Αγροτικά

Η Xylella f. και η ανάγκη επιστημονικής ψύχραιμης προσέγγισης

Πριν λίγο καιρό ο διεθνής και ο ελληνικός Τύπος “κατακλύστηκε” από άρθρα σχετικά με μια μελέτη, από τις δεκάδες που γίνονται, για την Xylella fastidiosa. Προσωπικά μου έκαναν εντύπωση οι υποθέσεις και τα πορίσματα της μελέτης καθώς και ο “τρομοκρατικός” τρόπος που παρουσιάστηκαν από τα ΜΜΕ που έγραφαν για “λέπρα της ελιάς” και άλλα πολλά. Απευθυνθήκαμε λοιπόν σε τρεις καταξιωμένους Έλληνες επιστήμονες, γεωπόνους, καθηγητές, μέλη της Επιστημονικής Εταιρείας Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας – 4Ε, που επιπλέον έχουν περάσει τη ζωή τους μέσα στους ελαιώνες. Ακολουθούν οι απόψεις τους ενώ και στο υπό έκδοση τεύχος του περιοδικού Ελιά & Ελαιόλαδο φιλοξενούμε άρθρο της ειδικής ερευνήτριας του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, κυρίας Χολέβα.

Σχόλια των καθηγητών κ.κ. Βέμμου και Ξυλογιάννη για το θέμα της ξυλέλλα

H Ξυλέλλα (Xylella fastidiosa), είναι ένα πολύ σοβαρό φυτοπαθογόνο βακτήριο που προσβάλλει την ελιά προκαλώντας μέχρι και ξήρανση ολόκληρου του δένδρου. Εκτός της ελιάς δυστυχώς το βακτήριο αυτό προσβάλλει πολλά καλλιεργούμενα είδη δένδρων όπως η αμυγδαλιά και τα εσπεριδοειδή ενώ άλλα 550 περίπου φυτικά είδη είναι ξενιστές του.

Τα πρώτα συμπτώματα προσβολής στην ελιά παρατηρούνται στα φύλλα που παρουσιάζουν νέκρωση ή χλώρωση στην κορυφή τους και η ξήρανση μικρών βλαστών. Σε προχωρημένα στάδια προσβολής παρατηρείται αρχικά μερική μέχρι και ολική ξήρανση της κόμης των ελαιόδενδρων. Δυστυχώς παρόμοια συμπτώματα μπορεί να παρατηρηθούν και σε περιπτώσεις άλλων προσβολών όπως του μήκητα Verticillium dahlia (κοινώς βερτισίλλιο) ή άλλων αβιοτικής φύσεως παραγόντων όπως η έλλειψη νερού, υψηλή αλατότητα, θρεπτικές διαταραχές ή ακόμη και ηλιοκαύματα. Αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργείται σύγχυση στους παραγωγούς για την αιτία των ζημιών. Σε κάθε περίπτωση παρουσίας παρόμοιων συμπτωμάτων θα πρέπει να γίνεται αυτοψία από ειδικούς γεωπόνους και να συλλέγονται δείγματα για εργαστηριακή εξέταση. Στην ελιά βρέθηκε επίσης ότι τα προσβεβλημένα δένδρα μπορεί να είναι ασυμπτωματικά μέχρι και 390 ημέρες δυσκολεύοντας περαιτέρω τη διάγνωση της ασθένειας.

Η διάδοση του βακτηρίου στην Ευρώπη μέχρι σήμερα διαπιστώθηκε αρχικά το 2013 σε ελαιώνες στην Ιταλία (Apulia, Tuscany) όπου είναι γνωστό ότι προκάλεσε την καταστροφή τουλάχιστον 6,5 εκατομμυρίων ελαιοδένδρων μεγάλης ηλικίας με τεράστιες οικονομικές ζημιές αλλά και επιδράσεις στο περιβάλλον. Στη συνέχεια εντοπίστηκε στη Γαλλία (Corsica, Provence-Alpes-Côte d’Azur), στην Ισπανία (Mallorca, Ibiza, Menorca, Comunitat Valenciana-province of Alicante, Madrid) και στην Πορτογαλία (Porto). Στην Ελλάδα δεν έχει διαπιστωθεί η παρουσία του  βακτηρίου μέχρι σήμερα. Τελευταία εντοπίστηκε σε φυτώρια στη Γερμανία και στο Βέλγιο (όχι σε ελαιόδενδρα). Στις δύο αυτές περιπτώσεις το παθογόνο εντοπίστηκε έγκαιρα και εξαλείφθηκε. Το ίδιο συνέβη και σε ένα φυτώριο της Ισπανίας όπου το βακτήριο επίσης εξαλείφθηκε.

Σημειώνεται ότι οι κυριότεροι τρόποι μετάδοσης του βακτηρίου είναι με πολλαπλασιαστικό υλικό (φυτά προς φύτευση) ελιών και άλλων ξενιστών του βακτηρίου καθώς και από τα έντομα-φορείς που ενδέχεται να υπάρχουν πάνω στα διακινούμενα φυτά από περιοχή σε περιοχή. Τέλος από τα  έντομα-φορείς που έχουν βρεθεί να μεταφέρουν το βακτήριο αλλά δεν βρίσκονται σε φυτά ξενιστές. Η μετάδοση όμως εξαρτάται από πολλούς παραγόντες που μπορεί να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν τη διάδοσή του.

Με αφορμή τις τεράστιες ζημιές που προκλήθηκαν στις περιοχές της Ιταλίας και τους κινδύνους μετάδοσης στην Ελλάδα και Ισπανία αλλά και άλλες χώρες το βακτήριο Xylella fastidiosa έχει συμπεριληφθεί στους μικροοργανισμούς καραντίνας για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τελευταία εκπονήθηκε και δημοσιεύτηκε μία επιστημονική μελέτη για τις πιθανές οικονομικές συνέπειες της εξάπλωσης της ασθένειας στις 3 κύριες ελαιοπαραγωγικές χώρες της Ε.Ε. (Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα). Η μελέτη δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America (PNAS) τον Απρίλιο του 2020 με τίτλο: ‘Impact of Xylella fastidiosa subspecies pauca in European olives’.

Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής παρουσιάστηκαν από πολλά μέσα ενημέρωσης διεθνή και Ελληνικά προκαλώντας έντονο προβληματισμό αλλά και αναστάτωση στους ελαιοπαραγωγούς και το κοινό γενικότερα. Συγκεκριμένα, η μελέτη αυτή προβλέπει (μεταξύ άλλων) ότι οι καλλιεργητές των τριών χωρών θα υποστούν μια απώλεια της παραγωγής που εκτιμήθηκε από 2,38 έως 7,49 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος χρόνου 50 ετών, αν δεν καταστεί εφικτή η επαναφύτευση ανθεκτικών ποικιλιών ελιάς, και 0,8 έως 2,93 δισεκατομμύρια ευρώ, αν επιτευχθεί η επαναφύτευση αυτή. Επιπλέον, στις έμμεσες αρνητικές επιπτώσεις από την προαναφερθείσα εξάπλωση του παθογόνου θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει και την άνοδο των τιμών των σχετικών προϊόντων που θα αντιμετωπίσουν οι καταναλωτές. Ειδικά για την Ελλάδα εκτιμάται ότι η έκταση προσβεβλημένων ελαιόδενδρων θα ανέλθει σε 7,7 έως 38,5% της συνολικής έκτασης ελαιοκαλλιέργειας της χώρας ενώ οι απώλεις για τους παραγωγούς από 0,21 δισεκατομμύρια (καλύτερο σενάριο) μέχρι 1,94 δισεκατομμύρια το χειρότερο σενάριο αν δεν καταστεί εφικτή η επαναφύτευση ανθεκτικών/ανεκτικών ποικιλιών ελιάς, ή 0,09 έως 0,58 δισεκατομμύρια ευρώ, αν επιτευχθεί η επαναφύτευση αυτή στα επόμενα 50 χρόνια!!.

Πιστεύουμε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής καθώς και όλη η μελέτη επιδέχεται επιστημονικής κριτικής και σχολίων για τους λόγους που εκθέτονται στη συνέχεια. O καθηγητής Δενδροκομίας στα Βασιλικάτα Ιταλίας κ. Χρήστος Ξυλογιάννης σχολιάζει τα ακόλουθα: «Η μελέτη αρχικά λαμβάνει υπόψη τη χωρική κατανομή των ελαιόδεντρων για να αναπτύξει ένα μοντέλο που θα αποτυπώνει τον αντίκτυπο που θα έχει η εξάπλωση της ξυλέλλα στην οικονομία της ελιάς τριών χωρών, της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας, τα επόμενα 50 χρόνια. Όσον αφορά την Ιταλία, και βάσει αντικειμενικών δεδομένων, είναι αλήθεια ότι η συνεχής παρακολούθηση της περιοχής θα επιτρέπει τον εντοπισμό των πιο θετικών περιπτώσεων ελαιοδένδρων και όπου υπάρχει κορεσμός του εμβολιασμού και της αύξησης των περιπτώσεων άλλων φυτών ξενιστών (αμυγδαλιά, δάφνη, κ.λπ.) που είναι λιγότερο ευαίσθητα από την ελιά. Αν όμως λάβουμε υπόψη ότι κάθε χρόνο γίνεται έλεγχος του φορέα του βακτηρίου και του πολλαπλασιαστικού υλικού, εφαρμογή ορθών πρακτικών αλλά και  απομάκρυνση των μολυσμένων φυτών, όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν, αν και αργά, να επιβραδύνουν/μπλοκάρουν την εξάπλωση του βακτηρίου. Επιπλέον, τα φυσικά εμπόδια, για παράδειγμα οι τεράστιες εκτάσεις του δάσους και των πεύκων, η διαφορετική διαχείριση του ελαιώνα και οι τεχνικές καλλιέργειας στα βόρεια της Απουλίας σε σύγκριση με το Νότο θα μπορούσαν να ευνοήσουν τη μείωση της πίεσης του βακτηρίου. Μέχρι τώρα η ειδοποίηση είναι υψηλή ακόμη και στο επίπεδο των γειτονικών περιοχών και οι έλεγχοι είναι πολύ συχνότεροι, χάρη στις νέες τεχνολογίες που επιτρέπουν τον εντοπισμό των πρώτων συμπτωμάτων πάνω στα φυτά. Επομένως, το να υποθέσουμε ότι από τώρα μέχρι τα επόμενα 50 χρόνια θα υπάρχει μια διάχυση σε ολόκληρη τη Νότια Ιταλία φαντάζει  (φαίνεται) πολύ επικίνδυνη.

Επίσης στη μελέτη παρουσιάζονται διαδικασίες πολύ διαφορετικών τύπων και μερικές φορές  διαθέσιμες μεταβλητές με υψηλή αβεβαιότητα. Αντιπροσωπεύονται διαφορετικά ποσοστά διάχυσης, αλλά τα μέτρα πρόληψης/εξάλειψης δεν έχουν επεξηγηθεί. Αυτά εξαρτώνται από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι είναι πολύ δύσκολο να παρουσιαστούν με λογικό τρόπο, ο οποίος κατά τη γνώμη μας είναι η κύρια κρίσιμη πτυχή της μελέτης. Καθένα από τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται βασίζεται σε πολλές υποθέσεις. Για να αξιολογηθεί σωστά κάθε μοντέλο θα χρειαζόταν ένας ελεγκτής με συγκεκριμένες δεξιότητες. Τα δεδομένα και τα σενάρια ανάλυσης και μοντελοποίησης είναι προσβάσιμα που είναι ένα σημείο άξιο αναφοράς. Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα σενάριο για τα επόμενα 50 χρόνια σχεδόν χωρίς δεδομένα. Τα μόνα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν την εξάπλωση της ελαιοκαλλιέργειας στις τρεις χώρες που συμπεριελήφθησαν στη μελέτη (εκτάσεις, αριθμός φυτών και μέση παραγωγή,  κόστος ελαιολάδου και εργασίας) καθώς και την κατάσταση του βακτηρίου στη νότια Απουλία. Δεν έλαβαν όμως υπόψη τη διαφορετική ευαισθησία των ποικιλιών, το έδαφος, την τεχνική καλλιέργειας και ιδιαίτερα τους αμυντικούς μηχανισμούς που θα μπορέσει να αναπτύξει ολόκληρο το σύστημα τα επόμενα χρόνια για να αντισταθμίσει τις ζημιές που προκαλούνται από το βακτήριο. Έχουμε παραδείγματα άλλων ασθενειών που το σύστημα, εάν γίνει σωστή διαχείριση, οργανώνει και αναπτύσσει την αυτοάμυνά του για να ζήσει με την ασθένεια χωρίς σημαντική ζημιά από παραγωγική και οικονομική άποψη (βλ. Βακτηρίωση του ακτινιδίου – Pseudomonas syringae pv. Actinidiae, βακτηριακό κάψιμο μηλοειδών – Erwinia amylovora).

Μία τέτοια μελέτη δεν μπορεί να μην είναι «αδύναμη», γιατί πρέπει να συνδυάζει πολλά μοντέλα διαφορετικών τύπων και επομένως πολλές όχι αυστηρά λογικές υποθέσεις . Ακόμη και οι ίδιοι οι συγγραφείς γνωρίζουν τα ισχυρά όρια και τις πολλαπλές μεταβλητές που μπορούν να μεσολαβήσουν και να τροποποιήσουν πλήρως τα αποτελέσματά τους. Παρακάτω παρατίθενται μερικά σημεία που έχουν ληφθεί από τη δημοσίευσή τους.  Ωστόσο τα αποτελέσματα αυτά, είχαν ένα πολύ σημαντικό διαμεσολαβητικό αποτέλεσμα, ιδίως για τις ζημιές που αναμένονταν σε μερικά δισεκατομμύρια ευρώ που προκάλεσαν και το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης με αποτέλεσμα τη μεγάλη δημοσιότητα αλλά και την ανυσηχία των παραγωγών και της κοινής γνώμης».

Όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς (210 – 1940 εκατομμύρια Ευρώ) στα επόμενα 50 χρόνια που μπορεί να υπάρξουν με όλες τις υποθέσεις του μοντέλου που ανέπτυξαν, ενώ φαίνεται αρχικά ότι πρόκειται για ένα μεγάλο ποσό που τρομάζει, στην πραγματικότητα είναι μικρό. Αρκεί να το συγκρίνουμε με τις ζημιές που προκλήθηκαν στους ελαιοπαραγωγγούς το 2016 από προσβολές δάκου και γλοιοσπορίου που εκτιμήθηκαν  περίπου στα 500 εκατομμύρια!! (μόνο σε ένα χρόνο).  Αυτά εκτιμήθηκαν από απώλειες 120.000 τόννων ελαιολάδου καθώς και την υποβάθμιση της ποιότητας του παραχθέντος ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών. Κάθε χρόνο μάλιστα, όπως και το 2019, οι ζημιές από το δάκο, το γλοιοσπόριο και άλλες ασθένειες ή εχθρούς ήταν πάλι σημαντικές αν και δεν εκτιμήθηκαν λεπτομερώς. Μόνο για την Κρήτη το 2019 εκτιμήθηκαν σε πάνω από 120 εκατομμύρια Ευρώ.

Συμπεράσματα και προτάσεις

Η συγκεκριμένη μελέτη έχει αξία σαν προειδοποίηση για τις πιθανές ζημιές στους ελαιοπαραγωγούς της χώρας μας αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα αρχικά προληπτικά μέτρα και στη συνέχεια την έγκαιρη επέμβαση αν και όταν το βακτήριο εντοπιστεί στη χώρα μας. Δεν χρειάζεται κανένας πανικός αλλά διαρκής επαγρύπνηση και εντατικοποίηση των ελέγχων που ήδη εφαρμόζονται. Καλύτερη ενημέρωση των γεωτεχνικών, παραγωγών αλλά και του ευρύτερου κοινού για τον κίνδυνο εισόδου του βακτηρίου με τη μεταφορά φυτικού υλικού από το εξωτερικό και ειδικά από την Ιταλία. Εκτιμούμε ότι η ζημιά για τη χώρα μας μπορεί να είναι περισσότερο  περιβαλλοντική και πολιτισμική αν προσβληθούν παραδοσιακοί ελαιώνες και αιωνόβια δένδρα ελιάς. Πιστεύουμε ότι με τη γνώση και την εμπειρία που υπάρχει σήμερα αλλά και με αυτή που θα προκύπτει συνεχώς από τη συνεχιζόμενη επιστημονική έρευνα μπορεί αρχικά μεν να καθυστερήσει (ή να αποφύγει η χώρα μας) την έλευση του βακτηρίου.

Στην περίπτωση εισόδου του βακτηρίου (μη επιθυμητή εξέλιξη) είναι δυνατός ο άμεσος εντοπισμός για την λήψη μέτρων περαιτέρω διάδοσής του ή ακόμη και πλήρους εξάλειψης του. Ήδη όπως αναφέρθηκε σε ορισμένες χώρες υπήρξε εντοπισμός μικρών εστιών και άμεση εξάλειψη των προσβεβλημένων φυτών και του βακτηρίου. Ακόμη και στις έντονα προσβεβλημένες περιοχές υπήρξε σχετική πρόοδος στην αντιμετώπιση της ξυλέλλας. Είναι γνωστό το παράδειγμα  της Απουλίας όπου έγινε η πρώτη προσβολή και οι μεγαλύτερες μέχρι τώρα καταστροφές. Στην περιοχή αυτή, ερευνητικά προγράμματα (2018-20) έδειξαν ότι μπορούμε ακόμη να συνυπάρξουμε με την ξυλέλλα με την εφαρμογή συγκεκριμένων πρακτικών όπως αυτά του κλαδέματος, των εμβολιασμών, επαναφύτευσης ανεκτικών στο βακτήριο ποικιλιών, ορθολογικής λίπανσης άρδευσης και διαχείρησης του εδάφους, ελέγχου των εντόμων φορέων, τεχνικών που αποσκοπούν στην ενδυνάμωση της αντοχής των δένδρων στο βακτήριο κ.ά. Οι τεχνικές αυτές εφαρμόζονται στην αειφορική καλλιέργεια της ελιάς (βλέπε άρθρο του κ. Ξυλογιάννη, στο περιοδικό ‘Ελιά &Ελαιόλαδο’τεύχος 89 σελ. 46-54).

Συνεπώς επιβάλλεται η συνεχής ενημέρωση και επαγρύπνηση που είναι η μόνη βιώσιμη στρατηγική αφενός μείωσης της πιθανότητας εισόδου του παθογόνου σε αμόλυντες περιοχές, και αφετέρου της πλήρους εξάλειψης ή του περιορισμού της εξάπλωσης αυτού σε νέες περιοχές. Για τη φετεινή χρονιά που διατρέχουμε, αφού δεν υπάρχει το πρόβλημα ξυλέλλα, οι ελαιοπαραγωγοί θα πρέπει να επικεντρωθούν στην εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων φυτοπροστασίας για το γλοιοσπόριο, άλλες ασθένειες και εχθρούς ώστε να αποφύγουν τις ζημιές που δυστυχώς κάθε χρόνο συμβαίνουν με αποτέλεσμα την απώλεια δεκάδων εκατομμυρίων Ευρώ του εισοδήματός τους. Ειδική μέριμνα θα πρέπει να ληφθεί για τον έλεγχο του δάκου. Ήδη αναφέρονται καθυστερήσεις στην πρόσληψη του εποχιακού επιστημονικού προσωπικού (Κρήτη) και μη έγκαιρη προμήθεια φυτοφαρμάκων (Περιφέρεια Πελοποννήσου).

……………………………….

Impact of Xylella fastidiosa subspecies pauca in European olives

Kevin Schneider, Wopke van der Werf, Martina Cendoya, Monique Mourits, Juan A. Navas-Cortes, Antonio Vicent and Alfons Oude Lansink

www.pnas.org/cgi/doi/10.1073/pnas.1912206117

Παρουσίαση και σχολιασμός του άρθρου:

 

Επαμεινώνδας Παπλωματάς

Καθηγητής Φυτοπαθολογίας, Εργαστήριο Φυτοπαθολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

epaplom@aua.gr

Παρουσίαση και σχολιασμός του άρθρου:

Impact of Xylella fastidiosa subspecies pauca in European olives

Kevin Schneider, Wopke van der Werf, Martina Cendoya, Monique Mourits, Juan A. Navas-Cortes, Antonio Vicent and Alfons Oude Lansink

www.pnas.org/cgi/doi/10.1073/pnas.1912206117

Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά στη δημιουργία ενός θεωρητικού χωρικού – οικονομικού μοντέλου πρόβλεψης διασποράς της προσβολής της ελιάς από το φυτοπαθογόνο βακτήριο Xylella fastidiosa και των οικονομικών επιπτώσεων στην ελαιοπαραγωγή. Αναφέρεται στις πιθανές επιπτώσεις της ασθένειας στις τρεις βασικές ελαιοπαραγωγικές χώρες της Ευρώπης, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία και σε ένα βάθος χρόνου 50 ετών. Οι υπολογισμοί διασποράς της ασθένειας βασίζονται στις κλιματικές συνθήκες, το ανάγλυφο του εδάφους και την πυκνότητα της εδαφοκάλυψης από ελαιώνες σε κάθε χώρα. Οι οικονομικές επιπτώσεις προβλέπονται με βάση είτε την εγκατάλειψη του ελαιώνα λόγω πρόωρης απώλειας των δένδρων που καθιστά οικονομικά ασύμφορη την καλλιέργεια είτε συνυπολογίζοντας το κόστος επανεγκατάστασης με ανθεκτικές ποικιλίες.

Πρόκειται για εργασία βασισμένη σε πολύ υψηλή επιστημονική μεθοδολογία για αυτό εξάλλου έχει δημοσιευθεί και σε ένα τόσο αξιόλογο επιστημονικό περιοδικό. Εντούτοις, όπως και οι συγγραφείς του άρθρου αναγνωρίζουν, η εργασία στηρίζεται σε έναν αριθμό θεωρητικών παραδοχών. Η εξάπλωση της ασθένειας βασίζεται σε τοπικές μολύνσεις και τυχαία διασπορά της σε μεγάλες αποστάσεις, στις μέσες τιμές προϊόντος σε κάθε χώρα, σε υπολογισμό των οικονομικών επιπτώσεων μόνο στους παραγωγούς χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ελαιουργοί και οι καταναλωτές και χωρίς να εκτιμάται η απώλεια στην απόδοση ελαιόλαδου λόγω προσβολής από το παθογόνο. Παράλληλα, γίνεται αποδεκτή η επαναφύτευση με ανθεκτικές ποικιλίες οι οποίες θεωρείται ότι θα έχουν αντίστοιχες αποδόσεις παραβλέποντας την παράδοση κάθε χώρας σε συγκεκριμένες ποικιλίες ελιάς με αποδεκτά αγρονομικά χαρακτηριστικά.

Η ετήσια διασπορά της ασθένειας από τυχόν εισαγωγή του παθογόνου σε μία χώρα υπολογίζεται με τρεις διαφορετικούς συντελεστές ακτινωτής διασποράς, 1,10, 5,18 και 12,35 χιλιόμετρα το χρόνο. Για την Ελλάδα, λαμβάνοντας υπόψη το ανάγλυφο της χώρας και τη διασπορά της ελαιοκαλλιέργειας αλλά και την αβεβαιότητα του σημείου πιθανής εισόδου του παθογόνου, εκτιμήθηκε ότι εμφάνιση της ασθένειας στην Κρήτη, την Αττική και την Δυτική ή Κεντρική Ελλάδα θα επέφερε προσβολές μεγάλης έκτασης, ενώ σε νησιά του βόρειου ή νότιου Αιγαίου ή της Κεντρικής Μακεδονίας οι προσβολές θα παρέμεναν απομονωμένες από τις κύριες περιοχές καλλιέργειας της χώρας. Σε αυτό υπολογίστηκε ότι συνέβαλε η ύπαρξη θαλάσσιας περιοχής που ως φυσικό εμπόδιο περιόρισε σημαντικά τον ρυθμό διάδοσης της ασθένειας στις ηπειρωτικές περιοχές της χώρας μας ακόμα και στην περίπτωση της παραδοχής του μεγαλύτερου ρυθμού διάδοσης της ασθένειας.

Στη συνέχεια εκτιμώνται οι οικονομικές επιπτώσεις σε κάθε χώρα και αναφέρεται και το τυχόν όφελος στις άλλες δύο χώρες από την αύξηση της ζήτησης και των τιμών του προϊόντος. Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα υπολογίζονται με βάση την παραδοχή ότι το παθογόνο θα εισέλθει σε 1000 τυχαία διαφορετικά σημεία. Με βάση αυτό το σενάριο, οι οικονομικές επιπτώσεις υπολογίστηκαν σε 0,21 δις ευρώ όταν ο ρυθμός εξάπλωσης της ασθένειας είναι 1,10 χλμ. το χρόνο και 1,94 δις ευρώ με τον υψηλότερο ρυθμό εξάπλωσης 12,35 χλμ. το χρόνο. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές υπολογίστηκε ότι στην Ελλάδα θα υπάρξει απώλεια φυτικού κεφαλαίου λόγω πρόωρης καταστροφής των δένδρων μεταξύ 0,04 και 0,29 δις ευρώ κυρίως σε εντατικής καλλιέργειας αρδευόμενους ελαιώνες, ενώ το όφελος από την επαναφύτευση με ανθεκτικές ποικιλίες θα κυμανθεί μεταξύ 0,13 έως 1,36 δις ευρώ.

Από τα παραπάνω διαφαίνεται, όπως άλλωστε και οι συγγραφείς του άρθρου τονίζουν στα συμπεράσματά τους, ότι είναι απαραίτητη η επαγρύπνηση και ο συνεχής έλεγχος από τους παραγωγούς των ελαιώνων και η άμεση αναφορά τυχόν προσβολών στις αρμόδιες αρχές. Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο καλύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης του κινδύνου της ελαιοκαλλιέργειας στη χώρα μας από το βακτήριο Xylella fastidiosa είναι ο αποκλεισμός της εισόδου του παθογόνου στη χώρα μας. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν διαρκείς και προσεκτικούς ελέγχους αλλά και ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων σχετικά με την ασθένεια τόσο σε κεντρικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Έχουν δημιουργηθεί Εργαστήρια Αναφοράς για τον έλεγχο φυτικού υλικού και έχουν εκδοθεί ταξιδιωτικές οδηγίες για την απαγόρευση εισόδου φυτικού υλικού στη χώρα. Αυτό θα πρέπει να γίνει συνείδηση όχι μόνο από τους αγρότες αλλά και από όλους τους Έλληνες πολίτες αφού το βακτήριο έχει ένα πολύ μεγάλο αριθμό φυτών ξενιστών ανάμεσα σε αυτοφυή, καλλιεργούμενα και καλλωπιστικά φυτά και όχι μόνο την ελιά.

πηγή: olivenews.gr

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.