Αφιερώματα

1821: Η πολιορκία του Ναυαρίνου και η σφαγή που ακολούθησε

Πολύ πριν δοθεί η αποφασιστική ναυμαχία που εν πολλοίς έκρινε την τύχη της Επανάστασης, στο Ναυαρίνο έλαβε χώρα μία πολιορκία μετά την οποία ακολούθησε σφαγή.

Οι πολιορκίες και των δύο περιοχών ξεκίνησαν στο τέλος του μήνα Μαρτίου του 1821, αφού η Επανάσταση είχε ξεσπάσει σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Στο Νεόκαστρο είχαν κλειστεί εκτός των Τούρκων της πόλης και οι Τούρκοι της Κυπαρισσίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών γυναικοπαίδων, ενώ και οι πολιορκητές των δύο κάστρων προέρχονταν και από τις γειτονικές περιοχές της Τριφυλίας και της Κυπαρισσίας.

Με την είδηση της πολιορκίας κινήθηκαν προς την περιοχή επίσης οι Κουμουνδουράκηδες, ο Παπαφλέσσας, οι Καπετανάκηδες και ο Παπατσώνης. Με την προτροπή των πολιορκητών της Τριφυλίας ζητήθηκε να ενισχυθεί η πολιορκία, με αποτέλεσμα να συγκροτηθεί η λεγόμενη Γενική Φροντιστική Εταιρεία που ανέλαβε τη διοίκηση και την οικονομία της πολιορκίας με Πρόεδρο τον Αμβρόσιο Φραντζή στη θέση του Προέδρου και μέλη της τους Κορακόπουλο, Αναστασόπουλο και Πονηρόπουλο.

Οι Τούρκοι αρχικά της Τριφυλίας κατευθύνθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους στο οχυρό του Νιόκαστρου και αφού άφησαν τα γυναικόπαιδα στο εσωτερικό του, επιχείρησαν να κινηθούν προς την περιοχή της Τριφυλίας. Εκεί συναντήθηκαν με όσους είχαν ξεσηκωθεί από την περιοχή και κατευθύνονταν και αυτοί προς τον Νιόκαστρο. Η πρώτη αυτή αναπάντεχη συνάντηση τους έκανε να επιστρέψουν στο ισχυρό φρούριο. Η ελληνική δύναμη υπερέβαινε συνολικά τους 1.600 επαναστατημένους στρατιώτες, ενώ κατευθύνθηκε προς το οχυρό και ο εμβληματικός επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος με 160 Μεθωναίους και με τους οπλαρχηγούς Γεωργακόπουλο και Οικονομίδη. Ο Γρηγόριος ανακηρύχθηκε σε αρχηγό της πολιορκίας.

Την περίοδο που ακολούθησε το Πάσχα το στρατόπεδο των πολιορκητών διαλύθηκε και άδειασε. Έτσι, όσοι βρίσκονταν ως πολιορκητές απομακρύνθηκαν και επέστρεψαν στα πατρογονικά εδάφη για να γιορτάσουν τις μέρες της χριστιανικής γιορτής. Αυτό το γεγονός το αντιλήφθηκαν οι πολιορκούμενοι Τούρκοι (περίπου εξακόσιοι) και αποφάσισαν να διαφύγουν κάνοντας επιθετική έξοδο την Δευτέρα του Πάσχα 11 Απριλίου.

Οι Τούρκοι μετά από λυσσώδη αντίσταση των λιγοστών Ελλήνων που είχαν διαμείνει στις θέσεις τους, καθηλώθηκαν λόγω του βραχώδους σημείου και εκτίμησαν ότι έρχονταν σημαντικές δυνάμεις προς βοήθεια των εχθρών τους. Η μόνη βοήθεια που ήρθε ήταν ο Ντούφας με λίγους ακόμα άνδρες από τη γειτονική Μεθώνη. Μόλις εμφανίστηκε, όλοι μαζί πια βγήκαν από τις πρόχειρες οχυρώσεις τους και όρμησαν εναντίον του εχθρού. Η φυγή των Τούρκων ήταν άμεση και γρήγορη αν με λιγοστές απώλειες αναγκάζοντας τους να οπισθοχωρήσουν και να κλειστούν εκ νέου στο οχυρό. Όσοι από τους Έλληνες είχαν επισκεφτεί τα σπίτια τους για τις μέρες του Πάσχα πληροφορήθηκαν τις συγκρούσεις και επέστρεψαν στις αρχικές τους θέσεις, ενώ και η έλευση του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη με εκατόν είκοσι Μανιάτες ισχυροποίησε επιπλέον τη θέση των πολιορκητών.

Η ανάγκη αποκλεισμού και από τη θάλασσα ήταν αναγκαία για να επισπευστεί η παράδοση των Τούρκων που βρίσκονταν στο εσωτερικό του. Μετά την έκκληση των πολιορκητών, ήρθαν δύο σπετσιώτικα πλοία από την Μονεμβασιά που είχαν μεταβεί προσωρινά. Ο αποκλεισμός με τα πλοία έφερε αποτέλεσμα και γρήγορα τα τρόφιμα των πολιορκημένων Τούρκων εξαντλήθηκαν. Έως τις αρχές Ιουλίου οι αποκλεισμένοι είχαν φτάσει σε απελπισία.

Την 8η Ιουλίου κατάφεραν δύο Τούρκοι να απομακρυνθούν με μικρό πλοιάριο. Στις 15 Ιουλίου οι Τούρκοι ζήτησαν βοήθεια από τη γειτονική Μεθώνη σε τρόφιμα, ύστερα όμως από την παρέμβαση των δύο σπετσιώτικων πλοιαρίων που αντιλήφθηκαν τι συνέβη, το πλοίο από την Μεθώνη δεν κατάφερε να δέσει στο λιμάνι και να ξεφορτώσει τα τρόφιμα που μετέφερε, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη γειτονική πόλη.

Η απώλεια αυτής της βοήθειας οδήγησε τους αποκλεισμένους Τούρκους της πόλης του Νεόκαστρου να κρατήσουν για τον εαυτό τους τα λιγοστά τρόφιμα και να μην τα μοιράσουν σε όλους τους Τούρκους. Η μόνη επίσης δυνατότητα ύδρευσης ήταν μέσα από πηγάδια, διότι το υδραγωγείο το στο μεταξύ το είχαν καταστρέψει οι πολιορκητές. Για να αντιμετωπίσουν τη δύσκολη κατάσταση σε σχέση με την ύπαρξη νερού ακολούθησαν την ιδέα του Αυστριακού προξένου που είχε αποκλειστεί μαζί τους να συγκεντρώσουν νερό από τη θάλασσα και να το αποστάζουν, ωστόσο πολλαπλά προβλήματα υγείας που δημιουργούσε αυτή η τακτική επέτεινε την ψυχολογική πίεση στους αποκλεισμένους.

Στη συνέχεια επιχειρήθηκε να κατέβει ένας Τούρκος, ονόματι Μούρτος, κάτω από το τείχος για να μεταβεί στην Τριπολιτσά και να ειδοποιήσει τους ομοεθνείς του, αλλά οι Έλληνες τον συνέλαβαν. Λόγω της πολύ δύσκολης κατάστασης, εκατόν είκοσι πέντε Τούρκοι από την Κυπαρισσία αναγκάστηκαν να βγουν από το κάστρο, να παραδοθούν ζητώντας έλεος. Από όσους βγήκαν, οι γέροντες και οι γυναίκες μοιράστηκαν στα χωριά, ενώ οι υπόλοιποι αποκλείστηκαν στο φρούριο της Κυπαρισσίας, όπου και σφαγιάστηκαν λίγες μέρες αργότερα. Ακολούθησαν άλλοι εξήντα Τούρκοι άνδρες οι οποίοι φορτώθηκαν και αποβιβάστηκαν στο Χελωνάκι, το μικρό νησάκι στο κέντρο του λιμανιού, και εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους. Τα μόνα πρόσωπα που κατάφεραν να διασωθούν ήταν οι προσωπικοί φίλοι του Γρηγορίου Μεθώνης Μουλά Χαλήλ και Μεχμέτ Αγάς, οι οποίοι τέθηκαν υπό την προστασία του.

Διαπραγμάτευση

Σε όσους Τούρκους παρέμεναν αποκλεισμένοι στο εσωτερικό του οχυρού δεν έμενε καμία άλλη επιλογή από την παράδοση. Όμως αποφάσισαν να διαπραγματευτούν τους όρους αυτής με τον αρχηγό των πολιορκητών Γρηγόριο Μεθώνης. Παράλληλα στάλθηκε αίτημα προς τον Δημήτριο Υψηλάντη που μόλις είχε φτάσει στην Πελοπόννησο και ζήτησαν να αποσταλεί εκπρόσωπος του ιδίου για να διαπραγματευτούν με αυτόν.

Όμως οι πολιτικοί δεν άφησαν τον Υψηλάντη να στείλει άνθρωπο της αρεσκείας του μόνο για την διαπραγμάτευση, και έτσι τον Τυπάλδο συνόδευε και ο Πονηρόπουλος, ως εκπρόσωπος της πολιτικής πτέρυγας. Σκοπός βέβαια αυτής της κίνησης ήταν η μείωση του κύρους του Υψηλάντη και της αρχής και της ενίσχυσης των επιμέρους τοπικών εξουσιών.

Οι Πονηρόπουλος και Τυπάλδος, κινήθηκαν και προσέγγισαν την περιοχή κατά τις αρχές Αυγούστου του 1821, προσκομίζοντας έγγραφα που είχαν όρους που αναφέρονταν στην παράδοση του οχυρού, αλλά και στη διάσωση και σωτηρία των εγκλεισμένων. Οι δύο άνδρες δεν φαίνεται να είχαν μεταξύ τους και τις καλύτερες σχέσεις, από τη στιγμή κατά την οποία ο Πονηρόπουλος άρχισε να υπονομεύει τις κινήσεις και τις ενέργειες του Τυπάλδου γεγονός που είχε ως συνέπεια οι περισσότεροι των οπλαρχηγών να παρακάμψουν την παρουσία του Τυπάλδου και να αρχίσουν να διαπραγματεύονται μόνοι τους με τους Τούρκους.

Η βάση της διαπραγμάτευσης ήταν να παραδοθούν και να επιβιβαστούν σε πλοία για να μεταβούν σώοι στην Τύνιδα. Τότε με το πρόσχημα να πείσει τους εκεί ναυτικούς, απέστειλαν τον Τυπάλδο στην Καλαμάτα, ύστερα και από την πίεση που τους ασκούσε ο Πονηρόπουλος, προκειμένου να έλθουν στην περιοχή για να μεταφέρουν τους Τούρκους. Απώτερος σκοπός όμως ήταν η απομάκρυνση του Τυπάλδου από την περιοχή για να παραδοθούν σε αυτούς και όχι στον εκπρόσωπο του Υψηλάντη.

Απόσπασμα από τη συνθήκη στις 7 Αυγούστου 1821

«…εσυμφωνήσαμεν με κατά μέρος αμοιβαία γράμματα και μας επαράδωσαν το κάστρο. Και ημείς από το άλλο μέρος φιλανθρώπως τους εσυμφωνήσαμεν ελεύθερον απέρασμα ξηράς και θαλάσσης με όλα τους τα υπάρχοντα, εκτός των αρμάτων να τους υπάγωμεν όθεν ο καθείς ηθέλησε».

Υπήρξε ωστόσο και δεύτερο έγγραφο με το οποίο καλούσαν τους Τούρκους να παραδοθούν και να επιβιβαστούν στα πλοία που υπήρχαν στο λιμάνι και αυτά ήταν του Ανδρούτσου, του Δενδρολιβάνου και του Μπόταση. Η καθυστέρηση της μεταφοράς των πραγμάτων τους στα πλοία προκάλεσε ένα είδος εκνευρισμού στους Τούρκους και όταν διαπίστωσαν ότι τα κείμενα που θα υπέγραφαν δεν είχαν την σφραγίδα του Υψηλάντη όπως είχαν αρχικά ζητήσει, αλλά της τοπικής Γερουσίας και της Εφορείας δια του Φραντζή, άρχισαν να δυσανασχετούν.

Η προσμονή της παράδοσης των Τούρκων του φρουρίου είχε σημάνει συναγερμό με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν γύρω από αυτό περισσότεροι από 3.000 Έλληνες. Στις 8 Αυγούστου πριν ακόμα ολοκληρωθεί η συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές, υπήρξε ένταση στο γειτονικό φρούριο της Μεθώνης όταν επιχείρησαν έξοδο από το κάστρο οι αποκλεισμένοι Τούρκοι. Μόλις ειδοποιήθηκαν οι πολιορκητές του Νεόκαστρου κλήθηκαν να παρέμβουν, διότι θεωρήθηκε ότι με αυτόν τον τρόπο θα διαλυόταν η όποια συμφωνία των δύο πλευρών. Τότε κινήθηκαν εναντίον τους δυνάμεις γύρω από τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και μόλις τους αντίκρυσαν, επιτέθηκαν αναγκάζοντας τους να επιστρέψουν στο κάστρο. Όμως άρχισαν οι κανονιοβολισμοί από την πλευρά των πολιορκούμενων, επιχειρώντας εκ νέου μεγάλη έξοδο σκοτώνοντας τον ίδιο τον Μαυρομιχάλη και ορισμένους από τους γενναίους άνδρες του.

Ο θάνατος του Μαυρομιχάλη αλλά και των ανδρών του οδήγησε τους επιτιθέμενους στο Νεόκαστρο να ξεχάσουν την όποια συμφωνία, και ο Πονηρόπουλος με εκατό περίπου άνδρες εισήλθε στο κάτω μέρος του κάστρου σηκώνοντας την ελληνική σημαία. Τότε, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν, διότι φοβήθηκαν ότι θα μπορούσαν οι επαναστατημένοι να εισβάλλουν κάνοντας γενική έφοδο. Την άλλη μέρα (9 Αυγούστου) το πρωί άρχισαν να εξέρχονται από το φρούριο για να επιβιβαστούν στα πλοία όπως έλεγε η συμφωνία, την οποία θεωρούσαν ακόμα σε ισχύ.

Δύο από τους επαναστάτες με καταγωγή την Τριφυλία αποφάσισαν να βρουν ποιος από το πλήθος των Τούρκων σκότωσε έναν χριστιανό ιερέα, προκαλώντας αναταραχή. Τότε, το μαινόμενο οπλισμένο πλήθος έπεσε με μανία εναντίον των Οθωμανών με αποτέλεσμα εντός ολίγης ώρας να ολοκληρωθεί το δράμα. Ελάχιστοι κατάφεραν να διασωθούν από τη μανία των εξεγερμένων.

*Ο Στάθης Κουτρουβίδης είναι ιστορικός.

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.