Αγροτικά

Ψηφίζουν τυποποίηση οι ελαιοπαραγωγοί της Κρήτης

Συνέντευξη στη Σοφία Σπύρου

Αν και η Κρήτη παράγει περίπου το  ένα τρίτο της ελληνικής παραγωγής, για το 2021 κατείχε  το 38% των συνολικών  εξαγωγών ελληνικού ελαιόλαδου. Άρα το ποσοστό εξαγωγής από την Κρήτη είναι μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της Ελλάδας. Επιπλέον εάν  οι εξαγωγές τυποποιημένου της Ελλάδας γενικά βρίσκονται στο 16% επί του συνόλου, το αντίστοιχο νούμερο στην περίπτωση της Κρήτης ανέρχεται στο 18-19% μεσοσταθμικά. Αυτό συνδέεται με την αυξημένη παρουσία εταιρειών τυποποίησης στο νησί, οι οποίες δουλεύουν σημαντικές ποσότητες ελαιόλαδου, αλλά και από τη βελτίωση των επιδόσεων όλης της αλυσίδας παραγωγής» σημειώνει ο Μανώλης Καρπαδάκης, ελαιοπαραγωγός με οικογενειακή παράδοση και ο ίδιος στο Κολυμβάρι Κρήτης αλλά και Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης (ΣΕΚ),  και παράλληλα Διευθυντής Καινοτομίας Ελαιόλαδου στο Terra Creta brand της Μέλισσα Κίκιζας.  Σύμφωνα με τον ίδιο οι ευεργετικές -όπως φαίνεται- επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία του ελαιολάδου δεν έχουν ακόμη φανεί.

Ένα φαινόμενο που δημιούργησε η πανδημία είναι ότι οι καταναλωτές στρέφονται στην υγιεινή διατροφή. Έχει αξιοποιήσει την ευκαιρία το Κρητικό προϊόν ή είναι νωρίς για να δούμε τα αποτελέσματα του COVID στην οικονομία του ελαιόλαδου;

Η πανδημία άλλαξε άρδην την αντιμετώπιση που έχει ο καταναλωτής στα τρόφιμα. Το Κρητικό ελαιόλαδο, αν και δεν εξάγεται στο σύνολό του τυποποιημένο, έχει διεισδύσει σε σημαντικές  αγορές. Θεωρώ ωστόσο ότι τα αποτελέσματα της πανδημίας στην οικονομία του ελαιόλαδου δεν μπορούν να αποτυπωθούν ακόμη με βεβαιότητα. Αυτό διότι υπάρχει μια αδράνεια στη βιομηχανία παράλληλα με τη δυσμενή συγκυρία στην οποία ο καταναλωτής, για να αντισταθμίσει την αύξηση τιμών, ίσως αποφασίσει να μειώσει τη δαπάνη για το ελαιόλαδο.

Ποιες είναι οι νέες συνθήκες που επικρατούν και ποιοι νέοι παίκτες στη διεθνή αγορά ελαιόλαδου θα πρέπει να απασχολήσουν τους Έλληνες παραγωγούς, τυποποιητές και εξαγωγείς ελαιόλαδου;

Όσον αφορά στις νέες χώρες παραγωγής ελαιόλαδου όπως είναι η Αμερική, η Βραζιλία, η Αυστραλία δεν φαίνεται να απειλούν ή να ανταγωνίζονται ευθέως το ελληνικό ελαιόλαδο στη λογική ότι έτσι κι αλλιώς το ελληνικό τυποποιημένο εξαιρετικά παρθένο δεν έχει μεγάλη διείσδυση στην παγκόσμια αγορά. Τα στοιχεία δείχνουν ότι κατέχει μερίδιο κάτω του 3% στην παγκόσμια αγορά ενώ σε όρους όγκου παραγωγής η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το 7-9% της παγκόσμιας  παραγωγής. Υπάρχει μια κατάσταση η οποία θα διαμορφωθεί τα επόμενα 5 χρόνια από χώρες, οι οποίες δυναμώνουν πολύ την εξαγωγική τους δραστηριότητα, άρα μπαίνουν στην τυποποίηση ενώ συνήθιζαν να εξάγουν χύμα όπως η Τυνησία και η Πορτογαλία και εν δυνάμει θα δούμε τα επόμενα χρόνια και την Τουρκία να αναδύεται. Οι μη παραδοσιακές χώρες που παράγουν ελαιόλαδο όπως η Λ. Αμερική,  οι ΗΠΑ ακόμη και η Ν. Αφρική ή οι ασιατικές. εμφανίζουν μια τάση αύξησης της  κατανάλωσής τους. Σε αυτές τις χώρες, επειδή μαθαίνουν εκ των έσω το ελαιόλαδο,  σημειώνεται αυξητική τάση των εισαγωγών τους, όμως η Ελλάδα ακόμη δεν έχει καταφέρει να αποσπάσει το μερίδιο της αγοράς που της αντιστοιχεί.

Με την ιδιότητά σας ως Αντιπρόεδρος του ΣΕΚ έχετε μια πανοπτική εικόνα του Κρητικού ελαιόλαδου. Ποιες θα λέγατε ότι είναι οι κύριες τάσεις που χαρακτηρίζουν την εμπορική εξέλιξή του την περασμένη πενταετία;

Βλέπουμε ότι υπάρχει ανάπτυξη του τομέα ελαιόλαδου στο νησί με βασικό στοιχείο να είναι η αύξηση του αριθμού  νέων ανθρώπων που ασχολούνται με την παραγωγή και την τυποποίηση. Μπορεί αυτή η μεταβολή να μην έχει αποτυπωθεί ακόμη σε μεγάλα νούμερα, όμως το γεγονός αυτό είναι αισιόδοξο γιατί θα οδηγήσει σε αναβαθμισμένες ποιότητες και μεγαλύτερες ποσότητες παραγωγής και εμπορίας ελαιόλαδου στο άμεσο μέλλον. Μια άλλη πολύ σημαντική τάση είναι η αύξηση του ποσοστού εξαγωγών  για το  τυποποιημένο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο σε βάρος του χύμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει ο ΣΕΚ, αν και η Κρήτη παράγει περίπου το  ένα τρίτο της ελληνικής παραγωγής, για το 2021 κατείχε  το 38% των συνολικών  εξαγωγών ελληνικού ελαιόλαδου. Άρα το ποσοστό εξαγωγής από την Κρήτη είναι μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της Ελλάδας. Επιπλέον εάν οι εξαγωγές τυποποιημένου της Ελλάδας γενικά βρίσκονται στο 16% επί του συνόλου της παραγωγής, το αντίστοιχο νούμερο στην περίπτωση της Κρήτης ανέρχεται στο 18-19% μεσοσταθμικά. Αυτό συνδέεται με την αυξημένη παρουσία εταιρειών τυποποίησης στο νησί, οι οποίες δουλεύουν σημαντικές ποσότητες ελαιόλαδου, αλλά και από τη βελτίωση των επιδόσεων όλης της αλυσίδας παραγωγής.  Η τυποποίηση άλλωστε από μόνη της δεν μπορεί να βελτιώσει τις επιδόσεις της  εάν  δεν έχει ποιοτικά σωστή πρώτη ύλη και κατάλληλα στελεχωμένο  εμπορικό τμήμα. Επιπλέον, την τελευταία δεκαετία έχουν μπει νέες χώρες στο χάρτη των εξαγωγών εκτός αυτών που φιλοξενούν σημαντικές κοινότητες Ελλήνων. Έτσι, σήμερα,  επειδή οι εταιρείες τυποποίησης έχουν καλύτερη οργάνωση, αναπτύσσουν συνεργασίες με αξιόλογες ποσότητες και σε αγορές όπως  η Βραζιλία, η  Αν. Ευρώπη και κάποιες ασιατικές.

Λέγεται ότι κλειδί στην περαιτέρω ανάπτυξη του αγροτικού τομέα στη χώρα μας είναι η διασύνδεση με τον τουρισμό. Κατά πόσο αξιοποιείται η Κρήτη ως τουριστικός προορισμός;

Πολύ σωστά και αυτό μπορεί να γίνει μέσα από πολλά κανάλια. Μια μορφή είναι ο ελαιοτουρισμός και βλέπουμε  σήμερα  παραδείγματα με  πολύ θετικές προοπτικές. Όμως στο κομμάτι της γαστρονομίας και της εστίασης,  η επικοινωνία και η προβολή του Κρητικού ελαιόλαδου έχει τεράστια περιθώρια βελτίωσης. Ακόμα και σήμερα τα περισσότερα εστιατόρια τοποθετούν στο τραπέζι τους ελαιόλαδο σε ανώνυμες συσκευασίες ή «χύμα», μια πρακτική, που εκτός από παράνομη, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, είναι καταστροφική και για την ποιότητα του προϊόντος αλλά και για την εμπειρία του πελάτη τους. Βέβαια,  υπάρχουν αξιόλογα εστιατόρια και ξενοδοχεία που έχουν αναπτύξει κατάλληλα την επικοινωνία για να μυήσουν τον πελάτη τους στον θαυμαστό κόσμο του ποιοτικού ελαιόλαδου, δυστυχώς όμως αποτελεί εξαίρεση  της γενικής κακής εικόνας. Ο τρίτος πυλώνας διασύνδεσης έχει να κάνει  με τα καταστήματα πώλησης τοπικών προϊόντων όπου ο επισκέπτης θα μπορέσει να έρθει σε επαφή και ίσως να γευτεί πριν επιλέξει κάποιο επώνυμο τοπικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Σίγουρα για κάποιον που ξεκινάει σήμερα την ενασχόληση με την τυποποίηση,  το καθένα από τα  τρία κανάλια έχει τη δική του  αξία. Υπάρχουν όμως  σημαντικά περιθώρια βελτίωσης των συνεργιών ανάμεσα στον πρωτογενή τομέα και στον τουρισμό, μια και είμαστε ακόμη σε πολύ νηπιακό στάδιο. Εξαίρεση αποτελούν  τα καταστήματα τοπικών προϊόντων στα οποία  μπορεί να βρει ο καταναλωτής ποικιλία επώνυμων και  τυποποιημένων ελαιόλαδων.

Κατά γενική ομολογία την τελευταία δεκαετία έχει σημειωθεί πρόοδος από πλευράς παραγωγών, οι οποίοι έχουν αποκτήσει καλύτερη γνώση ως προς τις καλλιεργητικές πρακτικές και παράγουν καρπό καλύτερης ποιότητας. Ποιες προκλήσεις μένουν να αντιμετωπιστούν όσον αφορά στην εκπαίδευση;

Η Ελλάδα δυστυχώς είναι από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το χαμηλότερο επίπεδο βασικής εκπαίδευσης στον αγροτικό κλάδο, περίπου το 90% των παραγωγών σε όλους τους κλάδους στερούνται βασικής εκπαίδευσης για το αντικείμενο του επαγγέλματός τους. Αυτό ισχύει και για τον κλάδο του ελαιόλαδου όπου ο παραγωγός δεν είναι υποχρεωμένος να περάσει κάποιο σεμινάριο ποιότητας ούτε και ο ελαιοτριβέας με αποτέλεσμα οι επαγγελματίες που διαχειρίζονται το σύνολο της παραγωγής να μην χρειάζεται να διαθέτουν καμία κατάρτιση. Τα φωτεινά παραδείγματα παραγωγών ή ελαιοτριβέων που βλέπουμε αποτελούν περιπτώσεις επαγγελματιών που επιδίωξαν να εκπαιδευτούν αποκλειστικά με δική τους πρωτοβουλία. Αυτό που θα έπρεπε να γίνει κατά τη γνώμη μου είναι όσον αφορά τους νεοεισερχόμενους να αναπτυχθεί μια δομημένη θεσμοθετημένη εκπαίδευση που να απευθύνεται σε παραγωγούς, ελαιοτριβείς αλλά και στους τυποποιητές. Λογικό είναι έτσι να υπάρχει μια κατεύθυνση εκπαίδευσης μετά το Λύκειο όπου θα μπορούσε να επιλέξει ένας παραγωγός ή ελαιουργός να αποκτήσει κατάρτιση για το αντικείμενό του.  Όσον αφορά στους υπάρχοντες παραγωγούς και ελαιουργούς θα μπορούσε να υπάρχει μια σεμιναριακή εκπαίδευση ώστε όλοι να έχουμε την ίδια αντίληψη για την ποιότητα και να ενημερωνόμαστε για τις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς.  Σίγουρα τα σεμινάρια που προσφέρονται τώρα από ιδιωτικούς φορείς  βοηθούν τον παραγωγό και τον επαγγελματία καθώς άλλη πηγή γνώση δεν έχει εκτός αν αναζητεί απαντήσεις στο διαδίκτυο ή σε αποτελέσματα ερευνών. Η εκπαίδευση που παρέχουν αυτοί οι φορείς θα μπορούσε να λειτουργεί συνεπικουρικά με μια θεσμοθετημένη κατάρτιση γιατί συνήθως η ιδιωτική εκπαίδευση είναι πιο ευέλικτη και προσαρμόζεται πιο γρήγορα στις ανάγκες της αγοράς.

Από τον ελαιώνα στα πάνελ τεστ ελαιολάδου

Ο Μανώλης Καρπαδάκης κατάγεται από οικογένεια ελαιοπαραγωγών και μαζί με τον αδερφό του διατηρούν  βιολογικούς   ελαιώνες   στην   περιοχή   του   Κολυμβαρίου.   Από   το   2007 εργάζεται στον κλάδο των εξαγωγών ελαιόλαδου και σήμερα διανύει την τρίτη θητεία του ως μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης (ΣΕΚ),  στον  οποίο από το 2020  τελεί χρέη   Α’   Αντιπροέδρου.   Εργάζεται   στο   τμήμα   εξαγωγών   της   ΜΕΛΙΣΣΑ-ΚΙΚΙΖΑΣ και παράλληλα  είναι Διευθυντής   Καινοτομίας  Ελαιόλαδου   (Terra  Creta  brand).   Ταυτόχρονα συμμετέχει ως δοκιμαστής στο πάνελ του διαπιστευμένου Οργανοληπτικού ΕργαστηρίουΚρήτης ΑΣΡ  και ως κριτής σε διεθνείς διαγωνισμούς ελαιόλαδου.

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Back to top button