλλον ομοιόμορφη και άφθονη χωρίς τροχήλατα θραύσματα.
 Η επομένη στρώση ήτο λεπτόκοκκη, γκρίζα και με ολίγους λίθους μεσαίου μεγέθους, και περιείχε κεραμική μελανή, υπόλευκη και ερυθρή μεταξύ της οποίας ανευρέθη και ένα γραπτό όστρακο («μελανό σε υπόλευκο»). Ο McDonald αναφέρει ότι υπήρχε και σημαντικός αριθμός
καμένων οστών με στιλπνή «πάτινα», ανάμεσά τους και ένα μεγάλο κομμάτι από τη γνάθο μεγάλου ζώου, για το οποίο διερωτάται εάν είναι αλόγου36. Σε βάθος 90εκ. αποκαλύπτεται σε όλη της την έκταση αδιατάρακτη γκρίζα, λεπτόκοκκη και ελαφρώς κολλώδης επίχωσις, που είναι πολύ χαρακτηριστική και είχε αρχίσει να εμφανίζεται ολίγον υψηλότερον, ανάμεσα σε αρκετά μεγάλους λίθους. Είναι η ιδία επίχωσις, που κατεγράφη ήδη και στην Τομή 1, εδώ σε βάθος 1μ. προς Βορράν, όπου φαίνεται να είναι και πιο στερεά, και 1,38μ. προς Νότον. Υπόκεινται δύο στρώματα με λίθους, ένα επί 21εκ. εις βάθος, χρώματος καστανού, ως και άλλο ένα μέλαν επί 40εκ., αντιστοίχως, βαθύτερον.
 Η Τομή III (πλάτ. 1.50μ. μήκ. 5μ.) διηνοίχθη από τους ανασκαφείς, όπως και η Τομή I, κατά τον άξονα Β-Ν. Επιφανειακά εμφανίσθηκε εστία, ωστόσον χωρίς ίχνη έντονης καύσης και με ολίγες ενδείξεις κάρβουνου. Τα 2μ. προς τα νότια ανεσκάφησαν έως βάθους 40εκ., όπου εντοπίσθηκε στρώμα από λίθους σε ανοικτόχρωμο χώμα. Δεδομένου ότι στο δάπεδο της τομής στο βάθος εκείνο παρετηρήθη διαφοροποίηση του στρώματος του βορείου τμήματος σε σχέση με το νότιο, ως προς τη σκοτεινότερη επίχωσή του και τους πολύ λιγότερους λίθους, που υπεδηλούτο ότι περιείχε το πρώτο, η ανασκαφή συνεχίσθη μόνον στο βόρειο τμήμα, κατά το μήκος των 3μ. επί του συνολικού μήκους της τομής.
 Εποπτεύοντας τη στρωματογραφία της Τομής ΙΙΙ ο McDonald καταγράφει την εξής διαδοχή.
1) το πρώτο στρώμα (Α) φθάνει εις βάθος 60εκ.,
2) το (Β) είναι παχύτερο (έως 1,10μ.) και ολιγώτερον διαταραγμένο με αρκετή κεραμική και αραιούς λίθους,
3) το στρώμα (Γ), όπως στην Τομή Ι, περιέχει σκούρα γκρίζα επίχωση και μεγάλο ποσοστό από μικρούς λίθους μέχρι βάθους 1,60μ. αλλά και δίχως λίθους μέχρι βάθους 1,90μ. και
4) ακολουθεί παχυτέρα μελανή λεπτόκοκκος επίχωση χωρίς λίθους (σημαντικά παχυτέρα στην Τομή I). Ο McDonald αναφέρει, μάλιστα, ότι από το στρώμα αυτό συνελέγη δείγμα μελανού χώματος και τέφρας, με την ελπίδα ότι θα ήτο δυνατή ανάλυση C14 μεθοδολογία, που ενείχε σημαντικό βαθμό καινοτομίας διά την εποχή του
5) ακόμη πιο κάτω υπήρχε λεπτό ανοικτόχρωμο στρώμα (Δ) και, περαιτέρω, ο φυσικός βράχος. Επίσης, στο βάθος της τομής, που εδώ ήτο μεγαλύτερο συγκριτικώς προς την Τομή 1, ενετοπίσθη η συνέχεια της τεχνητής βάθυνσης, που είχε ήδη εντοπισθή και στην Τομή Ι, με τη διαφορά ότι εδώ δεν ήτο πολύ βαθειά και είχε ελαφρά κλίση προς Νότον. Σε αυτό το βάθος ευρέθησαν ολίγα όστρακα.
 Από τις σημειώσεις του ημερολογίου προκύπτει ότι με αυτές τις τρεις ανασκαφικές τομές οι McDonald και Θεοχάρης διέγνωσαν και επεβεβαίωσαν τη βασική στρωματογραφία του κυρίως χώρου του σπηλαίου, την οποία ο μεν πρώτος περιέγραψε εις το ημερολόγιο, ο δε δεύτερος σχεδίασε εις το αντίστοιχο τετράδιο, ως εξής: επιφανειακή κοπριά, ανοικτόχρωμο (κιτρινωπό ή καστανό) στρώμα με λίθους (Α), μελανή ή σκούρα καστανή επίχωση με μικρούς λίθους (Β), λεπτό γκρίζο στρώμα με ολίγους λίθους (Γ), γκρίζο λεπτόκοκκο πηλώδες χώμα (Δ) και φυσικός βράχος. Τοπικά ωστόσον διεπίστωσαν διαφοροποιήσεις.
Κατά πρώτον στην Τομή I:
1) μελανή επίχωση στην δυτική άκρη, κάτω από την κοπριά,
2) αραιοτέρους λίθους στο κέντρο του στρώματος (B), και
3) ύστατο σκληρό ανοικτόχρωμο στρώμα με λίθους επάνω στον δράχο, κάτω από τό στρώμα (Δ), τουλάχιστον στο δυτικό τμήμα.
Κατά δεύτερον στην Τομή II:
1) το στρώμα (Α) εμφάνιζε τοπική γκριζωπή διαφοροποίηση με μικροτέρους λίθους πρός Νότον, και 2) επάνω στο βράχο, οι τελευταίες στρώσεις κάτω από το (Δ) ήτο σκουρόχρωμες, όπως και στην Τομή III.
Κατά τρίτον, στην Τομή III, απεκάλυψαν εστία στο ανώτατο στρώμα της.
 Όσον αφορά στην διατάραξη, τα ανώτερα στρώματα (Α) και (Β) ήτο διαταραγμένα, όπως συνάγεται από την συνύπαρξη νεωτέρας (βυζαντινής) και προϊστορικής κεραμικής (όστρακο με σήμα κεραμέως). Τα βαθύτερα στρώματα, ωστόσον, ειδικώς το (Δ), εθεωρήθησαν αδιατάρακτα, δεδομένου ότι περιείχαν χειροποίητη κεραμική, ωστόσον, και αυτό με επιφύλαξη, καθώς στην Τομή I ανευρέθη και τροχήλατο όστρακο. Η μοναδική δομή, που απεκάλυψαν οι δύο ανασκαφείς, είναι το τεχνητό κοίλωμα εντός του βραχώδους υποστρώματος στις Τομές Ι και III, το οποίο, ωστόσον, δεν επεξηγείται περαιτέρω στο ημερολόγιο.
 Τέλος, ο McDonald αναφέρει ότι διενεργήθη και εξωτερική τομή σε άνδηρο του πλατώματος, προς Νότον του σπηλαίου, προκειμένου να διερευνηθή τοίχος ορατός επί του εδάφους, ο οποίος απεδείχθη νεώτερος.
 Σχετικά με τα κινητά ευρήματα, ο McDonald δεν κάνει ειδικές αναφορές στο ημερολόγιον, παρά μόνον δι’ ωρισμένα μετάλλινα, ένα νεώτερο από τα οποία, μάλιστα, αποτυπώνει σε σκαρίφημα, καθώς και λίθινα αντικείμενα. Σχετικά με την κεραμική, συνοψίζει στο τέλος δι’ όλες τις ανασκαφικές τομές, ότι ήτο κατά βάση νεολιθική, κυρίως μονόχρωμη, με ολίγα δείγματα γραπτών αγγείων. Ωστόσον παρόντα θεωρεί ολίγα κεραμικά θραύσματα της πρωτοελλαδικής και μεσοελλαδικής περιόδου, καθώς και της μυκηναϊκής, όπως και ολίγα θραύσματα γεωμετρικών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, μαζί με ελάχιστα βυζαντινά και νεώτερα. Εις το σημείο αυτό είναι άξιον απορίας διά ποιόν λόγο δεν γίνεται εκτενεστέρα αναφορά εις το ημερολόγιον εις την νεολιθική κεραμική, που προέκυψε από την ανασκαφή, δεδομένων των ειδικών γνώσεων του Δ. Ρ. Θεοχάρη.

Από την σύντομη αναφορά του C. W. Blegen37 σχετικά με την ανασκαφή αυτή, στην οποία σημειώνεται μεν γενικά ο πλούτος των ευρημάτων της, αλλά τονίζεται η αδυναμία αναγνώρισης χρήσεων και συναφειών, υποθέτομε ότι το υλικό έχασε το ενδιαφέρον περαιτέρω μελέτης διά το πρόγραμμα των αμερικανικών ανασκαφών Πύλου, άπαξ και δεν ήτο, κατά βάσιν, σύγχρονον προς το του Άνω Εγκλιανού.
Στο πλαίσιο της συνθετικής μελέτης του υλικού όλων των ανασκαφών του σπηλαίου Νέστορος το 1990 κατεγράψαμε το υλικό της ανασκαφής των McDonald και Θεοχάρη, το οποίο ανεγνωρίσαμε χάρις στις αρχικές ανασκαφικές ενδείξεις, που διεσώζοντο με αναφορά στην τομή προέλευσης και την ημερομηνία της ανασκαφής. Από την νεωτέρα αυτή εξέταση38 προέκυψε πληρεστέρα εικόνα των ευρημάτων συγκριτικώς προς αυτήν, που περιγράφει ο McDonald στο ημερολόγιόν του, καθώς κατεμετρήθησαν κατά τι ολιγώτερα των 300 κεραμικά θραύσματα, κατά βάσιν νεολιθικά και μυκηναϊκά.

Συγκεκριμένως, ως προς την νεολιθική περίοδο, προέκυψεν ενδιαφέρουσα κεραμική του «αμαυροχρώμου» ρυθμού, με γραμμική διακόσμηση (ταινίες, παράλληλες ευθείες, γωνίες, οφιοειδείς γραμμές) καστανού ή μαύρου χρώματος σε υπόλευκο ή ερυθρωπό βάθος (Εικ.6: 1, 3). Στο υλικό συγκαταλέγονται ολίγα θραύσματα στιλπνών αγγείων τύπου «Urfirnis» (Εικ.6: 2), καθώς και θραύσματα «μελανών στιλβωτών»39, στα οποία περιλαμβάνονται ευρύστομο αγγείο με ευθύ συγκλίνον τοίχωμα, θραύσμα από κυρτό προς τα έξω λαιμό, καθώς και τμήμα κωνικής φιάλης με διακόσμηση από διαγραμμισμένα τρίγωνα του ρυθμού «λευκό σε σκούρο» στην εσωτερική πλευρά του χείλους (Εικ.6:4)40.
Το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων της ανασκαφής McDonald και Θεοχάρη απετελείτο από τμήματα αβάφων και λειασμένων μονοχρώμων δοχείων. Τα άβαφα δοχεία συνίστανται σε ανοικτά και ευρύστομα σκεύη ποικίλου περιγράμματος περιλαμβανομένου μικρού σφαιρικού κυπέλλου με διαχωρισμένο χείλος, ημισφαιρικών φιαλών, φιαλών με τοίχωμα κυρτό προς τα έξω, βαθειών φιαλών με κατακόρυφα τοιχώματα και λαβή στο χείλος, βαθέων ευρυστόμων αγγείων με συγκλίνον τοίχωμα ή με ελαφρά καμπτόμενο προς τα έξω χείλος και βαθειών αγγείων με ταινιωτό λαιμό. Πολλά θραύσματα από πιθοειδή αγγεία φέρουν απλές πλαστικές και σχοινοειδείς ταινίες στον ώμο και το σώμα, καθώς και ταινιωτές λαβές και αποφύσεις. Από αυτές τις κατηγορίες δοχείων προέρχονται, μάλλον, και οι μεγάλες επίπεδες βάσεις. Ενετοπίσθη, επίσης, και υψηλή βάση καρποδόχης. Μια ολιγάριθμη κατηγορία κεραμικής περιλαμβάνει δοχεία με λεπτά τοιχώματα και εξωτερική στιλπνότητα, τα οποία δοχεία σπανίως φέρουν οριζόντιες αποφύσεις.
Μεγάλος αριθμός οστράκων, που εξετάσαμε από τη συγκεκριμένη ανασκαφική έρευνα, ανήκει σε μεταγενέστερες της Νεολιθικής προϊστορικές περιόδους. Ένα θραύσμα φιάλης με χείλος τριγωνικής διατομής, ενδεχομένως, υποδηλοί πρωτοελλαδική χρονολόγηση. Στην μεσοελλαδική περίοδο ανήκουν θραύσματα αγγείων, που φέρουν γραπτή διακόσμηση του «αμαυροχρώμου» ρυθμού, όπως παράλληλες ευθείες στο σώμα, τεθλασμένη γραμμή επί του πεπλατυσμένου επιπέδου χείλους βαθειάς χονδρής φιάλης και διαγραμμισμένα τρίγωνα κατά το ύψος του λαιμού βαθέως στενολαίμου αγγείου.
Χρονολογικά ακολουθούν πολλά θραύσματα από μυκηναϊκές κύλικες, κυρίως ακόσμητα στελέχη με βάθυνση, εκτός από μία περίπτωση στελέχους, που είναι διακοσμημένο με ταινίες και ολόβαφα τμήματα. Στην ίδια περίοδο αναγνωρίζονται, επίσης, θραύσματα, πολλά εφθαρμένα κυλίκων και σκύφων με διακοσμητικές ταινίες, καθώς και ενός ψευδοστόμου αμφορέως. Απόσπασμα κύλικος με χαμηλό, από κάτω καμπύλο, πόδι και βαθύ σώμα είναι μάλλον πρωίμου μυκηναϊκής χρονολόγησης. Υπάρχει, τέλος, πολύ υλικό μεταγενεστέρων χρόνων, που περιλαμβάνει ολίγα θραύσματα από γεωμετρικά αγγεία, περισσότερα από κλασικά και ελληνιστικά δοχεία, τόσον γραπτά και λεπτά καλής ποιότητος όσον και άβαφα αδρά σώματα και βάσεις, όπως, επίσης, αρκετές μελαμβαφείς κεραμίδες. Σημαντικό ποσοστό της νεωτέρας κεραμικής είναι εφθαρμένο ως προς τις επιφάνειες και τις ακμές.

 Μεταξύ του υλικού, που εξετάσαμε το 1990, διαπιστώσαμε, περαιτέρω, ότι στην ανωτέρω έρευνα συνελέγησαν πολλά οστά ζώων, πού, ωστόσον, δεν ημπορούν να διακριθούν χρονολογικώς. Μαζί με αυτά και ένα όστρεο του είδους νenus verrucosa. Εντοπίσαμε, επίσης, φολίδα πυριτολίθου καστανού χρώματος, τμήμα πυριτολιθικής λεπίδος με χρώμα υπόλευκο και το τμήμα της λεπίδος από λευκό πυριτόλιθο, διά το οποίο ο McDonald κάνει ειδική μνεία στο ημερολόγιο, στο τέλος της ανασκαφής της τομής III.
 Από το σύνολο των ευρημάτων των σημειωθέντων ως εκ σπηλαίου Νέστορος στο Νιόκαστρον Πύλου, διεχωρίσαμε το 1990 και σύνολο κεραμικών θραυσμάτων σημειωθέντων γερμανιστί τα οποία αποκλείεται να συνδέωνται με την ανασκαφή του Σλήμαν, διότι, όπως προανεφέρθη, ο Σλήμαν είχε εξαγάγει τα ευρήματά του εις το εξωτερικόν. Είναι προς εξέταση να διευκρινηθή το ενδεχόμενον να πρόκειται δι’ ευρήματα της ανασκαφής του έτους 1953, τα οποία διεχώρισε την δεκαετία του ’80 ο συνεργάτης των ανασκαφών Πυλίας καθηγητής G. Nobis του Πανεπιστημίου της Βόννης και ιδρυτής του Σταθμού Αρχαιοζωολογίας διά το Πανεπιστήμιον Κολωνίας εις το χωρίον Πύλα της Πύλου, δηλ. υπήρχαν και οστάρια.

 Ανάμεσα στα ευρήματα αυτά διεκρίναμε χαρακτηριστικό δείγμα του νεολιθικού «αμαυροχρώμου» ρυθμού, που φέρει λοξές παράλληλες σκοτεινόχρωμες ευθείες και ταινίες σε ανοικτόχρωμο βάθος επί της εξωτερικής επιφανείας ημισφαιρικής φιάλης. Το σύνολον περιλαμβάνει, επίσης, ολίγα θραύσματα μεσοελλαδικής και μυκηναϊκής κεραμικής, κυρίως, όμως, χαρακτηρίζεται από σημαντικό ποσοστόν γεωμετρικής κεραμικής (Εικ.7), που συνίσταται σε θραύσματα σκύφων, πυξίδων, προχοϊκού αγγείου και δοχείων με στενό στόμιον, που φέρουν μετοπική διακόσμηση. Ένα θρύσμα με μετοπική μελανόχρουν διακόσμηση πτηνών παρατακτικώς, πρέπει να ανήκη στην πρωτοαρχαϊκή περίοδο. Το σύνολον περιλαμβάνει, επίσης, δείγματα πρωίμων κλασικών σκύφων, λευκών ληκύθων, πυξίδων, πώματος και άλλων αγγείων με διακόσμηση από μαιάνδρους και ανθέμια, υστεροκλασικής κεραμικής με ανάγλυφα κοσμήματα και ελληνιστικής κεραμικής με διακόσμηση από ερυθρές ταινίες.

ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΕΤΟΥΣ 1980 ΥΠΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
 Το σπήλαιον Νέστορος επανήλθε στο προσκήνιο το έτος 1980, οπότε διεξήχθη η πλέον πρόσφατη ανασκαφική έρευνά του από τον Αδαμάντιο Σάμψων, τότε Επιμελητή Αρχαιοτήτων, κατόπιν πρόσκλησης του καθηγητού Γεωργίου Στυλ. Κορρέ, ο οποίος ήδη διεξήγε συστηματικές ανασκαφές στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς και του Κορυφασίου εκ μέρους της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι έρευνες αυτές διεδέχθησαν παλαιότερες, που διεξήγεν ο αείμνηστος καθηγητής Σπυρίδων Μαρινάτος στις δεκαετίες του 50 και του 60 ανά την Μεσσηνία περιλαμβανομένης και της Πυλίας41, παραλλήλως με τις αμερικανικές αποστολές. Συνολικώς, από τις έρευνες των καθηγητών Σπ. Μαρινάτου, αρχικώς, και Γ. Στυλ. Κορρέ εν συνεχεία, με τη συμβολή και σωστικών ανασκαφών από πλευράς της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανασυνεστή0η σε ικανό βαθμό η αρχαία τοπογραφία της περιοχής Βοϊδοκοιλιάς και Κορυφασίου, όσον αφορά στις θέσεις τόσον των ιστορικών όσον και των προϊστορικών χρόνων, γεγονός που προσδιώρισε το εύρος του πλαισίου αναφοράς διά την χρήση και του σπηλαίου Νέστορος στις διάφορες χρονολογικές περιόδους.

Οι παρατηρήσεις των McDonald και Θεοχάρη περί διατάραξης δικαιώνουν τις παρατηρήσεις των πλέον πρόσφατων ανασκαφών του σπηλαίου. Στην προκαταρτική δημοσίευσή του ο Αδ. Σάμψων42 αναφέρει ότι στο δάπεδο στο εσωτερικό του σπηλαίου συλλέγονται κάθε λογής όστρακα, από την νεολιθική περίοδο μέχρι τους μεσαιωνικούς χρόνους. Περιέγραψε εικόνα μεγάλης αναστάτωσης από σωρούς χωμάτων και λίθων, κατά μέρος προερχομένων από τη διάβρωση των πετρωμάτων, αλλά και λάκκους, που απέδωκε στις παλαιότερες, μη εντοπίσιμες πλέον, ανασκαφικές τομές, σε παραβιάσεις από λαθρανασκαφείς, αλλά φυσικά και στην νεωτέρα χρήση του σπηλαίου ως μαντριού. Εκτός από τους λιθοσωρούς, ο Σάμψων αναφέρει και την ύπαρξη πεσμένου βράχου σχεδόν στην επιφάνεια, στο κέντρο της κυρίας αιθούσης. Επίσης, παρετήρησε κοντά στην είσοδο υπερυψωμένο επίπεδο από μετατόπιση χωμάτων εκ της εσωτέρας αιθούσης, καθώς και βαθειάν τάφρο, τα χώματα της οποίας είχαν πλέον απορριφθή εκτός σπηλαίου. Ο Σάμψων παρετήρησεν επί πλέον ότι τα βραχώδη τοιχώματα του σπηλαίου εδημιουργούσαν βαθειά χάσματα σε επαφή με τις επιχώσεις, μέσα στα οποία εκυλούσαν χώματα και πέτρες από τα υψηλότερα σημεία του δαπέδου στο μέσον των αιθoυσών. Υπέθετε, δηλαδή, ότι το αρχικό δάπεδο ήτο επικλινές από το κέντρο προς τα πλάγια, παρότι τότε εμφανίζετο επίπεδο. Εκτιμών την απογοητευτική εικόνα του σπηλαίου, ο Σάμψων εθεώρησε ότι αδιατάρακτα στρώματα έπρεπε να αναμένη κανείς σε ολίγα σημεία και σε μεγάλο βάθος.
Η εικόνα επεβεβαιώθη από την πρώτη δοκιμαστική τομή, που επεχειρήθη το 1980 στο νοτιοδυτικό τμήμα του σπηλαίου μέχρι βάθους 1,30μ. Η τομή έφερε στο φως στρώμα με μικρούς και μεγάλους λίθους, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν ανακατεμένα κεραμικά θραύσματα διαφόρων εποχών. Πολλά άνηκαν σε ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, ελάχιστα ήσαν τα κλασικά μελαμβαφή και τα μυκηναϊκά, ενώ τα περισσότερα εχρονολογούντο στην νεολιθική περίοδο. Τα τελευταία ήσαν άβαφα και προήρχοντο από πιθάρια με σχοινοειδή ή πλαστική διακόσμηση της Τελικής Νεολιθικής. Σε βάθος 0,95-1,05μ. ανευρέθησαν μερικά όστρακα της Νεωτέρας Νεολιθικής. Γενικά, πάντως, επρόκειτο για αστρωματογράφητα ευρήματα, πού, ενδεχομένως, είχαν αποτεθή στη θέση αυτή από τις κατά καιρούς λαθραίες αναμοχλεύσεις και αποχωματώσεις.
Κατόπιν τούτου, ο Αδ. Σάμψων ανεζήτησε νέο σημείο δοκιμαστικής τομής (Εικ.8α) στην νοτιοανατολική πλευρά του σπηλαίου, πολύ κοντά σε χώρο παραβιασμένο. Αρχικώς, οι διαστάσεις της τομής ήσαν μικρές, αλλά αργότερα επεκτάθησαν (4,60Χ 3μ.), καθώς φάνηκε ότι στο σημείο αυτό είχαν διασωθή αδιατάρακτα στρώματα κατοίκησης, πού, όμως, κατελάμβαναν περιωρισμένη έκταση, διότι στα δυτικά είχαν καταστραφή από παλαιότερες ανασκαφές ή παραβιάσεις και στα βόρεια υπήρχαν ριγμένοι λίθοι, που τα διέκοπταν. Κοντά στην επιφάνεια, που περιείχε κλασικά, μυκηναϊκά και αρκετά νεολιθικά κεραμικά θραύσματα, ανευρέθη εστία (Εικ.8β, αρ.1) με στρώματα τέφρας, γύρω από την οποίαν εστίαν προήλθαν πολλά οστά ζώων και χονδροειδής κεραμική υστεροελλαδικών χρόνων. Ωστόσον, μεγάλο μέρος της τομής έκλειε από σταλαγμίτη, που εξετείνετο όσον εβάθαινε η ανασκαφή. Σε μία σχισμή του σταλαγμίτου ανευρέθησαν ίχνη καύσης και οπεύς νεολιθικού τύπου.
Στην ανατολική άκρη της τομής ανευρέθη δευτέρα εστία (αρ.2). Σε βάθος 0,60μ. επεσημάνθη σκληρό δάπεδο από ερυθρογή, που συνεχίζετο προς τα δυτικά, αλλά διεκόπτετο στην βορειοδυτική γωνία από την επίχωση των ατάκτων λίθων. Κάτω από το δάπεδο έκειντο πολλά θραύσματα της μεσοελλαδικής περιόδου, άβαφα και μινύεια, που υπεδήλωναν ότι το δάπεδο ανήκει σε χρόνους μεταγενεστέρους της νεολιθικής χρήσης.
Ωστόσον αμιγές νεολιθικόν στρώμα εμφανίσθηκε στην 8η και 9η στρώση, όπου άρχισε να διακρίνεται και διαμορφωμένη κυκλική εστία (αρ.3). Στο επίπεδο της εστίας η τομή περιείχε παχειές στρώσεις τέφρας με κάρβουνα, που εξετείνοντο σε όλη την έκταση της τομής. Η κυκλική διαμόρφωση διέσωζε αποσπασματικά στις άκρες επένδυση από άψητο κόκκινο πηλό. Η κεραμική περιελάμβανε τμήματα από άβαφα και στιλβωτά μονόχρωμα σκεύη και εχρονολογείτο στην Τελική Νεολιθική. Κάτω από την εστία συνέχιζαν επάλληλα στρώματα στάκτης με αμαυρόχρωμα της Νεωτέρας Νεολιθικής μαζί με μελανά στιλβωτά. Τα βαθύτερα στρώματα περιείχαν ελαχίστη νεολιθική κεραμική μαζί με εργαλεία από πυριτόλιθο. Ο φυσικός βράχος, δηλαδή, η συνέχεια του σταλαγμίτη, με παχύ στρώμα αποσαρθρωμένου ασβεστολίθου, ανευρέθη εις βάθος 1,30μ.
Σε σύγκριση με τα ευρήματα της ανασκαφής του 1953, οι στρωματογραφικές παρατηρήσεις του Αδ. Σάμψων είναι αντίστοιχες με τα στρώματα (Α) και (Β) του ημερολογίου του McDonald, με τη διαφορά ότι ο Σάμψων ενετόπισε επί πλέον και συγκεκριμένες δομές ανάμεσά τους και υπό αυτά (Εικ.86):
1) στρώμα τέφρας με εστία (αρ.1) μυκηναϊκών χρόνων στην επιφάνεια επάνω από το στρώμα (Α),
2) δευτέρα εστία (αρ.2) λίγο χαμηλότερα, εντός του (Α),
3) σκληρό επατημένο δάπεδο της μεσοελλαδικής περιόδου κάτω από το (Α), το οποίο, μάλιστα, διεπίστωσε ότι διεκόπτετο από μεταγενεστέρα επίχωση λίθων,
4) διαμορφώσεις, που τοποθετεί στην Χαλκοκρατία, και
5) κυκλική εστία με επένδυση στά βαθύτερα αδιατάρακτα νεολιθικά στρώματα, επάνω εις τον φυσικό βράχο.
Παρουσιάζεται κατωτέρω σύντομη επισκόπηση τών ευρημάτων της ανασκαφής του 1980 με έμφαση στα τυπολογικά παράλληλα, που έχουν εν τω μεταξύ προκύψει από την μελέτη της χρήσης άλλων σπηλαίων και υπαιθρίων θέσεων της Πελοποννήσου κατά την νεολιθικήν εποχήν.

1. Μελανά στιλβωτά
Πρόκειται διά δοχεία με στιλπνή μελανή και συχνά μελανόφαιη επιφάνεια. Μερικές ερυθρές αποχρώσεις οφείλονται σε παρατεταμένη οξειδωτική καύση μέσα στον κλίβανο, ενώ και ο πυρήν δεν είναι πάντοτε μελανός. Σε δύο όστρακα διασώζεται διακόσμηση διαγραμμισμένων τριγώνων από λευκό εξίτηλο χρώμα (Εικ.9: 1,2). Στην κατηγορία αυτή τα κυριώτερα σχήματα δοχείων συνίστανται σε φιάλες με ρηχά τεθλασμένα τοιχώματα (Εικ.9: 1,2,11,12), που είναι και το πλέον διαδεδομένο σχήμα αυτής της κατηγορίας αγγείων, αλλά και με κωνικά, καμπύλα, κυρτά ή κατακόρυφα τοιχώματα (Εικ.9: 4,5,6,8). Ωρισμένα από τα θραύσματα πρέπει να ανήκουν σε καρποδοχεία43. Ολιγώτερον συχνά απαντώνται ευρύστομα δοχεία με συγκλίνοντα τοιχώματα (Εικ.9: 7,9), στενόλαιμα σκεύη (Εικ.9: 3,10) και κλειστά αγγεία με οπαίον στόμιον, εντός της κατηγορίας αυτής.
Τα δοχεία του σπηλαίου Νέστορος αποτελούν δείγματα του «κοινού» ρυθμού των «μελανών στιλβωτών» της ελλαδικής Νεωτέρας Νεολιθικής I, ο οποίος ρυθμός μαρτυρείται σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, ωστόσον με ενδείξεις διάδοσής τους μέσω συγκεκριμένων κατασκευαστικών κέντρων, τουλάχιστον, όσον αφορά στην Θεσσαλία («ρυθμός Λάρισας»)44. Δεν αποκλείεται, πάντως, ότι και στην νότιο Ελλάδα η κατασκευή τους ήτο έργον εξειδικευμένων εργαστηρίων. Σύνολα με άριστη στιλπνότητα έχουν ανασκαφή ιδιαιτέρως στην Εύβοια (σπήλαιον Σκοτεινή Θαρρουνίων, Βάρκα Ψαχνών)45 και Βοιωτία (Εύτρηση, Χαιρώνεια, Ελάτεια, Ορχομενός, σπήλαιον Σαρακηνού)46. Στην νότιο Πελοπόννησο τεκμηριώνονται στο σπήλαιον Αλεπότρυπας47, παρότι όχι σε μεγάλη ποσότητα, και στο σπήλαιον Κουβελέικης Α ́ Αλεποχωρίου Λακωνίας48. Βορειότερον, κυριώτερες θέσεις είναι το σπήλαιον Φράγχθι49 και η Ασέα, η Άρια, η Κλένια και η Κόρινθος, ενώ στην δυτική Ελλάδα κατεγράφησαν στο σπήλαιον Δράκαινας Πόρου Κεφαλληνίας50.

2. Νεολιθικά αμαυρόχρωμα και Urfirnis
Ακόμη μία κατηγορία νεολιθικής «κοινής» με μεγάλη γεωγραφική διασπορά προέρχεται από το σπήλαιον Νέστορος στα ίδια στρώματα με τα μελανά στιλβωτά, στοιχείον χρήσιμο διά την επακριβή χρονολογική της ένταξη. Τα θραύσματα προέρχονται από φιάλες με τροπιδωτό ή καμπύλο περίγραμμα (Εικ.9: 16) και ποικιλία άνω απολήξεων. Τα αμαυρά διακοσμητικά θέματα συνίστανται σε επάλληλες γωνίες, ταινίες, ευθείες και οφιοειδείς γραμμές (Εικ.9: 13-15), μελανού ή καστανού χρώματος σε ερυθρόχρωμο ή ανοικτόχρωμο βάθος. Τα δείγματα του σπηλαίου Νέστορος συμβαδίζουν τόσον με την «ερυθρή ομάδα» όσον και με την «υπόλευκη ομάδα» με βάση τη διάκριση του υλικού της Κορίνθου51. Ωστόσον είναι ολίγα, διά να εξετάσωμε το ενδεχόμενο τυποποίησης ιδιαιτέρων εντοπίων διακοσμητικών θεμάτων, που υποδηλώνουν τοπικές παραδόσεις, όπως λ.χ. συμβαίνει στην Αλεπότρυπα, και πολύ περισσότερο να αναζητήσωμε σχέση των αγγείων αυτών με λατρευτικές χρήσεις, όπως αυτές, που τεκμηριώνονται στο σπήλαιον του Διρού. Η παρουσία των αμαυροχρώμων στα σπήλαια είναι πυκνή, όπως υποδηλοί το υλικό από το Φράγχθι την Κουβελέικη Α, την Κλένια, το σπήλαιο Σαρακηνού Βοιωτίας, τη Σκοτεινή Ευβοίας, αλλά και τη Θεόπετρα βορειότερον52. Η παρουσία αυτή είναι δυνατόν να συνοψίζη ότι τελετουργικές πράξεις, ενδεχομένως, ησκούντο στα σπήλαια εκ παραλλήλου ή ανάμεικτα και ταυτοχρόνως με τις πρακτικές χρήσεις των σπηλαίων ή την παραμονή σε αυτά. Οι τοπικές μορφολογικές ιδιαιτερότητες των θεμάτων τους, όπου υπάρχουν, εκφράζουν τοπικές παραδόσεις, που άπτονται και στις οικιακές και στις τελετουργικές χρήσεις, οι οποίες δεν δύναται κατά την εποχή αυτήν να διαχωριστούν53.

 Στην ιδία περίοδο χρονολογείται και δείγμα γραπτού Urfirnis διακοσμημένο με συνδυασμό τεθλασμένης και καμπύλης γραμμής. Η σύγχρονη παρουσία αυτής της κατηγορίας στο σπήλαιον Νέστορος με τα σύνολα των αμαυροχρώμων και των μελανών στιλβωτών, επιβεβαιώνει την ύστερη χρονολόγησή τους στην Πελοπόννησο54 στη Νεωτέρα Νεολιθική Ι σε σχέση με την Μέση Νεολιθική της Βοιωτίας και της Φθιώτιδος.
3. Αβαφή και στιλβωτή κεραμική της Τελικής Νεολιθικής – Ανάγλυφη και εγχάρακτη διακόσμηση
 Στην Τελική Νεολιθική αναγνωρίζεται μεγάλο ποσοστό αβαφούς και μονοχρώμου κεραμικής με επιφάνεια ερυθρή, καστανή, μελανότεφρο ή μελανή, άλλοτε επιχρισμένη και εστιλβωμένη, άλλοτε εξηρημένη επεξεργασίας. Κατά την όπτηση δημιουργούνται συχνά ανομοιογενείς ερυθρές ή μελανές κηλίδες στην μονόχρωμο επιφάνεια. Η ποιότητα του επιχρίσματος και της στίλβωσης και η διατήρησή τους ποικίλλουν, ωστόσον αρκετά τμήματα διατηρούν εξαιρετική στιλπνότητα. Περισσότερον διακριτό είναι το ερυθρό επίχρισμα. Συχνά, διαφοροποιείται το χρώμα της εσωτερικής πλευράς προς τις σκουρότερες αποχρώσεις σε σχέση με την εξωτερική, στοιχείο που υποδηλοί ότι οι συνθήκες όπτησης σε συνδυασμό με το σχήμα του δοχείου δεν ευνόησαν την οξείδωση της εσωτερικής επιφανείας. Από την παρατήρηση των τομών θραύσης προκύπτει ότι η όπτηση ήτο ατελής και στον πυρήνα (σκούρος) και ότι είχε προηγηθή συστηματική μείξη χονδροκόκκου αδρανούς υλικού με την άργιλο πριν το πλάσιμο των δοχείων. Στα αγγεία με λεπτότερα τοιχώματα η αδρανής ύλη είναι πλέον λεπτόκοκκος.
 Στην αβαφή κατηγορία η διακόσμηση είναι κυρίως σχοινοειδής και πλαστική με πλούσιο αριθμό δειγμάτων, σπανιώτερον εγχάρακτη, ενώ σε μία περίπτωση υπάρχουν και στίξεις. Οι έξεργες ζώνες ειδικώτερον, με ή χωρίς σχοινοειδή κοσμήματα, συνδέονται με βαθειά πιθοειδή δοχεία και εκτείνονται σε ποικίλους συνδυασμούς: οι ταινίες έχουν καμπύλη ράχη και συνήθως συνίστανται σε λοξές παράλληλες ευθείες σε σχέση με μία οριζόντια, άλλοτε είναι καμπύλες, ενώ σε μία περίπτωση το ανάγλυφο θέμα είναι σπειροειδές. Πολύ συχνά η αποσπασματική διατήρηση των δοχείων διασώζει τις ταινίες μεμονωμένες.
 Αυτή η κατηγορία της διακόσμησης είναι η πλέον χαρακτηριστική σε σχέση με τα αποθηκευτικά αγγεία και η πλέον συνήθης στα σπήλαια, δεδομένης της εκτεταμένης και αναγκαίας αποθηκευτικής τους χρησιμότητος. Τα πλέον πολυπληθή σύνολα στην Πελοπόννησο προέρχονται από τα σπήλαια Αλεπότρυπας Διρού και Λιμνών Καλαβρύτων55. Σημαντικές ομάδες και μικρότερα σύνολα με μεμονωμένες ταινίες γνωρίζομε από το Φράγχθι, την Κουβελέικη Β’, Ασέα, Κόρινθο, Κλένια, Πρόσυμνα, Άργος και πολλές ακόμη θέσεις56, αλλά και βορειότερα, την Αγορά Αθηνών και τα σπήλαια Κίτσου, Σαρακηνού Κωπαΐδος και Σκοτεινή Ευβοίας57. Χρονολογικά, αυτή η κατηγορία διακόσμησης τοποθετείται στο τέλος της Νεωτέρας Νεολιθικής, την μετάβαση προς την Τελική και την αρχή της Τελικής Νεολιθικής, όπως αντιλαμβανόμεθα από τα στρωματογραφημένα ευρήματα των ανωτέρω σπηλαίων58.
 Στο σπήλαιον Νέστορος υπάρχουν, επίσης, ολίγα δείγματα με αβαθείς εγχαράξεις, που σχηματίζουν διαγραμμισμένα τρίγωνα σε μικρά αγγεία. Πρόκειται διά την λεγόμενη κατηγορία της «Prosymna Ware»59, η οποία εντοπίσθηκε σε μεγάλες ποσότητες και εις το ορεινό σπήλαιον των Λιμνών στον Χελμό60, ενώ δείγματά της ανεγνωρίσθηκαν στα Κλένια, Κόρινθο και Άγιο Δημήτριο Λεπρέου61, καθώς και εις τον νεολιθικό οικισμό της Παγκάλης στην Αιτωλία62 και εις το σπήλαιον Δράκαινας στην Κεφαλληνία63. Η κατηγορία τοποθετείται χρονολογικά, επίσης, στην πρώιμη φάση της Τελικής Νεολιθικής.
 Τα σχήματα των αβάφων αγγείων του σπηλαίου Νέστορος υποδηλούν την υπεροχή των ανοικτών και ευρυστόμων δοχείων σε σχέση με τα κλειστά, με έμφαση στα ημισφαιρικά, κωνικά64 και κατακόρυφα τοιχώματα και στα τοιχώματα με περίγραμμα S, σε φιάλες τόσον μεσαίου όσον και μεγάλου μεγέθους. Ωρισμένες φέρουν μικρά λαδή κάτω από το χείλος65, χαρακτηριστικόν περισσότερον της υστέρας Τελικής Νεολιθικής, που απαντάται, επίσης, εκτός από τα άβαφα και στην κατηγορία των μελανών ή ερυθρών στιλπνών μονοχρώμων δοχείων, όπως και των αγγείων με εστιλβωμένη διακόσμηση. Στα βαθύτερα σκεύη το περίγραμμα είναι όρθιο ή κλίνει προς τα μέσα χωρίς λαιμό ή απολήγει σε χαμηλό ή υψηλό λαιμό με διαμορφωμένο χείλος, ενώ το περίγραμμα του σώματος δυνατόν να είναι και γωνιώδες66.
 Το αδρό υλικό περιλαμβάνει πλατιές ταινιωτές λαβές, κυρίως σε σχέση με τα μεγάλα σκεύη. Σε ράχη μίας από αυτές υπάρχει χαρακτηριστικό κομβίον, με παράλληλα στο Φράγχθι, την Αγορά, το σπήλαιο Σκοτεινή, αλλά και την Κεφάλα και Τηγάνι Σάμου67, στο πλαίσιο της Τελικής Νεολιθικής. Εκτός από τις μικρές κατακόρυφες λαβές κάτω από το χείλος, όπως ανεφέρθη ανωτέρω, παρούσες, είναι οι άτρητες αποφύσεις κοντά στο στόμιον68 και οι σωληνωτές λαβές69, οι οποίες, ειδικώτερον, προσιδιάζουν στο τέλος της Τελικής Νεολιθικής. Οι βάσεις είναι συνήθως επίπεδες και ανήκουν σε μεγάλα οικιακά σκεύη, ενώ τα μικρότερα φέρουν δακτυλιόσχημες βάσεις.
 Τα σχήματα των εστιλβωμένων αγγείων συνίστανται κυρίως σε ανοιχτές φιάλες με μεγάλη διάμετρο και περίγραμμα τεθλασμένο, ρηχό ή μέτριου βάθους70, σχήμα που αποτελεί εξέλιξη του ρηχού σκύφου της Νεωτέρας Νεολιθικής Ι. Απαντώνται, επίσης, ρηχές κωνικές φιάλες με έντονη κλίση των τοιχωμάτων, συχνά, μάλιστα, με λαβή στο χείλος, που τις καθιστά συγκρίσιμες με το αντίστοιχο σχήμα της αβαφούς κατηγορίας. Στον ίδιο χρονολογικό ορίζοντα ανήκουν και μετρίου ή μεγάλου βάθους φιάλες με καμπύλα ή ίσια τοιχώματα και χείλη ενιαία ή καμπτόμενα προς τα έξω.
4. Αγγεία με στιλβωτή διακόσμηση της Τελικής Νεολιθικής
 Το σπήλαιον Νέστορος απέδωκε μικρόν αριθμό θραυσμάτων με διακοσμητικές παράλληλες στενές γραμμές και φαρδιές ταινίες, που έχουν προέλθει από στίλβωση της επιφανείας με εξηρημένα διάκενα (ρυθμός «pattern-burnished»). Πρόκειται διά κεραμική «κοινή»71, με μεγάλη διασπορά στην ηπειρωτική Ελλάδα, που χρονολογικά τοποθετείται στο αρχικό τμήμα της Τελικής Νεολιθικής. Η κεραμική αυτή κατηγορία καταγράφεται και στην άμεση γεωγραφική περιοχή του σπηλαίου, στον γειτονικό νεολιθικό οικισμό της Βοϊδοκοιλιάς72.
5. Εργαλεία και διατροφικά κατάλοιπα
 Στο σπήλαιον Νέστορος ανευρέθησαν αρκετά λειασμένα λίθινα εργαλεία με κυριώτερη πρώτη ύλη τον ψαμμίτη, που υπάρχει σε αφθονία στη ευρυτέρα περιοχή, με εξαίρεση ένα από ασβεστόλιθο. Περιλαμβάνουν αντικείμενα με επίπεδες και τις δύο πλευρές, με την άνω πλευρά επίπεδο και την κάτω καμπύλη και με μυτερό κάτω τμήμα. Κάποιοι ακέραιοι έχουν τετράπλευρο άνω επιφάνεια. Αναφορικά με τα αποκεκρουμένα εργαλεία, στο σπήλαιον δεν ανευρέθησαν οψιανοί ειμή μόνον πυριτόλιθοι, πράγμα που υποδηλώνει πιθανή αποχή του σπηλαίου από τα σχετικά δίκτυα διακίνησης, σε αντίθεση με την Τελική Νεολιθική στη γειτονική Βοϊδοκοιλιά, όπου ο οψιανός είναι άφθονος, ως και στα πρωτοελλαδικά στρώματα όσον και σε μεσοελλαδικά και υστεροελλαδικά73.
 Αντιθέτως, από το σπήλαιον συνελέγησαν εργαλεία σε καστανοκόκκινο πυριτόλιθο και αμυγδαλόπετρα. Όλα ανευρέθησαν σε καθαρό νεολιθικό στρώμα κάτω από την εστία. Τυπολογικά, περιλαμβάνουν τμήμα από λεπίδα, λεπιδόμορφα κομμάτια, μία οδοντωτή λεπίδα με πολλές φθορές, ένα εργαλείο τύπου «nοtched blade» με ίχνη και στις δύο πλευρές, καθώς και μία φολίδα με μυτερό άκρο και ελάχιστα ίχνη χρήσης. Η πυριτολιθική πρώτη ύλη, που διεπιστώθη στην ανασκαφή του 1980, μπορεί να θεωρηθή ότι συμπληρώνει τις αναφορές του McDonald σχετικά με ένα «good piece» από ανοικτόχρωμο επεξειργασμένο πυριτόλιθο καθώς και με μία αιχμή βέλους, που αναφέρει ότι ηύρεν ο Δ. Ρ. Θεοχάρης επιφανειακά στο πλάτωμα εκτός σπηλαίου74.
6. Εποχή του Χαλκού και ιστορικοί χρόνοι
 Στο υλικό της ανασκαφής του 1980 η πρωτοελλαδική περίοδος αντιπροσωπεύεται κυρίως από ρηχές φιάλες με κλίση του χείλους προς τα μέσα, που συνδέονται με τα μέσα της -3ης χιλιετίας (Πρωτοελλαδική ΙΙ). Η αναγνώριση της φάσης αυτής υπενθυμίζει την αναφορά του McDonald σε πρώιμο θραύσμα, που έφερε «σήμα κεραμέως» σε σχήμα σταυρού75.
 Η μεσοελλαδική περίοδος έχει εντονωτέρα παρουσία, που συνίσταται σε πολυπληθή θραύσματα αποθηκευτικών οικιακών αγγείων με χονδρά και αδρά τοιχώματα, ωστόσον από καθαρό πηλό και καλά ωπτημένα. Ωρισμένα φέρουν τις τυπικές βαθιές εγχαράξεις της Μεσοελλαδικής Ι φάσεως, Στην ιδία περίοδο συγκαταλέγεται, επίσης, σημαντικός αριθμός από φαιές μινυακές κύλικες και αμαυρόχρωμα με διακοσμητικές ταινίες, που χρονολογούνται προς το τέλος της περιόδου. Τα υστεροελλαδικά ευρήματα περιλαμβάνουν κυρίως στελέχη κυλίκων και μία χάλκινη σμίλη.

 Από πλευράς νεωτέρων χρήσεων, αντιπροσωπεύεται η γεωμετρική περίοδος με θραύσματα, που φέρουν κοσμήματα (διαγραμμισμένος μαίανδρος) σε μετόπη, καθώς και οι κλασικοί/ υστεροκλασικοί/ ελληνιστικοί χρόνοι με μελαμβαφή και αβαφή κεραμική.

ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ
 Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι ο άνθρωπος αξιοποίησε διαχρονικά το σπήλαιον Νέστορος. Δεν εντοπίσθηκαν ευρήματα από προνεολιθικές περιόδους, παρά τον πλούτο τέτοιων αποθέσεων σε γειτονικό σπήλαιον προσπελάσιμον μόνον από τη θάλασσα στην δυτική απόκρημνη ακτή του λόφου του Παλαιοκάστρου (νότιον τμήμα), αλλά και γενικώτερον κατά μήκος της ακτογραμμής της νοτίου Πελοποννήσου76.
 Από την προκαταρτική εξέταση των ευρημάτων των παλαιοτέρων και νεωτέρων ανασκαφών προκύπτει ότι η χρήση του σπηλαίου Νέστορος ασκείται αρχικώς κατά τη διάρκεια της Νεολιθικής με τρόπο συστηματικόν και επαναλαμβανόμενον, συνεχίζει σε διάσπαρτα και σύντομα επεισόδια στην Πρωτοελλαδική ΙΙ και επανέρχεται σε πυκνότητα και ένταση κατά την υστέρα μεσοελλαδική και την υστεροελλαδική περίοδο. Οι McDonald και Hope Simpson, παρ’ όλα αυτά αναφέρουν77 ως δευτερεύουσα την νεολιθικών χρόνων χρήση του σπηλαίου σε σχέση με την χρήση του κατά την Yτεροελλαδική ΙΙΙ φάση του, παρ’ ό,τι μάλιστα, τέτοιο σχόλιο δεν συμπεριλαμβάνεται στο ημερολόγιον της ανασκαφής του έτους 1953. Μετά το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου τεκμαίρεται σύντομη στοχευμένη χρήση του σπηλαίου κατά την γεωμετρική περίοδο και συχνή, αλλά διάσπαρτη παρουσία, κατά τους υστεροκλασικούς και μετα-κλασικούς χρόνους.
 Συγκεκριμένα, οι προϊστορικοί πληθυσμοί κατοικούν το σπήλαιον από το τέλος της -6ης χιλιετίας (Νεωτέρα Νεολιθική I) σε πρώτη φάση, στην οποία εντάσσονται τα μελανά στιλβωτά αγγεία και τα Urfirnis. Ενδεχομένως, μετά από κενό διάστημα μερικών εκατονταετιών, το σπήλαιον χρησιμοποιείται εκ νέου εντός της -5ης χιλιετίας (αμαυρόχρωμα δοχεία), και, ως φαίνεται, έως και την αρχή ή το πρώτο ήμισυ της -4ης χιλιετίας. Στην πρώιμο περίοδο αυτής της φάσης ανήκουν τα αγγεία με στιλβωτή διακόσμηση και τα πιθάρια με ανάγλυφες ταινίες και στην υστέρα, ίσως και μεταβατική φάση, τα αγγεία με κηλιδωτή επιφάνεια, οι κωνικές φιάλες και οι φιάλες με μικρές λαβές επί του χείλους. Δυστυχώς, η καταλυτική διατάραξη των στρωμάτων στο σπήλαιον δεν άφησε σημαντικές μαρτυρίες σχετικά με τις συνάφειες (context) της χρήσης του κατά την νεολιθική περίοδο. Οι αναγνωρίσιμες δομές σε αυτήν την περίοδο περιλαμβάνουν εστία, δάπεδο, καθώς και παρέμβαση στον φυσικό βράχο, που συνοδεύονται από πλήθος κατηγοριών οικιακών και διακοσμημένων αγγείων, εργαλείων και διατροφικών υπολειμμάτων.

Οι χρήστες του σπηλαίου, ενδεχομένως, ασκούσαν αγροτοκτηνοτροφικές και αποθηκευτικές πρακτικές, όπως ημπορούμε να εκτιμήσωμε από την αφθονία των πιθαριών και των δοχείων οικιακής, μαγειρικής και τροφοκαταναλωτικής χρήσης, χωρίς να αποκλείεται η ταυτόχρονος ή κατά περιόδους διαμονή ή η χρήση ως μαντριού. Η πιθανότητα το σπήλαιον να εφιλοξένησε και χρήσεις με ιδιαίτερο συμβολικό ή τελετουργικό περιεχόμενο είναι ισχυρή ακόμη και για την νεολιθική περίοδο. Σε σχέση με το σπήλαιο Αλεπότρυπα, λ.χ., συζητείται η πιθανή χρήση της μονοχρώμου κεραμικής της Τελικής Νεολιθικής για λατρευτικές τελετουργικές πράξεις, σε αντικατάσταση της αμαυροχρώμου, που υποτίθεται ότι εξυπηρέτησε τέτοιες χρήσεις σχεδόν μία χιλιετία ενωρίτερον. Πάντως, όπως καταλήγουν οι νεώτερες προσεγγίσεις επί της κεραμικής, η λατρευτική και η οικιακή χρήση είναι αλληλένδετες πλευρές των δοχείων των νεολιθικών χρόνων. Σε κάθε περίπτωση η κεραμική τεχνολογία, η μορφή και η διακόσμησή τους μεταβάλλονται υπό την επιρροή των τοπικών παραδόσεων των πληθυσμών, ακόμα ίσως και των κεραμέων που τα κατασκευάζουν. Οι προσεγγίσεις αυτές έχουν προοπτική να διερευνηθούν και διά τη νεολιθική κεραμική από το σπήλαιο Νέστορος, με την ενδελεχή και εις βάθος μελέτη του υλικού όλων των ανασκαφών.
Το υπαίθριο κέντρο της περιοχής, από όπου προέρχονταν οι χρήστες του σπηλαίου, πρέπει να αναζητηθή στην προϊστορική θέση της Βοϊδοκοιλιάς78, τουλάχιστον κατά ένα μέρος της Τελικής Νεολιθικής, ενώ διά την Νεωτέρα Νεολιθική Ι δεν υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις στην γειτονική τοπογραφία, παρότι «Some νery finely polished Ware» αναφέρεται από τον λόφο του Αγίου Νικολάου79, ενώ ένδειξη υπάρχει και διά το Παλιόκαστρο80. Το ζήτημα της αφανούς υπαιθρίας θέσης αναφοράς κατά την Νεωτέρα Νεολιθική προκύπτει σχετικά με την χρήση και άλλων σπηλαίων του ελλαδικού χώρου σε σύγκριση προς την εμφάνιση γειτονικών υπαιθρίων θέσεων δίπλα στα σπήλαια στην Τελική Νεολιθική, όπως ξέρουμε λ.χ. διά τα σπήλαια Αλεπότρυπας, Φράγχθι, Λιμνών στα Καστριά και Σκοτεινή Ευβοίας81. Πέρα της γειτονικής Βοϊδοκοιλιάς, στο τέλος της Νεολιθικής πολλές υπαίθριες θέσεις εμφανίζονται στην ευρυτέρα περιοχή (Μπαρουτοσπηλιά82, Κουφιέρο83 και Κόκκορα Τρούπα84, σπήλαιον Καταβόθρα υπό την κωμόπολιν Χώρας Τριφυλίας).

 Ο ρόλος του σπηλαίου Νέστορος κατά την Χαλκοκρατία ποικίλλει. Κατά την Πρωτοελλαδική ΙΙ η χρήση του έχει οικιακό χαρακτήρα, αλλά είναι ιδιαιτέρως περιωρισμένη:
1) παρά την σημαντικήν αύξηση του πληθυσμού στην αμέσως γειτονική περιοχή, που περιλαμβάνει σύγχρονον οικισμό85 στον βόρειο βραχίονα του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, στην θέση του μετέπειτα θολωτού τάφου, και νεκροταφείο στο λόφο του Αγίου Νικολάου86,
2) εις την παραλία του χωρίου Πετροχώρι ως και
3) προς Βορράν του προς Βορράν συνεχομένου χωρίου Ρωμανός87.

Κατά την Μέση και Υστέρα Εποχή του Χαλκού, οπότε αναπτύσσεται μνημειώδης ταφική αρχιτεκτονική στην γειτονική περιοχή, το σπήλαιον έπαιξε τον ιδικό του ρόλο. Κατ’ αρχήν, στην μεσοελλαδική περίοδο, τα κύρια σημεία αναφοράς της τοπογραφίας της περιοχής είναι ο τύμβος88, που κατασκευάζεται επί του πρωτοελλαδικού οικισμού στον βόρειο βραχίονα της Βοϊδοκοιλιάς, καθώς και δεύτερος τύμβος89, ιδίας χρονολόγησης, στην θέση της εκκλησίας του Προφήτου Ηλία, 300μ. βορειότερα. Μεσοελλαδικών χρόνων κεραμική έχει εντοπισθή και στο νησάκι του Τσιχλιμπαμπά στα νότια- νοτιοδυτικά του όρμου του Ναυαρίνου90.
Σε άμεση χρονολογική συνέχεια, η πρώιμος υστεροελλαδική περίοδος (YE I) αντιπροσωπεύεται από τον θολωτό τάφο, που κατεσκευάσθη προ του τέλους αυτής της φάσεως στο κέντρο του μεσοελλαδικού τύμβου, τον αποκαλούμενο κατ’ επίφασιν από τον καθηγητή Σπ. Μαρινάτο «τάφο του Θρασυμήδους», από το όνομα του υιού του Νέστορος, επί τη βάσει σχετικής αναφοράς του Παυσανία (Δ. 36,2). Ο αρχαίος περιηγητής υποτίθεται ότι είδε μέσα στην αρχαία Πύλο το ανάκτορο του Νέστορος και πλησίον της πόλης τον τάφο του υιού του. Ο εντοπισμός αυτού του τάφου ειδικώς, αν και είναι μεταγενέστερος άλλων (θολωτός τάφος Οσμάναγα/ Κορυφασίου, θολωτοί τάφοι 5 και 4 του Άνω Εγκλιανού, θολωτός τάφος 3 Περιστεριάς, θολωτός τάφος 1 Ρούτση, μικροί θολωτοί τάφοι εις Τουρκοκίβουρα Νιχωρίων και εις τυμβοειδή εξάρματα εις Γουβαλάρη Κουκουνάρας, θολωτός τάφος 2 εις Γουβαλάρη) αποτελεί απλώς κρίσιμο τεκμήριο διά την σχέση καταγωγής του τύπου των θολωτών τάφων με την Πρωτοελλαδικών ΙΙΙ/ Μεσοελλαδικών χρόνων ταφική αρχιτεκτονική των τύμβων με πίθους92.
Σε αυτήν την περίοδο ιδεολογικών ζυμώσεων ως προς τους μετασχηματισμούς στην διοίκηση, που διανύει το πρώτο ήμισυ της -2ας χιλιετίας, οι προϊστορικοί πληθυσμοί της περιοχής επισκέπτονται, το σπήλαιον συστηματικά φέροντες μαζί τους δείγματα ποικίλων κατηγοριών κεραμικής, που περιλαμβάνουν και διακοσμημένα αγγεία μεγάλων διαστάσεων (αδρά, αμαυρόχρωμα, εγχάρακτα -όμως της όχι «αδριατικής» τεχνικής- και λεπτά αγγεία πόσεως). Ο χαρακτήρας των επισκέψεων στο σπήλαιον ήταν οικιακός και σχετίζετο με την αγροτοκτηνοτροφική και αποθηκευτική οικονομία, χωρίς ενδείξεις λατρείας. Την ίδια περίοδο στην Βοϊδοκοιλιά, στα Καστρούλια και στο Ρούτση ασκείται η λατρεία στους τύμβους (ΜΕ Ι) με δέπα αμφικύπελλα και ηθμωτά αγγεία93.
Στην Υστεροελλαδική IIIB, πάντως, οι επισκέψεις στο σπήλαιον Νέστορος έχουν ενίοτε λατρευτικόν χαρακτήρα, δεδομένου του περιωρισμένου ρεπερτορίου δοχείων (κύλικες, σκύφοι), του Ψ-σχημου ειδωλίου και της εστίας αυτής της περιόδου. Παρόμοια χαρακτηριστικά, που συνίστανται σε εστίες, διακοσμημένες κύλικες και σκύφους καθώς και ειδώλιο, έχει η παρουσία της μυκηναϊκής περιόδου και σε άλλα σπήλαια της ηπειρωτικής Ελλάδος, όπως τα σπήλαια Λιμνών, Σαρακηνού, Σκοτεινή και Αγίας Τριάδος Ελικώνος94. Παρ’ όλον ότι το ζήτημα δεν έχει μελετηθή αναλυτικώς και συνολικώς, προσφέρει, ωστόσον, περιωρισμένες ενδείξεις προς την κατεύθυνσή του και ως δυνητικών θεωρουμένου λατρευτικού χαρακτήρος των σπηλαίων εις το τέλος της Εποχής του Χαλκού.
Κατά την υπομυκηναϊκήν περίοδο (-12ος αιών) παρατηρείται αρχικά μείωση του πληθυσμού σε όλη την Μεσσηνία και την Λακωνία95, ο οποίος σταδιακώς αποκαθίσταται. Κατά την γεωμετρική περίοδο το σπήλαιον παρουσιάζει πλουσία συλλογή διακοσμημένης κεραμικής, η οποία, πιθανώς, υποδηλοί πράξεις λατρείας. Στη Μεσσηνία οι ενδείξεις ταφικής και λατρευτικής χρήσης των θολωτών και θαλαμοειδών τάφων είναι ισχυρές καθ’ όλη την διάρκεια των πρώτων ιστορικών αιώνων και κατά τα τέλη των κλασικών χρόνων έως και την ελληνιστική περίοδο στους θολωτούς τάφους του Οσμάναγα/ Κορυφασίου96, Γουβαλάρη Κουκουνάρας97, τον τάφο 3 Καμινίων Κρεμμυδίων Πυλίας98 και, βεβαίως, του λεγομένου «Θρασυμήδους» στην Βοίδοκοιλιά99.
Το γεγονός ότι η αρχαία Πύλος κατοικείται συνεχώς και, μάλιστα, πρωταγωνιστεί σε μάχες του Πελοποννησιακού πολέμου κατά τα τέλη του -5ου αιώνος, υποδηλοί την αύξηση του πληθυσμού, και την ευρεία πληθυσμιακή εξάπλωση κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, η οποία, μάλλον, σχετίζεται και με μετατοπίσεις πληθυσμών σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες.
Εκτός από την πόλη του αρχαίου Κορυφασίου ή κατ’ άλλους αρχαίας Πύλου, επί του λόφου της νοτίου χερσονήσου της Βοϊδοκοιλιάς, που ανέσκαψε ο Μαρινάτος100, γνωρίζομε την ύπαρξη εκτεταμένου νεκροταφείου της ιδίας περιόδου στην περιοχή της σημερινής λιμνοθαλάσσης του Διδαρίου από τις ανασκαφές του Ν. Γιαλούρη101, του μικρού νεκροταφείου που ανέσκαψεν ο Ν. Καλτσάς πλησίον του όρμου102, του λιμένος103 της πόλης στον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς, αλλά και αναρίθμητα λείψανα αφιερωματικής ηρωικής λατρείας ή προγονολατρείας με την χρήση πηλίνων πλακιδίων, που ενησκείτο κατά την ελληνιστική εποχή εκτός του μυκηναϊκού θολωτού τάφου. Φαίνεται ότι κατ’ αυτήν την περίοδο ο τάφος είχεν αποκτήσει διά τους κατοίκους της περιοχής σημασίαν τοπικού ιερού μνημείου104.

 Η χρήση του σπηλαίου ως μαντριού και σε αυτές τις περιόδους δεν αποκλείεται, αν, μάλιστα, συνυπολογίση κανείς και την προσωπική μαρτυρία του Παυσανία τον +2ο αιώνα, ότι αποτελούσε μαντρί, συμπέρασμα, που, προφανώς, συνήγαγε από τις κοπριές, που αντίκρισε και, μάλιστα, προεξέτεινε και στο παρελθόν του σπηλαίου, καθώς το συνέδεσε με το μυθολογικό «μαντρί» των Νηλειδών105. Πέρα αυτού και η παράδοση, που συνέδεε το σπήλαιον και με τα βόδια του Απόλλωνα, τα οποία, σύμφωνα με το μύθο, έκλεψε και έκρυψε στο σπήλαιον ο Ερμής, αποτελεί μία έμμεση ένδειξη προς την ιδία κατεύθυνση. Επομένως, είναι πιθανόν, ότι σε αυτούς τους μύθους ενυπάρχει πυρήν ιστορικής αληθείας τόσον για την κτηνοτροφική χρήση του σπηλαίου όσον και την λατρευτική,
 Tο σπήλαιον του Νέστορος, «the well-known natural grotto, the open entrance of which has long been familiar as a conspicuous feature…» κατά τα λόγια του Blegen106, αποτελεί ζωντανό χώρο μέσα στην ανθρωπογεωγραφία της Βοϊδοκοιλιάς και ζεί διαχρονικώς με μεταβαλλομένους ρόλους αναλόγως προς τις παραδόσεις των πληθυσμών, που κατοικούν την περιοχή. Ζή, επίσης, διαχρονικώς στο ενδιαφέρον των αρχαιολόγων, οι οποίοι προσέρχονται στο σπήλαιον, ο ένας μετά τον άλλο, γνωρίζοντας κάθε επόμενος τα βήματα του προηγουμένου, με την προσδοκία της ανακάλυψης, η οποία, ωστόσον, έχει διαφορετικό περιεχόμενο για τον καθένα.

Γεώργιος Στυλ. Κορρές, Αδαμάντιος Σαμψών, Στέλλα Κασταρού

«Το Σπήλαιο Νέστορος στην Βοϊοδοκοιλιά Πύλου. Η ερευνά του και η προκαταρτική εξέταση των παλαιοτέρων και νεωτέρων ευρημάτων.»
Πρακτικά  Δ΄ Τοπικού Συνεδρίου Μεσσηνιακών Σπουδών, 2010.

1. A. Philippson, Die griechischen Landschaften III I, Frankfurt a/M 1959, 0e. 386 (hrsg. von E. Kirsten). W.A. McDonald & R. Hope Simpson, «Prehistoric Habitation in SW Peloponnesus», AJA 65, 1961. σελ.221–260, 243. Tου ιδίου «Further explorations in South Western Peloponnese», AJA 68, 1964. σελ.229-245. Tου ιδίου «Further explorations in South Western Peloponnese», AJA 73, 1969. σελ. 123– 177, 164. The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment, W.A. McDonald & G.R. Rapp, Jr., eds. The University of Minnesota Press. Minneapolis 1972, Je.29-32 (2. Surveying and Mapping by J.E. Fant & W.G. Loy). E. Meyer (Zürich), «Messenien und die Stadt Messene», Supplement-Band XV der Realencyclopädie von Pauly-Wissowa, Alfred Druckenmüller Veriag, München 1978, Sp. 201.68-203.16: «Pylos-Koryphasion». «Nestorhöhle». Г. Х. Κορρέ, λ. «Μεσσηνία», ΜΣΕ 21, 1980/81 σελ. 461. Του ιδίου (υπό Α. Σάμιμων), «Ανασκαφα ανά την Πυλίαν, Σπήλαιο του Νέστορος», ΠΑΕ 1980 (Αθήναι 1982), σελ.175-187. Τού ιδίου: «Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς. Ο τύμβος της Βοϊδοκοιλιάς και ή γένεσις του θολωτού τάφου της ηπειρωτικής Ελλάδος», εν, Αρχαιολογικαί διατριβαι επί θεμάτων της Εποχής του Χαλκού («Αθηνά», Σύγγραμμα Περιοδικόν τής εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, Σειρά Διατριδών και Μελετημάτων, άρ.21), εν Αθήναις 1979, 1984, σελ. 6-83. Τού ιδίου, «Η προϊστορία της Βοϊδοκοιλιάς Μεσσηνίας κατά τας έρευνας τών ετών 1956, 1958, 1975-1979», εν: Μνήμη. Τόμος εις μνήμην Γεωργίου Ι. Κουρμούλη, Αθήνα 19.1989, Oe). 393-430. G. S. Korres, «Archaeological investigations at Voidokoilia, near Pylos, Greece», National Geographic Society Research Reports vol. 21, Washington, D.C., 1985, 0es. 231–237.«Neue Ausgrabungen im Gebiet von Pylos», Ethnographisch-Archäologische Zeitschrift. Berlin, 28. Jg., Heft 4, 1987. O8. 711–743. ToÜ if ion, Excavations in the Region of Pylos», in: Eumousia. Ceramic and Iconographic Studies in Honour of Alexander Canbitoglou (Mediterranean Archaeology Supplement 1), J.-P. Descoeudres, ed., Sydney 1990, oei. 1-11.
2, J. Bennet , J,L.Davis & D.K.Harlan. «The Fortress of Anavarin-I Cedidy, in: A Historical and Economic Geography of Ottoman Greece, the Southwestern Morca in the 18th Century (Hesperia Supplement 34), F. Zarinebaf, J. Bennet & J.L.Davis eds. Princeton 2005. O8). 241-264.
3, J. C. Kraft, G. R. Rapp & S. E. Aschenbrenner, «Late Holoccne palaeogeomorphic reconstructions in the area of the Bay of Navarino, Sandy Pylos», JAS 7, 1980,σελ.187-210. E. Zangger, M.E. Timpson, S.B.Yazvenko, F.Kuhnke & J. Knauss, «The Pylos Regional Archaeological Project: Pat II: Landscape evolution and sitc preservation», Hesperia 66, 1997,σελ.554-559, six. 4, 5.

4. B. G. Trigger, History of Archaeological Thought, Cambridge University Press, Cambridge 1989, oes. 3. S. March and, «From antiquarian to archaeologist’? Adolf Furtwängler and the problem of Modern Classical Archaeologyx, in Momigliano and Antiqiiarianist 17. Foundations of the Modern Cultural Sciences, P. N. Miller, ed., The Regents of the University of California 2007, O8. 248-285.
5. Γ. Σ. Κορρέ, «Έρευνες του Ερρίκου Σλήμαν και ιδιωτών εις το Σπήλαιον του Νέστορος και τό Παλαιοναόαρίνον», εις τον παρόντα τόμον.
6. Memoirs of Heinrich Schliemann: A Documentary Portrait Drawn from his Autobiographical Writings, Letters and Excavation Reports, L. Deuel, ed., Harper and Row, N.York 1977, pp. VIII+405.
7. D. F. Easton, Schliemann’s Excavations at Troy, 1870-1873. Doctoral Thesis, University of London, 1989. Studia Troica, Monographien Band 2., hrsg. von M. Korfmann, Verlag Philipp von Zabern, Mainz am Rhein 2002, XXXIII, 419, 194 figs. Ithaque, le Peloponnèse, Troic, Recherches archéologiques par Henry Schliemann, Paris, C. Reinwald, 1869, pp. XVI+232. Ithaka, der Peloponnes und Troja: Archäologische Forschungen, Leipzig 1869, 218 SS. Photomechanischer Nachdruck der 1. Auflage =2. Unveränderte Auflage 1963, Wissenschaftliche Buchgessellschaft, Darmstadt, Vorwort zur Neuausgabe von Ernst Meyer (Neustrelitz) und Vorrede von Heinrich Schliemann, SS. XI-XXVIII + 1-218 SS). Ελληνική έκδοσις, Ερρίκου Σλήμαν Ιθάκη, Πελοπόννησος, Τροία, μτφρ. Άδωνις Σάμψων, επιμ. Στ. Σταθουλόπουλος, Εκδ. Συλλογή, Αθήνα 2009, σελ. 150.
8. Ελλά νικος, απόσπ. 64 FHG I, σελ. 53, Ιοοκράτης, Αρχίδαμος, 19, IIœva{}ryvaïzóg, 72. ALóô. XLzeALCotro iv. 68, 6. B.«W.A.McDonald, «Where did Nestor live?», AJA 46, 1942, 538. Too. 3.
9. K.O. Müller. Die Hermesgrotte bei Pylos. Hyperboreisch-Römische Studien fir Archäologie 1, 1833, CE. 310-317. A. Vergados, The Homeric Hymn to Hermes: Introduction. Text and CoInimentary, Walter de Gruyter, Berlin & Bostom 2013. 315– 316.
10. Expédition scientifique de Moréc. II. Jtiv. VII, 1, 2. Expédition Scientifique de Morée. Travaux de la Section des Sciences Physiques, Atlas, Paris 1835Tο έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά 1829 1838. A μέρος, τμήμα Φυσικών Επιστημών, Άτλας, Παρίσι 1835, επανέκδοσις, Γ. Σαϊτας, επιμ., Εκδόσεις Μελισσα, Αθήναι 2011. Πρόλ και επισυναπτόμενον ήμίτομον, Tό έργο (ώς άνω), σελ.52 εικ.3,12 (ανέκδοτο χειρόγραφο της αποτύπωσης του εύρυτέρου χώρου του Παλαιού Ναυαρίνου, σημεία U και ν «grotte dite de Nestor»).
11. Γ. Σ. Κορρέ, «Ο όρμος του Ναυαρίνου κατά την αρχαιότητα», αφιέρωμα της εφημερίδος Καθημερινή. Επτά ήμέρες. 2/10/1994. Θερμόταται ευχαριστίαι εκφράζονται διά την παλαιόθεν παρά της Διευθύνσεως της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών Αθηνών και της Διευθύνσεως της Γενναδείου Βιβλιοθήκης παραχώρησιν φωτοτυπιών τού ημερολογίου Α 15 του Ερρίκου Σλήμαν.
12. AM 14, 1889, (98. 132.
13. Γ.Σ. Κορρέ, «Έρευνες του Ερρίκου Σλήμαν και ιδιωτών» (σημ.5, ώς άνω), εις τον παρόντα τόμον.
14. BCH 20, 189ó, Gae). 388-390.

15. Ως άνω, σελ.390.

16. Ως άνω, σελ.389, εικ.2, 3 και σελ.390, εικ.4.
17. Kων. Κουρουνιώτη, «Z΄ Πύλου», AE 1912, σελ. 268. Tου ιδίου, «Πύλου Μεσσηνιακής θολωτός τάφος», ΑΕ 1914, σελ. 99-117.
18. Γ. Σ. Κορρέ, «Ερευνες του Ερρίκου Σλήμαν και ιδιωτών εις το Σπήλαιον του Νέστορος», (σημ. 5, ώς άνω) εις τον παρόντα τόμον. Το θέμα αναπτύσσεται και εις τον τόμον τών Πρακτικών του Α ́ Διεθνούς Συνεδρίου Προμυκηναϊκής και Μυκηναϊκής Πύλου Μεσσηνίας του έτους 1980 (υπό εκτύπωσιν),

19. C. W. Blegen & K. Kουρουνιώτη: «Ανασκαφή Πύλου», AE 1938 (εκδ.1940).Αρχαιολογικά Χρονικά σελ.1-16. C. W. Biegen, «Nestor’s Palace at Pylos», Illustrated London New’s CX CIV, June 3, 1939, 38. 979-981. C. W. Blegem & K. Kourouniotis, kExcavations at Pylos, 1939x, AJA 43. 1939, ajek. 557-576. W.A. McDonald AJA 46, 1942, (E. 538-545. C. W. Blegen & M. Rawson, The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia, vol. I, University of Cincinnati, Princeton 1966, ific. Ogi. 9.
20. N.C.Wilkie. «William Andrew McDonald. 1913-2000», AĴA 104, 2000,σελ.309-310. Contributions to Aegean Archaeology in Honor of William A. McDonald, N. C. Wilkie & W. D. E. Coulson, eds. Minneapolis 1985,XXVI+297,βλιογραφία/εργογραφία W.A.MDonald,σελ.XXII-XXV.
21. N. C. Wilkie AJA 104. 2000.σελ309. Eriorg, C. W. Blegen, « Excavations at Pylos. 1953». AJA 58, 1954, 32. W. A. McDonald & R, Hope Simpson, AJA 65, 1961. Ooep. 221. W.A. McDonald & R. Hope Simpson. S. & Archaeological Exploration. Register A. Prehistoric Habitation Sites», in: W. A. McDonald & G. R. Rapp, Jr., eds. The Minnesota Messenia Expedition (σημ. 1 ώς άνω), αρ. 10 (62).
22. Μ. Θεοχάρη, «Δημήτριος Ρ. Θεοχάρης (1919-1977)», εν, Πρακτικά Διεθνους Συνεδρίου γιά την αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη (Βόλος, 29 Οκτωβρίου- 1η Νοεμβρίου 1987) (Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Δελτίου, άρ.48), Αθήνα 1992, σελ. 21-25,
23. Ως άνω, σελ. 21. 24. Γ.Χ. Χουρμουζιάδη, «Θεοχάρης ο πρωτοπόρος», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου γιά την αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη (Βόλος, 29 Οκτωβρίου – 1η Νοεμόρίου 1987) (Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Δελτίου, άρ. 48), Ativo, 1992, ge. 29-37. K. Kotsak is kPaths to modernity: Dimitrios R. Theocharis and the post-war Greek prehistory», A Singular Antiquity, Archaeology and Hellenic Identity in Twentieth-Century Greece (The Benaki Museum, 3rd Supplement), D. Damaskos & D. Plantzos, eds., Athens 2008, (18. 175-183.
25. W. A. Mc Donald, AJA 46, 1942, σελ/539. W.A. McDonald & R. Hope Simpson,AJA 65, 1961, O.E. 2-12-243
26. C. W. Blegen, AJA 58, 1954,σελ. 32. B., ẽ Trioms, J. M. Cook & J. Boardman , «Archaeology in Greece, 1953», JHS 74, 1954, σελ.158,
27. Το ημερολόγιο της ανασκαφής του απηλαίου Νέστορος αποτελεί απόσπασμα του ήμερολογίου (σελ.41-71), που κατέγραψεν ο W. A. McDonald εν έτει 1953 διά την ανασκαφή του ανακτόρου και πολλών άλλων θέσεων της Πυλίας, ώς δηλούν ή σημείωση τού εξωφύλλου και το «Ευρετήριο» που παραθέτει στις πρώτες σελίδες: «This notebook is being kept by William A. McDonald, member of the staff of the U. of Cincinnati excavations at Ano Englianos, 1953. Eις το απόσπασμα περί του σπηλαίου Νέστορος θα αναφέρεται αυτόθι ώς W.A. McDonald, «Notebook, 1953: Cave of Nestor (Koryphasion)», αδημοσίευτον, εν Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.
28. Σημειωματάριο με τον τίτλο «Pylos 1953, B, Cave» επί του εξωφύλλου, άδημοσίευτον, εν Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

29. Θερμές ευχαριστίες όφείλονται στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα και στο τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Cincinnati, ιδιοκτήτη τών άρχείων της ανασκαφής του 1953, που επέτρεψαν στον καθηγ. Αδ. Σάμψων τη μελέτη και αναδημοσίευση τών αρχείων αυτών, χάριν της συνολικής δημοσιεύσεως μετά τών ευρημάτων της δικής του ανασκαφής του έτους 1980. Ευχαριστίες όφείλονται επίσης για την άδεια αναδημοσίευσης εδώ φωτογραφιών επιλεγμένων σελίδων από τα αρχεία του 1953. Οι ευχαριστίες απευθύνονται ιδιαιτέρως, εις τον παλαιότερον Διευθυντήν της Σχολής καθηγ. Stephen G. Miller διά την χορήγησιν άρχικώς το 1985, κατόπιν αιτήματος του καθηγ. Γ. Σ. Κορρέ, σχετικής άδείας, εις τον καθηγ. Jack Davis, πρώην Διευθυντήν τής Σχολής, και την Δρα Sharon Stocker. υπεύθυνην τής αναδημοσιεύσεως τών ευρημάτων από την ανασκαφήν του Πανεπιστημίου Cincinnat εις Πύλον, διά την χορήγησιν αντιγράφου τού ημερολογίου και τών σημειώσεων το 2010. Εύχαριστίες απευθύνονται επίσης orig Ag. Natalia Vogeikoff-Brogan. (ASKXA) XCi Carol Hershenson Σπουδών, Παν/μιο Cincinnati) για τη βοήθειά τους στην πρόσβαση τών αρχείων.
30. Δ. Ρ. Θεοχάρη, Νεολιθική Ελλάς, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήναι 1973.
31. Αδ, Σάμψων & Σ. Κατσαρού «Σπήλαιο Νέστορος Πύλου, 1953. Συμβολή στη βιογραφία του Δ. Ρ. Θεοχάρη από το ιστορικό τών ανασκαφών της Βοίδοκοιλιάς». Τιμητικός Τόμος εις τόν. Καθηγητήν Γεώργιον Στυλ. Κορρέν, υπό έκδoσιν.

32. W.A. McDonald and R. Hope Simpson, AJA 65, 1961, 242-243. AJA 68, 1964, osà. 229-245. AJA 73, 1969, σελ 123-177. W.A. McDonald, «The problems and the programx. Thc Minnesota Messcnia Expedition 3. N.C. Wilkie, (σημ. 20 ώς άνω) AJA 104, 2000, σελ. 309. Βλ. επίσης, J.L. Davis, S. E. Alcock, J. Bennet, Y. G. Lolos & C.W. Shelm e rdine, «The Pylos Regional Archaeological Project Part I: Overview and the Archaeological Survey ». Hesperia 66, 1997, Os). 39-494.
33. W.A.McDonald «Notebook, 1953: Cave of Nestor», σελ. 42.
34. B. xi C. W. Blegen (O. 21 ing äv} AJA 58, 1954, O8. 32.
35. Η περιγραφή τής ανασκαφής, που ακολουθεί, αποτελεί διεσκευασμένη και συνεπτυγμένη μεταγραφή τού πρωτοτύπου χειρογράφου κειμένου του W. A. McDonald, «Notebook, 1953: Cave of Nestor» (ou,27 dig divo).
36. Σημειωτέον ότι κατά την διαπίστωσιν του αειμν, καθηγητού του Πανεπιστημίου Βόννης G. Nobis, όστάρια, ανευρεθέντα εις κοιλότητα βράχου εις το νοτιοανατολικόν τμήμα του οικισμού του βορείου όραχου του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς, ανήκον εις ιππάριον είτε της Τελικής Νεολιθικής είτε της Πρωτοελλαδικής περιόδου (ανασκαφή έτους 1979 Γ. Σ. Κορρέ). Πρόλ. και εις Καστανάν (B. Hansel).
37. C.W. Blegen A.IA 58, 1954. gæð. 32.
38. Ήδη το 1975 ο W. W. Phelps κάνει ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα νεολιθικά όστρακα από το σπήλαιον Νέστορος στην άδημοσίευτη τότε διατριβή του, αργότερα δημοσιευμένη και συμπληρωμένη ώς B. Piιe1pS The Neolithic Pottery Sequence in Southern Greece (BAR Enternational Series, dig, 1259), Oxford 2004.
39. Ως άνω, σελ.73.

40. Ως άνω, σελ.74.

41. Σπ. Μαρινά του «Ανασκαφαι Πύλου (1952-60)», ΑΔ 16, 1960, Β ́, σελ.114-115. Τού ιδίου, «Ανασκαφή Πύλου», ΠΑΕ 1958, σελ. 191-192. Γ. Σ. Κορρές «Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ.1, ώς άνω), 1979/1984, σελ.7-83. Τού ιδίου, «Η προϊστορία της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ.1 ώς άνω) 1989, σελ.393-430. G.S. Korres, «Excavations in the Region of Pylos (oru.1, dog divo), 1990, σελ.1-11.
42. Γ. Σ. Κορρέ, «Ανασκαφαι ανά την Πυλίαν» (σημ.Ι, ώς άνω), ΠΑΕ 1980,175-187.

43, B. Phelps. The Neolithic Pottery Scquence (Omu. 38, ig vo), 2004, σελ. 70.
44. A. Pente deka, & Links of clay in the Neolithic Greece; the case of Platia Magoula Zarkoux, Tracing Prehistoric Networks through Technology: A Diachronic Perspective on the Aegean. A. Brysbaert. ed, London & New York 2011, oei. 106-125.
45. Δ. Ρ. Θεοχάρη, «Εκ της προϊστορίας της Ευβοίας και Σκύρου», ΑΕM VI, 1959, εικ. 9:2.6, 10,4. Α.δ. Σάμψων, «Ανασκαφή στον προϊστορικό οικισμό της Βάρκας Ψαχνών». ΑEM 21, 1977, σελ.4-60. Τού ιδίου Σκοτεινή Θαρρουνίων, 1ό σπήλαια, ό οικισμός και τό νεκροταφείο, Αθήνα 1993,σελ. 56-62.
46. H. D. Goldman, Excavations af Eutresis in Boeotia. Cambridge, Mass. 1931 six. 89. E. Kunze. Orchomenos II. Die neolitische Keramik, München 1931, Jtiv. I:2. J.L.Caskey & E.G.Caskey , «The earliest settlements at Eutresis. Supplementary excavations 1958), Hesperia 29, 1960, 131. S.S. Weinberg, Excavations at Prehistoric Elateia, 1959, Hesperia 31, 1962,186-188. A. Sampson, The Sarakenos Cave at Akraephnion, Boeotia. Greece, voi. I. The Neoliihic and the Bronze Age, University of the Aegean & Polish Academy of Arts and Sciences. Athens 2008, Je. 89103. H. TZaνella- Εν ε η Χαιρώνεια (Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, άρ. 275), Αθήναι 2012, σελ. 76.
47. Γ. Α. Παπαθανασόπουλου. Το Νεολιθικό Διρό. Σπήλαιο Αλεπότρυπα, τόμ.1. Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2011, σελ.188.
48. Μ. Κουμου ζέλη, «Η κεραμική από την Α ́ Κουβελέικη Σπηλιά Αλεποχωρίου Λακωνίας, ΑΑΑ 22, 1989. σελ. 1 44-145.
49. K. D. Viteli, Franchthi Neolithic Pottery II: The Later Ceramic Phases 3 to 5 {Excavations at Franchtni Cave. Fasc.10). Indiana University Prcss, Bloomington & Indianapolis 1999, Oygö, 5.

50. S. S. Weinberg, «Remains from prehistoric Corinth, Hesperia 6, 1937, (e. 511. J. C. Lave 7, Zi, kPrehistoric investigations at Corinth x., Hesperia 47, 1978, 402-451. E. J. Holmberg, The Swedish Excavations at Asea in Arcadia, Lund 1944, Je.41-42, 48. Α. Ντούζουγλη, Άρια Αργολίδος. Χειροποίητη κεραμική της Νεότερης Νεολιθικής και της Χαλκολιθικής περιόδου, Αθήνα 1998, σελ. 60-88. Βλ. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence, 2004, σελ.70-76. Διά το σπήλαιον Δράκαινα Πόρου Κεφαλληνίας, βλ. Γ. Στρα το ύλη, «Ανιχνεύοντας το νεολιθικό πολιτισμό στο Ιόνιο. Η συμβολή τών ανασκαφών στό Σπήλαιο Δράκαινα στον Πόρο Κεφαλονιάς», Η Προϊστορική Κέρκυρα και δευρύτερος περίγυρός της. Προβλήματα και προοπτικές. Πρακτικά ήμερίδας τιμητικής στόν Αύγουστο Σορδίνα (Κέρκυρα 17 Δεκεμόρίου 2004), Γ. Αρβανίτου – Μεταλληνού, επιμ., Υπουργείο Πολιτισμού, Κέρκυρα, 2007, σελ. 105-126.
51. L. Walker – Kosmopoulos, The Prehistoric Habitation of Corinth. I, München 1948. B. Phelps. The Neolithic Pottery Sequence, 2004, Oek, 87-88.
52. Αδ. Σάμψων, Σκοτεινή Θαρρουνίων (σημ.45, ώς άνω), 1993, σελ. 67-89. Μ. Κουμουζέλη, «Η κεραμική από την Α ́ Κουβελέικη Σπηλιά» (σημ. 48 ώς άνω), ΑΑΑ 22, 1989, σελ. 150-152 (αμαυρόχρωμη κεραμική). K. D. Vitelli, Franchthi Neolithic Pottery II, 1999, oxéö. 21-24, 30–31. N. Kυπαρίσση – Αποστολίκα, «Η Νεολιθική περίοδος του Σπηλαίου Θεόπετρας», Σπήλαιο Θεόπετρας. Δώδεκα χρόνια ανασκαφών και έρευνας, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου (Τρίκαλα, 6-7 Νοεμβρίου 1998), Ν. Κυπαρίσση – Αποστολί και εκδ. 2000,223. A. Sampsom, The Sarakenos Cave 2008, σελ. 112-152. B. Κατσιπάνου – Μαργέλη, εν, Γ. Α. Παπαθανασόπουλου, Το Νεολιθικό Διρό (σημ. 47 ώς άνω), 2011, σελ. 193-199.

53. S. Katsarou & A. Sampson, «Perspectives of symbolism and ritualism for the Late Neolithic Communities at Sarakenos Cave, Boeotiax, Stable Places, Changing Perceptions: Cave Archaeology in Greece and Adjacent Areas (BAR International Series, óg, 2558), F. Mavridis & J. Jensen, eds. Oxford 2013, O8k. 142-152. X. Kato«ρού, «Το σπήλαιο ώς δυναμικός τόπος νοημάτων και συμβολισμών στη Νεολιθική, Κριτική επανεξέταση τών στερεότυπων εξηγήσεων», Πρακτικά Β ́ Συνεδρίου Προιστορικής Αρχαιολογίας (Βόλος,4-7 Δεκεμβρίου 2008), υπό έκδoσιν.
54. J. Renard, Le site néolithique et helladique ancien de Koupho Vouno (Aegaeum 4), Liège 1989, 1998, OE. 57-59. B. Phelps. The Neolithic Pottery Sequence (σημ. 38, ώς άνω), 2004, σελ. 66.

55. Σ. Κατσαρού & Α.δ. Σάμψων , «Φάσεις I-Ι11. Η νεολιθική κεραμεική» εν Αδ. Σάμψων, Τό σπήλαιο τών Αιμνών στα Καστρια Καλαβρύτων. Μιά προϊστορική θέση στην άρεινή Πελοπόννησο (Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών αρ.7), Αθήνα 1997, σελ.211-232, Β. Κατσιπάνου- Μαργέλη, εν: Γ. Α. Παπαθανασόπουλου, Τό Νεολιθικό Αιρό (σημ.47 ώς άνω), 2011, σελ.159- 63.
56. B. Phelps. The Neolithic Pottery Sequence, σελ.116-117. Επί πλέον όλ. Αγ. Δημήτριος Λεπρέου έν: Κ. Zachos, Ayios Dhimitrios, A Prehistoric Settlement in Southwestern Peloponnese. The Neolithic and Early Heiladic Periods (BAR International Series, dig, 1770), Oxford 2008,112-113, 26-27. K. D. Vitelli, Franchthi Neolithic Pottery II, 1999, σχέδ. 43. Επίσης, διά το σπήλαιον Κουβελέικη Β. Α. Καζνέση & Σ. Κατσαρου:« Η νεολιθική κεραμική από την Β’ Κουβελέικη σπηλιά Αλεποχωρίου Λακωνίας», AAA 32-34, 1999-2001, σελ.27-36. Διά το σπήλαιον Δράκαινας Κεφαλλονιάς όλ. E.M.Χατζιώτου, Γ. Στρατούλη & Ε. Κοτζαμποπούλοι , «Η Σπηλιά της Δράκαινας. Πρόσφατη έρευνα στον Πόρο Κεφαλονιάς (1992-1993)», ΑΑΑ22, 1989, σελ.56-57. Διά το σπήλαιον Κύκλωπα Μεγανησίου Αευκάδος Α. Καζνέση, Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Ν. Ελλάδος, προσωπική πληροφόρηση,
57. S. A. Immer wahr. The Athenian Agora. XIII. The Neolithic and the Bronze Ages. Princeton 1971. Liv. 10-11. L. Karai. Céramique grossiere, Év. N. Lambert, La Grotte Préhistorique de Kitsos (Attique), Missions 1968-1978. Vols. I-II. Paris 1981, o8). 365, σχέδ. 245. Αδ. Σάμψων. Σκοτεινή Θαρρουνίων (σημ.45, ώς άνω), 1993, σελ.152-159. A. Sampson. The Sarakenos Cave, 2008,σελ. 229-232.
58. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence (ơng. 38, ởg ỡy(p). 2004, ơ8Ả. 116. Αδ. Σάμψων. Τό σπήλαιο Αιμνών (σημ. 55, ώς άνω). 1997, σελ. 321-326.
59, B. Phelps, The Neolitic Pottery Sequence, 2004,105, C. B le gens Prosynnina. The Heiladic Settlement Preceding the Argive Heraeum, vols. I-II. Cambridge Mas. 1937, 375.
60. Σ. Κατσαρού & Αδ. Σάμψων, «Φάσεις-III. Η νεολιθική κεραμεική», εν Αδ. Σάμψων, Το σπήλαιο Αιμνών (σημ.S5 ώς άνω), 1997, σελ. 234252.
61. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence, 2004, gei. 105-106. K. Zachos, Ayios Dhimitrios. 2008,σελ119, σχεδ33.
62. Th. Mavridis & L., Sgrensen. The site of Pangali, Mt. Varassova in Aitolia, and the Late Neolithic Ib in the Aegean: Social transformations and changing ideology, w; Chaikis Aitolias I. The Prehistoric Periods (Monographs of the Danish Institute at Athens vol. 7). S. Dietz & I. Mos chos, eds. Arhus 2006, oe, 124-125. S. Dietz & P. Bangsgaard, & From Final Neolithic to Early Bronze Age in central Greece. Three chronological cross-sections and a summary». in: Communities in Transition. The Circum Aegean Later Neolithic Stages (ca. 5000/4800-3200/3000 BC), Proceedings of Conference (Athens, June 7-9, 2013), S. Dietz, F. Mavridis, S. Tankosic & T. Ta kaoğlu, eds., «Kastria-Pangali Ware».
63. Ε. Μ. Χατζιώτου, Γ. Στρα το ύλη & Ε. Κοτζαμποπούλου, «Η Σπηλιά της Δράκαινας» (σημ. 56, ώς άνω), ΑΑΑ 22, 1989, σελ. 31-60, ιδία σελ.56.
64. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence, 2004, ge.114: «O.B.M. Straight 1». B. Κατσιπάνου – Μαργέλη, εν, Γ.Α.Παπαθανασόπουλου, Το Νεολιθικό Διρό (σημ.47 ώς άνω), 2011, σελ.165-166.
65. S. A. lmmer wahr, The Athenian Agora, XIII (đg čvo), 1971, Ttiv. 12:271172. N. Lambert, La céramique néolithique, Èv: La Grotte Préhistorique de Kitsos, 1981,316,226-228, K. Zachos, Ayios Dhimitrios, 2008, σελ106. K. D. Vitelli, Franchthi Neolithic Pottery II (49.ώς άνω), 1999, σχέδ.61d. B. Κατσιπάνου- Μαργέλη, εν, Γ.Α.Παπαθανασόπουλου,  Νεολιθικό Διρό (σημ.47 ώς άνω), 2011, σελ.177.
66. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence (or.38, dig civico), 2004,118-119.
67. Πρόλ. Αδ. Σάμψων, Σκοτεινή Θαρρουνίων (σημ.45 ώς άνω), 1993, σελ.160, όπου και ή σχετική βιβλιογραφία.
68. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence , 2004, σελ.109-111, όπου προκύπτει ή χρονολογική τους σχέση με την υστέρα Νεωτέρα Νεολιθική και ή συνέχειά τους εντός της Τελικής Νεολιθικής. Συνηθίζονται ιδιαιτέρως σε βαθειά ανοικτά άγγεία της Τελικής Νεολιθικής εις τα σπήλαια Κούμελο και Αγ. Γεώργιος Καλυθιών Ρόδου και εις το Γυαλί της Νισύρου. Βλ. Αδ. Σάμψων, Η Νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα, ΤΑΠΑ, Αθήνα 1987, πίν.32 και130. Του ιδίου, Η Νεολιθική κατοίκηση στό Γυαλί της Νισύρου, Αθήνα 1988, πίν.69,69 α,β.
69. B. Phelps, The Neolithic Pottery Sequence (or. 38, dog i.vco), 2004, Q8x. 119. Ευρίσκονται με μεγάλη συχνότητα στα πιθοειδή άγγεία και «υδρίες» της Αλεπότρυπας, Β. Κατσιπάνου – Μαργέλη, εν, Γ. Α. Παπαθανασόπουλου, Τό Νεολιθικό Διρό (σημ. 47, ώς άνω), 2011, σελ. 185-186. Ωστόσον, από άλλες θέσεις, π.χ. τα σπήλαια Σκοτεινής Θαρρουνίων και Σαρακηνού, απουσιάζουν,
70. B. Phelps. The Neolitic Pottery Sequence, 2004, 112-113, 114-115, 117-118. Από το υλικό του σπηλαίου Νέστορος απουσιάζουν τα «rolled rims» που είναι ύστερο χαρακτηριστικό. Η απουσία τους υποδηλώνει, ενδεχομένως, ότι ή χρήση του σπηλαίου στην Τελική Νεολιθική εντοπίζεται στην πρώιμη φάση της περιόδου,
71. Α. Μαρή «Αγγεία με στιλόωτή διακόσμηση», εν Αδ. Σάμψων, , (38). 135-152, B.Phelps. The Neolithic Pottery Sequence (σημ. 38, ώς άνω), 2004, σελ. 106-108.
72. Γ. Σ. Κορρέ «Εργασίαι, έρευναι και ανασκαφαι ανά την Πυλίαν», ΠΑΕ1977,250, εικ.4, πίν, 1486.
73. Γ.Σ.Κορρέ, «Το χρονικών τών ανασκαφών της Βοίδοκοιλιάς»(σημ.1. ώς άνω),1979/84, σελ.7, 34-35,
74. W. A. McDonald, KNotebook, 1953: Cave of Nestory, σελ. 69,
75. Ig6. J. L. Caskey, «The Early Helladic Period in the Argolid”, Hesperia 29, 1960, σελ.285-303, p. 69d (Lerina).

76. C. Athanassa S. Y. Bassiakos, G. A. Wagner & M. E. Timpson, kExploring paleogeographic conditions at two Paleolithic sites in Navarino, Southwest Greece, dated by Optically Stimulated Luminescence», Geoarchaeology 27, 2012, (YE. 237-258.
77. W. A. McDonald & R. Hope Simpson. AJA 65, 1961, σελ. 243.
78. Γ. Σ. Κορρέ , «Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ. 1, ώς άνω), σελ. 38.

79. W. A. McDonaid & R. Hope Simpson, (om.1, číg čvo) AJA 65, 1961, σελ. 243. Ο λόφος, καλείται λόφος Αγίου Νικολάου, άν και το παρεκκλήσιον αυτό του νεκροταφείου του προς Βορράν χωρίου Πετροχώρι εύρηται μετά τον λόφον, ό οποίος επιστέφεται κατά τον τελευταίον αιώνα άπό το εκκλησίδιον του Προφήτου Ηλία.
80. W. A. McDonald & R. Hope Simpson, AJA ’73, 1969, σελ.155, άρ.75C (Longa) ή Λογγά.
81. T. J. Wilkenson & S. T. Duhon , Franchthi Paralia, the Sediments, Stratigraphy and Offshore Investigations (Excavations at Franchthi Cave, Greece, fasc. 6), Indiana University Press. Bloomington & Indianapolis 1990. A 8. Scity (Σκoτεινή Θαρρουνίων (σημ.45, ώς άνω), 1993, σελ.225-232. Α. δ. Σάμψων, Τό σπήλαιο Λιμνών (σημ.55 ώς άνω), 1997, σελ.331-332. Γ. Α. Παπαθανασόπουλου, Το Νεολιθικό Διρό (σημ.47 ώς άνω), 2011, σελ.40.
82. W. A. McDonald & R. Hope Simpson,  AJA73, 1969, σελ. 158, αριθ. 77D, σελ.167.
83. Ως άνω. σελ. 145, αριθ. 36, σελ. 164, πίν. 44, 46, 84. Ως άνω, σελ. 156, 85. W. A. McDonald & R. Hope Simpson, AJA 65, 1961, ce. 243. Γ. Σ. Κορρέ- «Τό χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ.1, ώς άνω), 1979/1984, σελ.17. 39-40 (επίχωση δαπέδου), 23-29 (δρόμος), 54, 66-67 και 74 (τύμβος). Του ιδίου, ΠΑΕ 1976-1983.
86. W.A. McDonald & R. Hope Simpson, (dios favo) AJA 65, 1961, oe. 242-243, εικ. 10. Γ. Σ. Κορρέ, «Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ. 1, ώς άνω), 1979/1984, σελ. 25
87. J. Rambach , «Ρωμανός Πυλίας. Νέα στοιχεία κατοικήσεως από την ΠE έως την Ελληνιστική εποχή», εις τον παρόντα τόμον,
88. Γ.Σ.Κορρέ,«Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοίδοκοιλιάς»(σημ.1,ώς άνω),1979/84, σελ.41-44.
89. Γ. Σ. Κορρέ , «Ανασκαφαι ανά την Πυλίαν», ΠΑΕ 1980, σελ. 174-175 (τύμβος Β).
90. Γ. Σ. Κορρέ «Ανασκαφή Βοϊδοκοιλιάς», ΠΑΕ 1981, σελ. 240 (νησίς Πύλος).
91. Σπ. Μαρινάτου, «ΑνασκαΦαι εν Πύλω» ΠΑΕ 1956, σελ. 202-203. ΠAE 1958, 184-187, ativ. 143–146., «Ανασκαφαι Πύλου (1952-60)». AΔ 16, 1960, Β, σελ.114-115. Sp, Marinatos & M. Hirmer, Kreta, Thera und das Inykenische Hellas, 2. überarbeitete und erweiterte Auflage, München 1973/76, Κρρέ, «Έρευναι και ανασκαφα ανά την Πυλίαν», ΠΑΕ 1978, σελ. 334-340. Του ιδίου, «Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ. 1, ώς άνω), 1979/1984, σελ. 7-64.

92, Γ. Σ. Κορρέ. «Το χρονικόν τών ανασκαφών της Βοϊδοκοιλιάς» (σημ. 1, ώς άνω), 1979/1984, σελ. 47-64, 69-79,
93. Εργαν 1977 σελ.133,135-138. Γ. Σ. Κορρέ, «Εργασίαι, έρευναι και ανασκαφή ανά την Πυλίαν», ΠΑΕ 1977, σελ.267 288. Δέπα άμφικύπελλα εις τύμσδον Α Βοϊδοκοιλιάς, εις τύμβον Καλογεροπούλου εις Ρούτση, στα Καστρούλια (MEI), άλλά και εις θολωτόν τάφον Οσμάναγα, Κορυφασίου, τάφος Κεφαλοβρύσου εις Βαλιμίδια Χώρας (τέλη μεσοελλαδικής εποχής), εις θολωτόν τάφον Τουρλιδίτσας Σουληναρίου Πυλίας, ώς και ήθμωτά άγγεία εις περίκλειστον τάφονεύθυς εκτός του τύμβου Α ́ Βοϊδοκοιλιάς και εις το κενοτάφιον τύμβου Καλογεροπούλου eig PoúTor.
94. Σ. Κατσαρου: «Υστεροελλαδικά ευρήματα από το σπήλαιο Σκοτεινή Θαρρουνίων», έν: A δ, Σάμψων Σκοτεινή Θαρρουνίων (σημ. 45, ώς άνω), 1993, Os). 314-322. A. Sampson, The Sarakenos Cave. Σχετικά με το σπήλαιον του Ελικώνος, ευχαριστίες όφείλονται εις την ανασκαφέα του σπηλαίου, Επίτιμον Γεν. Διευθύντρι αν Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Δρα Β. Βασιλοπούλου διά την πληροφορία.
95. E. Meyer (Zürich), Messenien und die Stadt Messene, Supplement-Band XV der Realencyclopädie von Pauly-Wissowa, Alfred Druckenmüller Verlag, München 1978. Sp. 231.34-233.36.
96, Γ. Σ. Κορρέ, «Ανασκαφή Πύλου», ΠΑΕ 1977, σελ. 230-233. Του ιδίου, λ. «Μεσσηνία», ΜΣΕ 21, 1980/81 σελ. 461. Τού ιδίου, λ. «Οσμάναγα». ΜΣΕ 26, 1981, o&A. 8.
97. Σπ. Μαρινάτου ΠAE1959,176-177. Κορρέ, …«Koυκουνάρα», ΜΣΕ 18, 1981, σελ.272-273,
98. Γ. Σ. Κορρέ, «Ανασκαφή Πύλου», ΠΑΕ 1975, σελ.494-497. 99. Σπ. Μαρινάτου «Ανασκαφαι εν Πύλφ », ΠΑΕ 1956, σελ. 202-203. Βλ. ετήσιες ανασκαφικές εκθέσεις υπό Γ. Σ. Κορρέ εν ΠΑΕ 1975, σελ. 512-514, ΠΑΕ 1976, osi. 254-265, ПАE 1977,242-295, НАE 1978.334-360, ПАE 1979. σελ. 138-155. Επίσης, Γ. Σ. Κορρέ, λ. «Βοϊδοκοιλιά», MΣΕ 5 Ιαν-Φεβρ. 1979, ojE). 658-659,
100. Σπ. Μαρινά του, Εργον 1958, σελ. 148-150. Του ιδίου, «Ανασκαφή Πύλου», ΠΑΕ 1958, σελ. 184-187.
101. Ν. Γιαλούρη, «Ελληνιστικόν Νεκροταφείον Γιαλόόης Παλαιοναυαρίνου (Κορυφασίου)», AΔ 21, 1966, B 1 Χρονικά, σελ. 164-165, σχέδ. 1.

102. Ν. Καλτοά, «Από τα ελληνιστικά νεκροταφεία τής Πύλου», ΑΔ38, 1983, Meistes, 1-77,
103. Επισημανθείς υπό Σοφίας Α. Ταράντου,
104. Γ. Σ. Κορρέ. «H προβληματική διά την μεταγενεστέραν χρήσιν τών μυκηναϊκών τάφων Μεσσηνίας» (ώς άνω), 1981182 σελ. 363-375, 394 397. 416-418. E. Πρωτον ο ταρίου – Δεϊλάκη, Οι τύμδοι του Άργους, Αθήνα 1980 (επανέκδοση Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος, Αθήνα 2009), OJE. 315-318.
105. IIgö7. xCi G, Nobis «War die Höhle des Nestor bei Pylos/Mess, ein antiker Rinderstäil?», Tier ind MuseuIII. Mitteilungen der Gesellschaft der Freunde und Förderer des Museums Alexander Koenig– Bonn e.V., Juni 1994, Band 4, Heft 1, SS. 15-19 xoi D. Frame. HIPPOTA NESTOR. Washington D.C. 2009, oJoράδην διά το θέμα της καθόδου τών Νηλειδών.
106. C. W. Blegen, AJA 58. 1954 32.

aristomenismessinios.blogspot.com

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.