ΑφιερώματαΤοπικά Νέα

Οι Γαργαλιάνοι με τα μάτια ενός Λογοτέχνη 1929

Από τα Τετράδια Ιστορίας , του Παναγιώτη Α. Κατσίβελα , ιατρού.

 

Ο Νικόλαος Γκινόπουλος φιλόλογος και λογοτέχνης γράφει στον Περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» μια σειρά άρθρων με τίτλο « Ελληνικά ταξείδια» τις εντυπώσεις του από τα προσωπικά του ταξείδια . Ένα απ’ αυτά είναι η επίσκεψή του στους Γαργαλιάνους .

Τα Ελληνικά Γράμματα (1927-1930) ήταν αθηναϊκό, δεκαπενθήμερο περιοδικό (24 x 17 εκ.), και από το τεύχος 46 εβδομαδιαίο, “Τέχνης, Μελέτης και Ελέγχου” (28 x 21 εκ.), με διευθυντή τον Κωστή Μπαστιά, (1901-1972). Κυκλοφορούσε από τις 15 Ιουνίου 1927 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1930.

Οι Γαργαλιάνοι .

Από τα Φιλιατρά έως τους Γαργαλιάνους είναι δύο ωρών ταξίδι με άμαξα-δύο ωρών γοητευτική απόλαυση , ψυχής αναγάλλιασμα . ματιών χαρά! Κολυμπάτε σ’ ένα μακρύ και πράσιν’ όνειρο …Γύρω σας η φύση γελά γεμάτη γλύκα χαρά και ζωή . Σταφίδες και αμπέλια και δάση απ’ ελιές , που τα κλαδιά τους γέρνουν με χάρη κατάφορτα απ’ τον καρπό . Στάχυα ολόχρυσα λικνίζονται απαλά στο μυρωμένο αγέρι της αυγής. Δεξιά κι’ ανάμεσα στα πράσινα φυλλώματα γυαλίζει , σαν καθρέπτης μαγικός , ένα κομμάτι γαλανό , με μάτι αμυγδαλωτό , περιγυρισμένο από πράσινες κροσσωτές βλεφαρίδες . Μάτι όμως περίεργο π’ ανοιγοκλείνει και σβήνει εφ’ όσον η άμαξα κατεβαίνει προς τον Λαγκούβαρδο.

Λαγκούβαρδο ! . Μια γοητευτική ζωγραφιά του τριφυλιακού ονείρου , ανθισμένη και δενδρόφυτη , μια αηδονόλαλη χαράδρα, πνιγμένη σε παραδείσια γαλήνη κι’ ομορφιά απ’ τα σπλάχνα της μόλις φτάνει επάνω στο μελαγχολικό του νερού μουρμούρισμα , που ήσυχο κυλά σαν ασημένιο φίδι και χάνεται στα πράσινα φυλλώματα , φτάνει πάνω σαν στεναγμός ερωτικός , σαν μυστικό ψιθύρισμα φιλήματος …

Πέραν προς ανατολάς κόβει απότομα τον ορίζοντα η οροσειρά του Ψυχρού , πνιγμένη σε γαλάζιες αποχρώσεις εις την κορυφή του ένα λευκό σημάδι διαγράφεται: είναι ο Άϊ -Λιάς . Επάνω ο σταυρός του λαμποκοπά , ενώ κάτω στα πόδια του γοητευτικά απλώνεται η κομψή πολίχνη των Γαργαλιάνων. Δεν φαίνεται όλη , μαντεύεται μάλλον. Μια σειρά από σπιτάκια μικρά προβάλλει – σαν ακάλυπτες προφυλακές…Αλλά σε μια στροφή του δρόμου η σκηνογραφία αλλάζει. Μια νέα εικόνα διαγράφεται.

Στην μαλακή αγκαλιά του πόντου λικνίζεται ηδονικά ένα μαγικό νησί σαν νεράϊδα θαλασσινή – η Πρώτη . Γύρω της το κύμα ξεσπά σε αφρούς και φιλήματα και χάδια…Κοντά μια γαλανή λωρίδα , σαν κανάλι μαγικό , την χωρίζει από τον Μάραθο – το γραφικό επίνειο των Γαργαλιάνων . Δεν έχομε ξεφύγει από την γοητεία , που έχει γεμίσει την ψυχή σας η θελκτική εικόνα της Πρώτης και των γύρω τοπίων και η άμαξα σκαρφαλώνει τώρα στο τραχύ ύψος των Γαργαλιάνων. Ο πράσινος και ανθισμένος κάμπος χαμηλώνει τότες και γλυστρά κάτω από τα πόδια μας απλώνεται μαλακά και φανερώνει ολοένα τις ολόδροσες και μυστικές ομορφιές του και σκορπά γύρω την μεθυστική ευωδία του. Γι’ αυτό η άποψη και η εικόνα , που απ’ το ύψωμα εκείνο ξετυλίγεται , προβάλλει εμπρός σας ονειρεμένη και πανοραματική. Μια μυριόχρωμη και ανθισμένη ακτινοβολία μαγεύει και συναρπάζει τις αισθήσεις. Σε λίγο ακόμα και τα πρώτα σπίτια των Γαργαλιάνων επάνω στο φρύδι του οροπεδίου , σας χαιρετούνε και σα υποδέχονται χαρωπά με κήπους ανθισμένους και πολύκλαδες συστάδες δένδρων . μα να τώρα και οι Γαργαλιάνοι – μια όμορφη και κομψή πολίχνη , γεμάτη χάρη , γοητεία και δροσιά. Απλωμένη αμφιθεατρικά σ’ ένα ξηρό και πέτρινο οροπέδιο , με σπιτάκια μικρά και περίκομψα , των οποίων το ένα υψώνεται φυτρώνει , θαρρείς , επάνω από την κορφή του άλλου , δεσπόζει στα γύρω – σε μία υπέροχη σε χρώματα και εναλλαγές σκηνογραφία.

Ευρύχωροι στα άκρα και στενότεροι καθόσον προχωρείτε εις το εσωτερικό , ανώμαλο και δαιδαλώδεις και ακανόνιστοι δρόμοι την διασχίζουν , σαν αρτηρίες που μέσα των σφύζει και κυκλοφορεί όλη η κίνηση της πόλεως και η ζωή – αρτηρίες που ξεχύνονται στην καρδιά της πόλεως, τη μικρή πλατεία των Γαργαλιάνων. ..

Ωραίες οικοδομές και σπίτια καλοκτισμένα την πλαισιώνουν και την στολίζουν γύρω , που από κάτω τους υπάρχουν όλα τα καλά καταστήματα , καφφενεία , φαρμακεία και καλαισθητικά ζαχαροπλαστεία …Στην βορειοδυτική πλευρά της υψώνεται μια εκκλησίτσα μικρή κι’ αυτή , όπως ‘όλα της πόλεως , κατάλευκη και χαμηλή , χωμένη σχεδόν στο έδαφος σαν την Καπνικαρέα την Αθηναϊκή , με ένα κομψό και μικρό κωδωνοστάσι , γύρω θύρες απλές και σιδηρόφρακτες θυρίδες , πίσω από τις οποίες φωτίζει και λάμπει , σαν παρήγορη ελπίδα , το μελιχρό φως της ακοίμητης κανδήλας. Κατά τας εορτάς η πλατεία αυτή μεταβάλλεται σ’ ένα μικρό Ζάππειο , που μέσα του κινείται η κοσμική ζωή της πόλεως με χάρη και με θέλγητρο ασυνήθιστο σε πόλη επαρχιακή .

Στενός και περιορισμένος ο ορίζων μέσα στην πόλη , ενώ ευρίσκεται κάτω απ’ τον κομψότερο ορίζοντα του κόσμου. Γιατί η πόλη είναι σαν περίκλειστη μέσα εις το κοίλωμα του οροπεδίου. Έχει δροσιά το θέρος και γλυκύτερον χειμώνα , αλλά δεν απολαμβάνει το θέλγητρο της εικόνος , ούτε την μαγεία των οριζόντων. Για να εντρυφήσετε στην φαντασμαγορία του ορίζοντος των Γαργαλιάνων πρέπει να ανεβήτε σε κανένα ύψωμα έξω της πόλεως. Η εκείθεν θέα τότε είναι κάτι υπερόχως μαγευτικό. Γύρω σας απλώνεται μια αληθινή πινακοθήκη γιομάτη από τοπία και ζωγραφιές . Όλοι οι τόνοι της χλωρίδος ξετυλίγονται γύρω σαν ολοπράσινα όνειρα . Πέρα ο ορίζοντας και ο πόντος σφικταγκαλιάζονται εις ένα ονειρώδες αγκάλισμα. Ο απέραντος και κυματώδης και αφροστέφανος δακτύλιος , που τους ενώνει , σκορπά την έκσταση και το θάμβος και ανθοβολεί αιώνια εις την μαγική εκείνη ακρογιαλιά…

Και επάνω από το όραμ’ αυτό , αναδύεται μέσα σε χίλια χρώματα και χίλιες εικόνες , σαν αληθινή μορφή του Πρωτέως , η γοητευτική οπτασία της Πρώτης . Σαν απολιθωμένος κροκόδειλος αναπαύεται εις την υγρή αγκαλιά του πόντου, ενώ όλες οι γραμμές και όλες οι καμπύλες , όλη η ζωή και όλη η φρίκη του αμφιβίου τέρατος , είναι σκαλισμένες , θαρρείς επάνω στο βραχώδες σώμα και στην απολιθωμένη της ομορφιά. Αλλ’ όταν η θύελλα και η τρικυμία μαίνεται επάνω της κι’ ολόγυρά της , κι’ όταν τα κύματα , σαν θεόρατα βουνά ξεσπάζουν στα αδάμαστα πλευρά της , νομίζεις ότι τότε το θηρίο ξυπνά τεράστιο κι’ αγριεμένο. Ένα τρομακτικό και απέραντο μούγκρισμα βγαίνει τότε από τα σωθικά του, η φουρτουνιασμένη πνοή του στήθους του υψώνει σε στήλες πανύψηλες τη θάλασσα. Τα τρομακτικά φτερούγια του κτυπούν άγρια το μανιωμένο κύμα και το θηρίο ακράτητο εξορμά με θύελλας ορμή κι’ ανέμου γρηγοράδα. Πότε πνίγεται στις σπηλιές των κυμάτων και πότε καταδαμάζει τη φρικτή μάνητά τους…Μια εικόνα τρόμου και φρίκης απλώνεται τότε γύρω. Η κρυερή της γοητεία συναρπάζει και αιχμαλωτίζει την ψυχή…Αλλ’ έξαφνα πέρα μια γαλανή λωρίδα διαφαίνεται στου ορίζοντος τα μάκρη παρέκει μια δέσμη ηλιακών ακτίνων , σαν ουράνιο μειδίαμα πέφτει επάνω στην παγερή εικόνα . Η θύελλα έχει παύσει και η μαγεία της Τριφυλιακής γης εξαπλώνει και πάλι το ήρεμο και μαγικό θέλγητρό της . και το άγριο θαλάσσιο θηρίο , που ήταν έτοιμο να συντρίψει και να καταπιεί στεριές και θάλασσες , δαμάζεται σαν από αόρατη δύναμη και καθηλώνεται πάλι στις αδιόρατες και αδιάσπαστες αλυσίδες του.

Το κύμα τότε ήρεμο ξεσπά γύρω του σε χάδια και φιλήματα υγρά και του επαναλαμβάνει πάλι το αιώνιο τραγούδι της ζωής και του απείρου…Και η γοητεία της Τριφυλιακής φύσεως , απλώνεται πάλι ήρεμη και φαντασμαγορική , σαν ένα μαγικό και ατέλειωτο όνειρο…

Νικ. Σ. Γκινόπουλος Περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» , έτος Γ΄ τόμος Δ΄, αριθ. 45 15 Απριλίου 1929 , σελ. 498-499

Ο Νικόλαος Γκινόπουλος υπήρξε πολυγραφότατος έχει δε εκδώσει πλέον των 60 έργων , που διακρίνονται σε Ιστορικά – Διδακτικά -Μελέτες και Λογοτεχνικά .Ήταν σύμβουλος της « Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών» .

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back to top button