Αγροτικά

«Η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι ο λαχανόκηπος της Ευρώπης»

H Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις να είναι ο λαχανόκηπος της Ευρώπης, τονίζει στην «Ύπαιθρο Χώρα» ο Κωνσταντίνος Ακουμιανάκης, καθηγητής στο Eργαστήριο Kηπευτικών Καλλιεργειών του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. «Από την άλλη», συμπληρώνει, «όταν το είχα πει ξανά αυτό, έπεσαν όλοι να με φάνε: “Τι; Θα είμαστε εμείς οι υπηρέτες των Ευρωπαίων;”, με κατηγόρησαν. Μα σε αυτό μπορούμε να είμαστε οι καλύτεροι, έχουμε τις προδιαγραφές, κλίμα, έδαφος, να είμαστε οι καλύτεροι», προσθέτει. «Όμως εμείς, αντί να φυτέψουμε σε όλα τα εύφορα εδάφη και στις πεδιάδες μας κηπευτικά και να κάνουμε εξαγωγές, προτιμούμε να βάζουμε βαμβάκι, γιατί για πολλά χρόνια μάθαμε στις επιδοτήσεις» καταλήγει.

«Το δικό μας μαρούλι και όλα τα φυλλώδη λαχανικά που καλλιεργούνται στην Ελλάδα έχουν πολύ λιγότερα νιτρικά από ό,τι τα κηπευτικά άλλων χωρών, γιατί εμείς έχουμε ήλιο. Μόνο αυτό να προβάλαμε, θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε πολύ τις εξαγωγές μας», τονίζει. Ο καθηγητής εξηγεί ότι οι ελληνικές εξαγωγές κηπευτικών στοχεύουν σε χώρες όπου οι τιμές είναι χαμηλές «γιατί αυτό μας βολεύει, δεν χρειάζεται να κάνουμε κόπο για συγκεκριμένη ποιότητα και τήρηση προδιαγραφών. Αντίθετα, στη συνέχεια εισάγουμε κηπευτικά σε υψηλότερες τιμές».

Πριν από μία πενταετία, κοιτώντας τα στοιχεία, θυμάται ότι είχε σοκαριστεί βλέποντας την Ελλάδα να εισάγει πολλούς τόνους καρότα… από τη Γερμανία. «Δεν είμαστε αυτάρκεις στα καρότα, σκέφτηκα, αν είναι δυνατόν. Εκείνη τη χρονιά είχαμε κάνει εξαγωγή καρότα μικρές ποσότητες σε Βουλγαρία, Ρουμανία, Σκόπια, σε τιμές 16 λεπτών το κιλό. Αντίστοιχα, είχαμε εισάγει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες καρότων από τη Γερμανία, σε διπλάσιες τιμές».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που υπάρχει στην ελληνική αγροτική παραγωγή είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή, το έλλειμμα της εκπαίδευσης και ενημέρωσης.

«Στην Ελλάδα, το 7% των αγροτών έχουν λάβει κάποια μορφή εκπαίδευσης, την ίδια στιγμή που η αγροτική οικονομία παίζει σημαντικό ρόλο για τη συνολική οικονομία της χώρας. Αντίθετα, σε άλλες χώρες, η πλειονότητα των ανθρώπων που ασχολούνται με την αγροτική παραγωγή έχει εκπαιδευτεί, για αυτό και ενημερώνονται διαρκώς», τονίζει ο κ. Ακουμιανάκης.

Η εκπαίδευση θα μείωνε το κόστος παραγωγής, γιατί οι αγρότες θα χρησιμοποιούσαν ορθολογικά τα μέσα που διαθέτουν για την παραγωγή τους και θα έφτιαχναν περισσότερο ποιοτικά και ανταγωνιστικά προϊόντα, τα οποία βέβαια θα μπορούσαν να πουλήσουν σε ακριβότερες τιμές, στοχεύοντας σε καλύτερες αλλά και πιο απαιτητικές αγορές.

Το παράδειγμα της ντομάτας

Τα τελευταία χρόνια, μετά τη δυσαρέσκεια που υπήρξε για τη χαμένη γεύση της ντομάτας, οι διεθνείς σποροπαραγωγικοί οίκοι στράφηκαν στη δημιουργία υβριδίων, τα οποία να δίνουν ντομάτες με «ντοματένια» γεύση και υψηλή διατροφική αξία. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, γεύση και διατροφική αξία, αποτελούν πλέον τα δύο πιο σπουδαία «προσόντα» για κάθε νέο υβρίδιο που βγαίνει στην αγορά. Έτσι, για παράδειγμα, από τα μικρά ντοματάκια τσέρυ περάσαμε στα βελανίδια, που έχουν περισσότερη σάρκα, και μετά ήρθαν τα σκούρα και λίγο μεγαλύτερα ντοματάκια.

Στην Ελλάδα, που δεν υπάρχει έρευνα στον τομέα της σποροπαραγωγής, οι αγρότες υιοθετούν τις προτάσεις του τοπικού γεωπόνου. Εφόσον πετύχει η προσπάθεια μερικών, τα νέα διαδίδονται εύκολα και γρήγορα, από στόμα σε στόμα. «Παλαιότερα γινόταν αξιολόγηση των υβριδίων από το ΕΘΙΑΓΕ και έτσι υπήρχε “επίσημη θέση”-πρόταση από το κράτος για το κάθε υβρίδιο που έφτανε στην ελληνική αγορά. Τώρα, όμως, τα υβρίδια είναι πάρα πολλά και συνέχεια βγαίνουν καινούργια, που πρακτικά είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί τέτοια αξιολόγηση», εξηγεί ο κ. Ακουμιανάκης.

Η γεύση της ντομάτας εξαρτάται και από τον τρόπο και τις συνθήκες καλλιέργειας
ΤΟ μεγαλύτερο πρόβλημα που υπάρχει στην ελληνική αγροτική παραγωγή είναι, σύμφωνα με τον καθηγητή, το έλλειμμα της εκπαίδευσης και ενημέρωσης

Όμως, η επιτυχία ενός υβριδίου στο χωράφι, αν δηλαδή ο καρπός που θα προκύψει θα έχει τα επιθυμητά χαρακτηριστικά, εξαρτάται και από άλλους παράγοντες.

«Η γεύση της ντομάτας εξαρτάται και από τον τρόπο και τις συνθήκες καλλιέργειας. Πολλές φορές οι παραγωγοί “βιάζουν” τα φυτά με περισσότερη λίπανση και πότισμα, με αποτέλεσμα να δίνει καρπούς χωρίς καλά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά», μας λέει. Παράλληλα, βέβαια, μπορεί η στρεμματική απόδοση να έχει αυξηθεί, οπότε θεωρητικά και τα κέρδη θα είναι περισσότερα, ωστόσο και τα έξοδα καλλιέργειας, λόγω της αύξησης των εισροών, θα έχουν αυξηθεί. Όταν λοιπόν ο παραγωγός κάνει ταμείο, τελικά το καθαρό κέρδος του είναι μικρότερο.

Ξαναγυρίζουμε στην εκπαίδευση… η οποία πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες και τις δυνατότητες των εκπαιδευόμενων. «Δεν έχει νόημα να βάζουμε τους αγρότες στα θρανία και να τους μιλάμε για τη φυσιολογία του φυτού», καταλήγει ο καθηγητής.

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *